Σάββατο 10 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ένα Βιβλίο σε συνέχειες! (12) <Ποιός σκότωσε τον Πρωθυπουργό;>

(Συνέχεια από το προηγούμενο)

12. Το μυστικό

Όταν έκλεισε την πόρτα ο Αποστόλου για αρκετή ώρα δεν μιλούσε κανείς. Ο Θεοδωρίδης σκεφτόταν για ποιο λόγο ήλθε να επισκεφθεί τον Καρά, και αν θα έπρεπε να μείνει και να συνεχίσει. Ο Καράς τον οδηγούσε από τον ένα αιφνιδιασμό στον άλλο. Ποτέ δεν πίστευε ότι με τον Αποστόλου θα έφταναν στα όρια μιας πολιτικής συμφωνίας. Ή μήπως είχαν κάνει ήδη τη συμφωνία και απλώς τον έβαλαν μέσα για να την επικυρώσουν;

Τα είχε λίγο χαμένα, αλλά το άφησε για αργότερα αυτό. Έπρεπε να συνεχίσει:

«Αλέκο, είναι η δεύτερη φορά που με πιάνεις αδιάβαστο.»

«Με αδικείς, τη σημερινή συνάντηση δεν την προκάλεσα εγώ.»

«Είδα όμως ότι το αποτέλεσμά της δεν σε δυσαρέστησε.»

«Μη δίνεις σημασία στις φιλοφρονήσεις.»

«Δεν νομίζω πως ήταν μόνο φιλοφρονήσεις.»

Ο Καράς δεν συνέχισε. Ούτε ο Θεοφίλου θέλησε να το πάει παραπέρα. Προείχε να μάθει κάποια αλλά πράγματα.

Δεν ήξερε από πού να αρχίσει. Αποφάσισε να μπει αμέσως στο θέμα:

«Αλέκο, είδα σήμερα τον Ευαγγελινό.»

«Μην μου πεις ότι σου ανακοίνωσε κι αυτός την υποψηφιότητά του.»

«Κάθε άλλο. Μου ανακοίνωσε ότι δεν ενδιαφέρεται.»

«Ενδιαφέρον!»

«Μου είπε και κάτι άλλο, πιο ενδιαφέρον. Για μια συζήτηση που είχατε πρόσφατα εσύ με τον Λαζάρου.»

«Εγώ; Με τον Λαζάρου; Σε τι αναφέρεσαι;»

«Άσε την πλάκα… Αναφέρομαι σ’ αυτά που του είπες μετά τον καυγά που είχατε με τον πρόεδρο.»

«Μα τι λες τώρα; Ποιον καυγά;»

«Αλέκο, μην κάνεις τον ανήξερο. Λεω για τον καυγά που είχατε για τα πετρέλαια. Και γι’ αυτά που είπες μετά στον Λαζάρου για τη Μακράκη.»

«Τη Μακράκη; Δεν καταλαβαίνω.»

«Καταλαβαίνεις. Ο Ευαγγελινός δεν είναι κανένα παιδάκι να ξεγελιέται. Κι ο Λαζάρου δεν θα του έλεγε ψέματα.»

«Τι του είπε δηλαδή;»

«Για τα υπονοούμενα που άφησες για τη Μακρακη.»

«Δεν άφησα για κανέναν υπονοούμενα.»

«Άφησες. Εκβίαζες τον Κωνσταντίνου. Γιατί;»

Ο άλλος έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Ο Θεοδωρίδης κατάλαβε ότι βρήκε το ρήγμα που ήθελε και συνέχισε ήρεμα.

«Λοιπόν, τι ιστορία είναι αυτή, Αλέκο;»

Ο Καράς κοίταζε τον κενό. Ο Θεοδωρίδης αισθάνθηκε την ικανοποίηση ότι έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες ο αιφνιδιασμός πέτυχε. Κάποια στιγμή ο Καράς αποφάσισε να μιλήσει.

«Αφού έφτασες ως εδώ, καλό είναι να μιλήσουμε με ανοιχτά χαρτιά. Ξέρεις ήδη τι συνέβαινε με τα πετρέλαια. Σου τα είπαμε με τον Κώστα.»

«Αυτά που μου είπατε τα θυμάμαι, αλλά δεν είναι της στιγμής. Για άλλο σε ρωτάω.»

«Για το άλλο σου μιλάω κι εγώ. Μια μέρα με φώναξε ο Κωνσταντίνου και μου ζήτησε εξηγήσεις για τους γάλλους. Σχεδόν μου έκανε παρατηρήσεις γιατί ενδιαφέρθηκα να αναλάβουν τις έρευνες για το κοίτασμα στο Γύθειο οι Γάλλοι. Έπεσα από τα σύννεφα.»

