Δευτέρα 5 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Δημοκρατική νομιμοποίηση και αποτελεσματικότητα

pamoukis

Του καθηγητή Χάρη Παμπούκη

Εντός του πλαισίου της σκοπούμενης πλέον συνταγματικής αναθεώρησης, ένα από τα ζητήματα που προκύπτουν είναι η επιλογή ασυμβίβαστου μεταξύ της ιδιότητας του βουλευτή και εκείνης του υπουργού. Πιστεύω ότι τρεις κρίσιμες παρατηρήσεις θα βοηθήσουν την επιλογή εντός της σύγχρονης πολιτειακής πραγματικότητας:

α. Ο ρόλος του υπουργού είναι διττός. Να αποφασίζει και να οργανώνει την υλοποίηση των αποφάσεων της κυβέρνησης. Και είναι αλήθεια σήμερα ότι στις σύγχρονες δημοκρατίες το βάρος της απόφασης και της, κατά κύριο λόγο, νομοθετικής πρωτοβουλίας έχει μεταφερθεί για λόγους κυρίως ταχύτητας και αποτελεσματικότητας στο εκτελεστικό, στην κυβέρνηση και στους υπουργούς. Ο ρόλος της Bουλής και συνακόλουθα του βουλευτή είναι περισσότερο ελεγκτικός. Επομένως, η μη δυνατότητα επιλογής βουλευτή ως υπουργού παρέχει εχέγγυα καλύτερης και κυρίως διακριτής λειτουργίας των εξουσιών. Είναι ευνόητο ότι ο υπουργός θα πρέπει να λαμβάνει τις αποφάσεις του και να τις οργανώνει (εντός του πλαισίου της συλλογικής λειτουργίας της κυβέρνησης) με γνώμονα αφενός, το γενικό συμφέρον και αφετέρου, τη γνώση και την εμπειρία του ποια είναι η καλύτερη απόφαση με βάση τεχνοκρατικά πορίσματα και καλές πρακτικές.

β. Ο βουλευτής είναι πολιτικός. Και βέβαια είναι εξοπλισμένος με την άμεση λαϊκή νομιμοποίηση αλλά δεν είναι απαλλαγμένος από τα συνήθη βάρη της πολιτικής και κυρίως του στόχου που είναι η εκλογή του ή η επανεκλογή του. Και προφανώς αυτό δημιουργεί βάρη ή ακόμη και θεμιτές κατά κανόνα ή και αθέμιτες σε λίγες θλιβερές περιπτώσεις εξαρτήσεις που δεν συνάδουν με το γενικό συμφέρον. Βάρη με τη μορφή της εξάρτησης καταρχάς από απαιτήσεις της εκλογικής πελατείας (το γνωστό ρουσφέτι), αλλά και από τα μέσα προβολής, καθ’ όσον σήμερα γνωρίζουμε ότι η εκλογή κάποιου γίνεται δυστυχώς με όρους αναγνωρισιμότητας κυρίως.

Το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή έχει και στο πεδίο αυτό ευεργετικά αποτελέσματα όχι μόνο για τη λειτουργία του πολιτεύματος και τη σωστή λήψη αποφάσεων, αλλά και για τον ίδιο τον βουλευτή που απαλλάσσεται του βάρους της υπουργικής προοπτικής. Δεν «ποντάρουν» σε πρόσωπα ώστε να δημιουργούνται εξαρτήσεις αν δεν υπάρχει προοπτική υπουργοποίησης και ανταπόδοσης. Ο τεχνοκράτης αντίθετα δεν είναι πολιτικός. Δεν ανήκει στο κλαμπ των «επαγγελματιών» της πολιτικής. Και αυτό τον απαλλάσσει από τα βάρη της πολιτικής κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Eχει επίσης συνήθως το πλεονέκτημα των επαγγελματικών εμπειριών (να έχει «κολλήσει ένσημα» όπως λέγεται και τα οποία οι βουλευτές σπανίως βρίσκουν τον χρόνο να «κολλήσουν», κάτι απολύτως κατανοητό) και βέβαια είναι θεωρητικά –τέτοια θέσπιση επιβάλλεται να συνοδευθεί με σύστημα ακροάσεως και επιβεβαίωσης από τη Βουλή, γιατί και ο τεχνοκράτης μπορεί να έχει εξαρτήσεις άλλου είδους, που στο πλαίσιο της διαφάνειας θα πρέπει να γίνουν γνωστές πριν από την ανάληψη καθηκόντων του– πλέον ανεξάρτητος, γιατί στη λήψη των αποφάσεών του δεν θα έχει πρόβλημα να αναλάβει κόστος, εκλογικό κόστος, αφού δεν θα έχει το βάρος της προοπτικής της (επαν)εκλογής του.

γ. Eχω υποστηρίξει στο «Περί ελπίδας, Για ένα εθνικό σχέδιο υπέρβασης της κρίσης», (Λιβάνη, Αθήνα, 2015, σ. 186 