«Προς τι; Εσύ με τον Νικολούδη δεν προτείνατε τους γάλλους;»

«Ο Νικολούδης βασικά, αλλά είναι άλλο μια πολιτική πρόταση για να αρθεί ένα κυβερνητικό αδιέξοδο και άλλο ο υπαινιγμός για προσωπικό ενδιαφέρον.»

«Κι όμως, ενδιαφέρθηκες.»

«Δεν είναι έτσι ακριβώς. Το πρότεινα ως πολιτική λύση. Μια διαφυγή από το αδιέξοδο αν θέλεις. Δεν περίμενα ποτέ την εξέλιξη που πήραν τα πράγματα.»

«Εσύ την προκάλεσες. Από την αρχή ήσουν στο παιχνίδι.»

«Το θέμα δεν είναι αυτό.»

«Ποιο είναι;»

« Δεν πήγα τυχαία στον Γρηγοριάδη. Όταν του μίλησα για τους γάλλους πίστευα ότι αυτό είναι επιθυμία του Κωνσταντίνου.»

«Να μπουν στα πετρέλαια οι γάλλοι;»

«Ναι.»

«Γιά σιγά, ρε Αλέκο. Όταν μου μιλήσατε με τον Νικολούδη αλλιώς μου τα είπατε. Ότι την ιδέα την είχε ο Κώστας κι εσύ την πέρασες στον Λαζάρου για να την πάει στον πρόεδρο. Και εκείνη η Αλεξίου που μου παρουσιάσατε είπε ότι ο Κωνσταντίνου της είχε αναθέσει να ψάξει το θέμα. Καλά τα λέω;»

«Έτσι είναι.»

«Τότε πώς γίνεται να μου λες ότι πήγες στον Γρηγοριάδη με υπόδειξη του προέδρου;»

«Είναι απλό. Όταν του μίλησα ήξερα ότι ο πρόεδρος είχε ήδη δεχθεί την πρόταση του Λαζάρου να εξετάσει την περίπτωση των γάλλων. Και γι’ αυτό πίστεψα ότι ήθελε να κάνω μια τέτοια κουβέντα με τον Γρηγοριάδη. Να τον βολιδοσκοπήσω, αν θέλεις.»

«Με μπερδεύεις.»

«Θεώρησα ότι ο πρόεδρος ήθελε να το προτείνω στον Γρηγοριάδη. Κατά κάποιο τρόπο εκτελούσα διατεταγμένη υπηρεσία.»

«Αυτά δεν μου τα είπατε χθες με τον Νικολούδη και τον Λαζάρου.»

«Νόμιζα ότι δεν είχε σημασία.»

«Και τι είπες στον Γρηγοριάδη;»

«Ότι για τα πετρέλαια ίσως είναι σκόπιμο να δει και τη λύση των γάλλων.»

«Και αυτός;»

«Μου έλεγε άλλα αντί άλλων, ότι η υπόθεση έκλεισε και τέτοια.»

«Εσύ ήξερες ότι δεν έκλεισε, έτσι δεν είναι;»

«Ήξερα όσα σου είπα.»

«Και επιμένεις ότι σου έδωσε εντολή ο Κωνσταντίνου, που ήδη είχε αναθέσει στην Αλέξιου και στον Αναγνώστου να το ψάξουν…»

«Δεν είπα ότι μου έδωσε εντολή ο ίδιος ο πρόεδρος.»

«Θα με τρελάνεις, μόλις τώρα αυτό μου είπες.»

«Σου είπα ότι ήταν επιθυμία του. Αλλά δεν είπα ότι μου το ζήτησε ο ίδιος.»

«Τότε ποιος;»

«Δεν έχει σημασία.»

«Έχει.»

Ο Καράς έδειχνε τώρα πολύ νευρικός.

«Δεν το αφήνουμε δω, ρε Αντώνη;»

«Όχι, Αλέκο, αφού το αρχίσαμε να το τελειώσουμε.»

«Όπως θέλεις.»

Σα να έκανε πολύ μεγάλη προσπάθεια, συνέχισε κάπως πιο δυνατά:

«Την επιθυμία του προέδρου γι’ αυτή τη βολιδοσκόπηση μου τη μετέφερε η Άννα.»

«Πώς είπες;»

«Αυτό που άκουσες. Δυο μέρες πριν συζητήσω με τον Γρηγοριάδη, η Άννα ήλθε εδώ στο γραφείο μου.»

«Περίεργο.»

«Καθόλου. Κάθε φορά που ο πρόεδρος ήθελε κάτι ιδιαίτερο, δεν μου το έλεγε ποτέ ο ίδιος. Έστελνε εδώ την Άννα.»

«Αυτό εννοούσα περίεργο.»

Ο Καράς σταμάτησε να μιλάει. Έκανε τον γύρο του γραφείου και κάθησε στην πολυθρόνα του. Έδειχνε αναποφάσιστος. Σαν κάτι να ήθελε να πει και δεν του έβγαινε. Για λίγη ώρα δεν μιλούσε κανείς. Ο Καράς σηκώθηκε πάλι όρθιος.

«Μπορεί να το βρίσκεις περίεργο, αλλά ο Κωνσταντίνου έτσι ήθελε να επικοινωνούμε. Είχε τους λόγους του. Απλώς ακολούθησα τις οδηγίες.»

«Ποιες ήταν οι οδηγίες;»

«Η Άννα μού μετέφερε ότι στο Γύθειο κρίνονται πολλά για την κυβέρνηση και για τη χώρα. Δεν μου είπε βέβαια ότι το κοίτασμα είχε ήδη βρεθεί, αλλά εγώ το ήξερα. Μου είπε απλώς ότι θα γίνουν έρευνες για πετρέλαιο. Και μου εξήγησε ότι επιθυμία του προέδρου είναι να πείσω τον Γρηγοριάδη να δεχθεί στις έρευνες τους γάλλους.»

«Γιατί να τον πιέσεις εσύ;»

«Ως υπουργός Εθνικής Άμυνας θα μπορούσα να επικαλεσθώ κάποιους λόγους. Μου φάνηκε φυσιολογικό.»

«Και γιατί δεν της αποκάλυψες ότι ήξερες για το κοίτασμα;»

«Δεν ξέρω. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι ο Κωνσταντίνου ήθελε να παίξω για λογαριασμό του ένα παιχνίδι. Και αποφάσισα να το παίξω. Πήγα στον Γρηγοριάδη και του πρότεινα να βάλει στις έρευνες τους γάλλους, γιατί αυτό επέβαλλαν τα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας.»

«Και ο Γρηγοριάδης τι είπε;»

«Έκανε ότι δεν ήξερε τίποτε. Ήταν λίγο αστείο.»

«Και λοιπόν;»

«Όταν με φώναξε ο Κωνσταντίνου και με ρώτησε από πού πηγάζει το προσωπικό ενδιαφέρον μου για τους γάλλους έπεσα από τα σύννεφα. Όπως ήταν φυσικό, το αρνήθηκα.»

«Γιατί;»

«Σου είπα.»

«Μου είπες δυο διαφορετικά πράγμα. Πρώτα ότι εξεπλάγης και αγανάκτησες. Και μετά ότι έπαιζες ένα παιχνίδι του προέδρου. Τι από τα δύο ισχύει;»

«Και τα δύο. Πήγα να ρίξω στον Γρηγοριάδη την ιδέα και σου επαναλαμβάνω: καθ’ υπόδειξιν, όπως νόμιζα. Και μετά αντιμετώπισα τους υπαινιγμούς του προέδρου. Τότε κατάλαβα ότι η Μακράκη με είχε παγιδεύσει.»

«Γιατί να σε παγιδεύσει;»

«Άσ’ το αυτό.»

«Στο σπίτι σου, παρόντος του Νικολούδη, ρώτησα τον Λαζάρου αν ήξερε ο Γρηγοριάδης για τους γάλλους. Και μου απάντησε αρνητικά. Τι μου κρύβατε;»

«Εγώ δεν είχα λόγο να σου κρύψω τίποτε. Από τον Νικολούδη ίσως…»

«Δεν σε καταλαβαίνω. Εσύ μέχρι και συμφωνίες έχεις κάνει με τον Νικολούδη. Δεν τον εμπιστεύεσαι;»

«Κάποια άλλη φορά θα σου εξηγήσω γιατί αναγκάστηκα να συνεργαστώ με τον Νικολούδη.»

«Τι εννοείς;»

«Άσε καλύτερα.»

«Τότε θα σου πω κι εγώ άλλη φορά τη γνώμη μου γι αυτές τις συνεργασίες…»

Δεν θέλησε να συνεχίσει. Ούτε ο Καράς απάντησε.

Ο Θεοδωρίδης προσπαθούσε μέσα του να αξιολογήσει αυτά που άκουγε. Δεν έβγαζε άκρη. Υπήρχε ένας παραλογισμός. Ο Κωνσταντίνου υποψιάζεται εμπλοκή ανθρώπων του Καρά με το Χρηματιστήριο και χρησιμοποιεί τον Ευαγγελινό για να του στήσουν παγίδα. Την ίδια στιγμή βάζει την Άννα να πει στον Καρά ότι η επιθυμία του είναι να μιλήσει στον Γρηγοριάδη για να βάλει στις έρευνες τους γάλλους, χωρίς να φαντάζεται ότι ο Καράς ήταν ενήμερος για όλα.

Ο Καράς δεν υποπτεύεται ότι αυτά που ήξερε για το κοίτασμα ήταν παραμύθια, και απλώς ήθελαν να τον οδηγήσουν σε παγίδα. Πιστεύει ότι υπήρχαν πετρέλαια, και μιλάει στον Γρηγοριάδη γιατί αυτό νομίζει ότι θέλει ο Κωνσταντίνου.

Τα κουβάρι όσο προχωρούσε μπερδευόνταν. Και στο παιχνίδι έμπαιναν και έβγαιναν κάποια πρόσωπα των οποίων δεν μπορούσε να εξηγήσει τον ρόλο. Θυμήθηκε τι του είπε ο Ευαγγελινός για τον Λάζαρου και σκέφθηκε ότι ήταν ώρα να πάει ένα βήμα παραπέρα.

«Αλέκο, αν δεν κάνω λάθος, ο Λαζάρου είναι δικός σου άνθρωπος.»

«Αν το θέτεις έτσι, είναι. Και σου είπα ότι από τον Λαζάρου έμαθα τι συμβαίνει.»

«Νομίζεις ότι έμαθες.»

«Τι εννοείς;»

«Θα σου πω αργότερα, τώρα θέλω μερικές εξηγήσεις. Ο Λάζαρου είναι ο πρώτος που μίλησε στον πρόεδρο για τους γάλλους. Το ήξερες, αφού εσύ τον έβαλες.»

«Έτσι είναι.»

«Σε πιστεύω γιατί αυτό μου είπαν και από αλλού. Μόνο που υπήρξε κάτι που σου διέφυγε.»

Είχε έλθει η στιγμή να αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό. Ότι δεν υπήρχε πετρέλαιο και όλα ήταν παγίδα για τον ίδιο.

Του είπε όσα έμαθε από τον Ευαγγελινό.

Ο Καράς τον άκουγε και περίμενε να ολοκληρώσει την ιστορία του.

«Δεν μου λες την αλήθεια, Αντώνη», είπε κι έδειχνε κάτωχρος.

«Την αλήθεια σού λέω.»

«Δεν μπορεί, δεν μπορεί να μου έπαιξαν τέτοιο παιχνίδι, δεν είναι αλήθεια.»

«Είναι. Κι ελπίζω να είναι αλήθεια κι αυτά που μου λες εσύ.»

«Για ποιο πράγμα;»

«Για τη Μακράκη. Ότι σου την έστειλε ο Κωνσταντίνου να σου ζητήσει να βολιδοσκοπήσεις τον Γρηγοριάδη.»

«Μπορείς να τη ρωτήσεις. Αλλά να μην πάρεις τοις μετρητοίς ό,τι σου πει. Εννοώ, ότι δεν είμαι σίγουρος ότι θα το επιβεβαιώσει.»

Ο Θεοδωρίδης δεν μίλησε. Ήδη σκεφτόταν κάτι άλλο: ότι η Μακράκη μπορεί να ενήργησε μόνη της.

Αν οι υποψίες του ήταν σωστές, και η ίδια οργάνωσε τη δολοφονία –για λόγους που δεν ήξερε ακόμη–, δεν αποκλείεται να έπαιξε αυτό το παιχνίδι στον Καρά. Πάλι δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο, αλλά η διαίσθησή του εκεί τον οδηγούσε.

Ο Καράς έδειχνε ότι κάτι σκέφτεται.

«Ώστε ήταν παγίδα τα πετρέλαια;»

«Ναι, Αλέκο. Ο Κωνσταντίνου σού έπαιξε ένα παιχνίδι με τον Ευαγγελινό και μάλλον κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είσαι αμέτοχος στην ιστορία με το Χρηματιστήριο. Αυτή είναι η αλήθεια.»

«Η αλήθεια;»

«Αυτό τουλάχιστον που πίστευε ο Κωνσταντίνου. Ο ίδιος είπε ψέματα στον Λαζάρου για το κοίτασμα που δήθεν βρέθηκε, γιατί ήξερε ότι θα σου το μεταφέρει.»

«Μα γιατί;»

«Γιατί υπήρχαν υπόνοιες για την –έμμεση έστω– εμπλοκή σου στο Χρηματιστήριο. Και βρήκε ευκαιρία να τις ερευνήσει. Έτσι, όταν μίλησε ο Λάζαρου για τους γάλλους και ακολουθήσεις εσύ, ήταν φυσικό να ενισχυθούν οι υπόνοιες. Τις ενίσχυσες κι εσύ όταν αρνήθηκες ότι μίλησες στον Γρηγοριάδη.»

«Σου εξήγησα τι έγινε με εμένα και τον Γρηγοριάδη.»

«Δεν έχει σημασία. Εσύ και ο Νικολούδης μπλέξατε σ’ ένα άσχημο παιχνίδι. Ο Λαζάρου σάς είπε για τα πετρέλαια που δεν υπήρχαν και εσείς σπεύσατε να οργανώσετε ολόκληρη συνωμοσία. Για ένα κοίτασμα που δεν υπήρχε.»

Ο Καράς έδειχνε να καταρρέει.

«Και η Αλεξίου;»

«Θέλεις να πεις ότι τα πράγματα με την Αλεξίου είναι όπως μου τα παρουσιάσατε;»

«Σου ορκίζομαι. Την πατήσαμε με τον Κώστα, αν είναι έτσι όπως τα λες. Δεν σου κρύβω ότι πιστέψαμε ότι μ’ αυτή την υπόθεση εξουδετερώνεται ο Γρηγοριάδης. Όμως η ιστορία είναι όπως σου την είπαμε. Η Αλέξιου ήλθε και με βρήκε και μου μετέφερε όσα ξέρεις.»

«Μα πώς;»

«Είναι απλό. Πίσω απ’ όλα βρίσκεται η Μακράκη. Αυτή έστησε όλη αυτή τη μπλόφα.»

Ο Θεοδωρίδης σκεφτόταν αν ήταν ώρα να ανοίξει όλα τα χαρτιά του και να πει στον Καρά όλα όσα τον έκαναν να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πίσω από τη δολοφονία του Κωνσταντίνου ήταν η Μακράκη. Κρατήθηκε με δυσκολία.

«Πάλι η Μακράκη. Δεν μπορώ να καταλάβω ένα πράγμα, Αλέκο. Ποιο λόγο είχε η Μακράκη να σε μπλέξει σε μια τέτοια ιστορία;»

Ο άλλος περίμενε την ερώτηση.

«Αντώνη, υπάρχει κάτι που δεν ξέρεις.»

«Τι πράγμα;»

«Δεν ξέρεις για την Άννα.»

«Τι δεν ξέρω, ρε Αλέκο; Μίλα, να πάρει ο διάολος!»

«Πόσο καιρό ξέρεις την Άννα;»

«Δεν θυμάμαι. Από τότε που γνώρισα τον πρόεδρο.»

Ο Καράς κόμπιασε κι έδειχνε να διστάζει. Μια-δυο φορές πήγε κάτι να πει και σαν να μην του ’βγαινε. Στο τέλος πήρε μια βαθειά ανάσα και κοίταξε κατάματα τον Θεοφίλου.

«Κρατήσου μ’ αυτό που θα ακούσεις. Η Άννα δεν είναι απλώς γραμματέας του προέδρου.»

«Τι είναι; Μην μου πεις ερωμένη του;»

«Είναι κόρη του.»

Ήταν η σειρά του Θεοδωρίδη να μείνει με ανοικτό το στόμα. Όταν συνήλθε, ψέλλισε:

«Κόρη του είπες;»

Ο Καράς έδειχνε τώρα άλλος άνθρωπος. Σηκώθηκε όρθιος και τα χέρια του έτρεμαν. Ποτέ δεν τον είχε ξαναδεί έτσι.

«Αντώνη, ο Κωνσταντίνου είχε μια κόρη, από ένα γάμο του, όταν σπούδαζε στη Γερμανία. Ήταν ένας κανονικός γάμος, παρ’ ότι δεν κράτησε πολύ. Ίσως γι’ αυτό τον έκρυβε.»

«Κι εσύ πώς το έμαθες;»

«Θα σου πω. Όταν έγινε πρόεδρος στο κόμμα η μητέρα της, μια ελληνίδα μετανάστρια από ό,τι ξέρω, ήλθε και τον βρήκε. Του ζήτησε να την πάρει μαζί του και να πει ότι είναι η κόρη του. Του ήταν αδύνατο, πίστευε ότι θα τίναζε στον αέρα την πολιτική σταδιοδρομία του, αν έλεγε ξαφνικά ότι είχε και άλλη κόρη που έκρυβε μέχρι τότε.»

«Και τι έγινε;»

«Της πρότεινε να την πάρει δίπλα του σαν γραμματέα του. Το δέχθηκε, και η Μακράκη έμεινε μαζί του, χωρίς κανείς να ξέρει ποια ακριβώς ήταν. Κανείς εκτός από εμένα.»

«Πώς το έμαθες;»

«Θα καταλάβεις στη συνέχεια. Η ουσία είναι ότι το ήξερα. Μόνο εγώ. Μετά ξεχάστηκε. Μέχρι που μια μέρα ο Κωνσταντίνου με φώναξε απελπισμένος και μου είπε ότι η μητέρα της Άννας εμφανίσθηκε πάλι με μια απαίτηση.»

«Δηλαδή;»

«Να με διώξει από το κόμμα.»

«Να σε διώξει; Γιατί;»

«Είχε μεσολαβήσει μια ιστορία. Γνώρισα τον Κωνσταντίνου πριν πάρει την ηγεσία, εκτίμησα πολύ τις θέσεις του και συνδέθηκα πολύ στενά μαζί του. Ίσως θυμάσαι τι έλεγαν τότε για μένα…»

«Όχι, δεν ήμουν ακόμη στο κόμμα.»

«Α, ναι. Έλεγαν ότι προσχώρησα στον Κωνσταντίνου γιατί είχα προσωπική αντιζηλία με τον Αποστόλου, που ήταν τότε φίλος μου. Δεν ήταν αλήθεια, απλώς δεν μου πήγαιναν οι θέσεις του Στέφανου.»

«Την ιστορία του κόμματος θα αναλύσουμε τώρα;»

«Έχεις δίκιο. Συνδέομαι λοιπόν στενά με τον Κωνσταντίνου, και σε λίγο συνέβη ό,τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί και σ’ αυτόν και σε μένα. Η Άννα, άρχισε να με φλερτάρει. Κάποια στιγμή μου άρεσε κι εμένα. Και κάτι άρχισε να γίνεται μεταξύ μας. Ώσπου μια μέρα έπεσα τυχαία πάνω σε μια πολύ τρυφερή σκηνή μεταξύ τους.»

«Μεταξύ τους είπες; Μεταξύ ποιων;»

«Πήγα να μπω στο γραφείο του Κωνσταντίνου και είδα την Άννα στην αγκαλιά του να κλαίει κι αυτός να της χαϊδεύει τα μαλλιά. Με είδαν κι αυτοί, και όπως καταλαβαίνεις αναστατώθηκαν. Τότε ο Κωνσταντίνου υποχρεώθηκε να μου πει την αλήθεια.»

«Γιατί υποχρεώθηκε;»

«Γιατί σκέφτηκε το αυτονόητο. Ότι θα τους εκλάβω για εραστές. Ήταν ήδη παντρεμένος, και βεβαίως υπήρχε και η δική μου ιστορία με την Άννα. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να μου πει την αλήθεια και να με δεσμεύσει.»

«Λοιπόν;»

«Από τότε κάτι άλλαξε μέσα μου, άρχισα να την αποφεύγω.»

«Γιατί; »

«Δεν ξέρω. Ίσως αισθανόμουνα ντροπή απέναντι στον πατέρα της. Ίσως και στην ίδια για όσα ήξερα.»

«Κι αυτή;»

«Επέμενε. Αναγκάστηκα ακόμη και να της μιλήσω άσχημα ένα βράδυ ύστερα από μια προεκλογική συγκέντρωση στην Πάτρα. Έπρεπε να την αποθαρρύνω.»

«Πώς αντέδρασε;»

«Στην αρχή έδειξε να δυσκολεύεται. Μετά άρχισε να το ξεπερνάει. Έκοψε, και πίστεψα ότι το πρόβλημα λύθηκε. Όταν παντρεύτηκα, δυο χρόνια αργότερα, η υπόθεση είχε ξεχαστεί. Έτσι νόμιζα. Μέχρι που μετά από χρόνια στράφηκε εναντίον μου με τον τρόπο που σου είπα.»

«Μα δεν το έκανε η ίδια.»

«Το ίδιο είναι. Ανέλαβε η μητέρα της να ζητήσει την απομάκρυνσή μου.»

« Αυτό μου το είπες. Και ο Κωνσταντίνου;»

«Δεν το δέχθηκε. Ίσως δεν είχε τα περιθώρια. Ήμουν ο μόνος που ήξερε το μυστικό τους και ο Κωνσταντίνου δεν ήθελε να με βλάψει. Η μητέρα της Μακράκη όμως τηλεφωνούσε τις πιο απίθανες ώρες και ζητούσε επίμονα να φύγω από το κόμμα.»

Ο Θεοφίλου τινάχθηκε. Νά λοιπόν ποια ήταν τελικά η γυναίκα με την οποία μιλούσε στο τηλέφωνο ο Κωνσταντίνου. Γι’ αυτό του ζητούσε πάντα να μείνει μόνος του. Δεν είπε τίποτε, και ο Καράς συνέχισε:

«Αυτή η δουλειά συνεχίσθηκε μέχρι πριν από δυο χρόνια που η γυναίκα πέθανε στη Γερμανία. Η πίεση υποχώρησε.»

«Και η Άννα;»

«Από όσο ξέρω δεν ξαναμίλησε γι’ αυτό το θέμα. Έτσι μου είπε ο Κωνσταντίνου. Γι’ αυτό την όρισε σύνδεσμο ανάμεσά μας. Απ’ ό,τι φάνηκε όμως το επιδίωξε και η ίδια.»

«Για ποιο λόγο;»

«Ίσως έψαχνε τρόπο να στραφεί πάλι εναντίον μου. Αυτό κατάλαβα τη μέρα που με αιφνιδίασε ο πρόεδρος για τη συζήτησή μου με τον Γρηγοριάδη. Τι άλλο θα μπορούσα να σκεφτώ όταν διαπίστωσα ότι εκτίθεμαι για μια πρωτοβουλία που μου ζήτησε η ίδια; Καταλαβαίνεις…»

Ο Θεοδωρίδης καταλάβαινε ήδη περισσότερα.

Η Άννα είχε αποφασίσει να πάρει αλλιώς την εκδίκησή της. Ίσως επηρεασμένη από το θάνατο της μητέρας της. Μπορεί και να ήταν δική της η ιδέα να μπλέξουν τον Καρά με τα πετρέλαια.

Σ’ αυτό το σημείο η σκέψη του σταμάτησε. Πώς έφτασε η Μακράκη στη δολοφονία του ανθρώπου που ήταν ο πατέρας της; Μπορεί να πίστευε ότι βγάζοντας από τη μέση τον πατέρα της έδινε τέλος στην ιστορία που τη βασάνιζε. Μπορεί να την ώθησε εκεί το μίσος της για τον Καρά. Να της είχε πει ο Κωνσταντίνου ότι τον προόριζε για διάδοχο του; Ίσως να έγινε κάτι άλλο μεταξύ τους.

Αποφάσισε να μην πει λέξη στον Καρά για την περίπτωση να ήταν η Άννα ο δολοφόνος του Κωνσταντίνου. Στην κατάσταση που ήταν δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσε. Ο Καράς μίλησε πάλι.

«Αντώνη, δεν μπορείς να φανταστείς τι τράβηξα όλα αυτά τα χρόνια. Κάποια άλλη φορά θα σου πω περισσότερα. Και ίσως να καταλάβεις γιατί εξοργίζομαι με την Άννα. Κάπου διαισθανόμουν ότι θα έβρισκε τρόπο να μου κλείσει το δρόμο. Και αν θέλεις, αυτός ήταν και ο λόγος που άρχισα τις συζητήσεις με τον Νικολούδη. Ήταν κατά κάποιο τρόπο δικός της προστατευόμενος.»

Ο Θεοδωρίδης δεν απάντησε. Διαπίστωνε ότι το κόμμα και η κυβέρνηση κάθονταν για χρόνια πάνω σε ένα ηφαίστειο και ο ίδιος δεν είχε ιδέα. Σηκώθηκε να φύγει. Ο Καράς τον κράτησε.

«Αντώνη, δεν ξέρω τι θα κάνεις μ’ αυτά που σου είπα. Θα σε παρακαλούσα…»

Τον έκοψε απότομα.

«Ό,τι είπαμε θα μείνει μεταξύ μας. Έχεις το λόγο μου.»

«Ήθελα να σε ρωτήσω και κάτι ακόμη. Τι θα κάνουμε από εδώ και πέρα;»

Ο Θεοδωρίδης σκέφθηκε λίγο.

«Δεν ξέρω ακόμη. Αν και νομίζω ότι εσύ πρέπει να μου πεις τι θα κάνουμε. Εσύ πρέπει να κάνεις το πρώτο βήμα.»

«Ξέρεις τις προθέσεις μου. Θα διεκδικήσω την πρωθυπουργία. Αλλά μην μου ζητάς να μιλήσω δημόσια ακόμη.»

«Αυτό τελειώνει όπου νά ’ναι. Από ώρα σε ώρα ο πρόεδρος θα είναι και επίσημα νεκρός.»

«Δεν εννοώ αυτό. Προσπαθώ να καταλάβω τι κρύβεται πίσω από αυτή την υπόθεση. Ποιος διάολος την οργάνωσε.»

Εκείνη τη στιγμή ο Θεοδωρίδης συνειδητοποίησε ότι ο Καράς δεν συνέδεε την Μακράκη με τη δολοφονία. Ήταν φυσικό. Δεν είχε λόγους να πιστεύει κάτι τέτοιο. Και έκανε καλά που δεν του μίλησε.

«Κανείς δεν ξέρει, Αλέκο. Απ’ ό,τι μαθαίνω, οι ανακρίσεις κινούνται ακόμη στο σκοτάδι.»

«Κι όμως, πρέπει να φωτίσουμε αυτό το μυστήριο. Όταν ανακοινωθεί επίσημα ο θάνατος του προέδρου θα μας ρωτάνε. Θα μας ζητήσουν εξηγήσεις. Τι θα πούμε;»

«Θα πούμε την αλήθεια», απάντησε Θεοδωρίδης και το εννοούσε. «Αν τη μάθουμε ποτέ. Τα υπόλοιπα όμως θα προχωρήσουν. Ίσως και μέχρι το τέλος της εβδομάδας πρέπει να έχουμε νέο Πρωθυπουργό. Και αν θέλεις πάντα να είσαι εσύ, πρέπει να αποφασίσεις εγκαίρως.»

«Για να αποφασίσω θέλω να ξέρω τη δική σου στάση. Θέλω τη βοήθειά σου.»

Ο Θεοδωρίδης απάντησε με κακία:

«Έχεις τη βοήθεια του Νικολούδη – τι να την κάνεις τη δική μου;»

«Μην είσαι άδικος μαζί μου. Ο Νικολούδης έχει τις επιδιώξεις του. Κι εγώ –αλλά και εσύ, φαντάζομαι– δεν σκοπεύω να του παραδώσω την πρωθυπουργία στο πιάτο.»

«Άλλη εντύπωση μου δώσατε.»

«Σου είπα, δεν θα σου εξηγήσω.»

«Τότε δώσε την πρωθυπουργία στον Αποστόλου.»

«Αν εννοείς την προηγούμενη συζήτηση, μην τα παίρνεις τοις μετρητοίς. Ο Αποστόλου έχει το σχέδιό του. Εγώ το δικό μου.»

«Νόμιζα ότι είχατε και μερικά σχέδια μαζί», είπε με την ίδια κακία ο Θεοδωρίδης.

«Για το θεό, Αντώνη. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια καινούργια κατάσταση. Και τώρα περισσότερο από πριν πρέπει να διατηρήσουμε τον έλεγχο. Άσε τον Αποστόλου στην άκρη. Πρέπει να κοιτάξουμε το χώρο μας. Να πείσουμε τους δικούς μας ότι πρέπει να κινηθούμε όλοι μαζί. Είναι ώρα να μιλήσεις με τους υπόλοιπους.»

«Γιατί δεν τους μιλάς εσύ;»

«Θα το κάνω. Προηγουμένως όμως θέλω να ξέρω τι θα κάνεις εσύ. Η δική μου υποψηφιότητα χωρίς την υποστήριξή σου δεν έχει νόημα. Ή είμαστε όλοι μαζί ή δεν είμαστε τίποτε. Κι αυτό εξαρτάται από σένα.»

«Ξέρεις κάτι, Αλέκο; Εκεί που φτάσαμε, τίποτε δεν εξαρτάται από κανέναν.»

«Τι εννοείς;»

«Τίποτε, τίποτε. Συμφωνώ μαζί σου ότι ή πάμε όλοι μαζί ή παραδίνουμε την πρωθυπουργία στον Αποστόλου. Να γίνεις κι εσύ αντιπρόεδρος.»

«Σε παρακαλώ, άσε τις ειρωνείες.»

«Τις αφήνω. Να αφήσουμε λοιπόν και τα πράγματα στον Αποστόλου, αφού δεν είμαστε ικανοί να τα ρυθμίσουμε εμείς. Αν και δεν είμαι σίγουρος ότι θα του βγει σε καλό.»

«Πάλι δεν σε καταλαβαίνω.»

«Άσ’ το. Θα δούμε τι θα γίνει σήμερα και από αύριο θα βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά. Θα πάμε όλοι μαζί, μην ανησυχείς γι’ αυτό. Πάρε πρώτα εσύ τις αποφάσεις σου και εγώ θα σου ξεκαθαρίσω τη θέση μου.»

«Πάλι μου αφήνεις ένα κενό.»

«Μπορεί. Αλλά μην μου ζητάς περισσότερα αυτή τη στιγμή. Πρέπει να μιλήσω και με τους δικούς μου. Απ’ ό,τι κατάλαβα όμως είναι μαζί σου. Μην ανησυχείς γι’ αυτό.»

«Τότε θα δώσω αύριο μια συνέντευξη και θα ανακοινώσω την υποψηφιότητά μου.»

«Θα σε συμβούλευα να μην το κάνεις πριν αποφασίσουν οριστικά οι γιατροί για τον πρόεδρο. Θα σ’ το χρεώσουν.»

«Έχεις δίκιο. Θα περιμένω. Και σου επαναλαμβάνω ότι στηρίζομαι σε σένα. Όλο το κόμμα σε σένα στηρίζεται.»

Ο Θεοδωρίδης δεν ήθελε να συνεχίσει άλλο αυτή τη συζήτηση. Άλλωστε, το μυαλό του ήταν αλλού. Χαιρέτησε τον Καρά και έφυγε σιωπηλός. Θα περνούσε για λίγο από το σπίτι του, πριν συνεχίσει.

(Συνεχίζεται)

LinkedIn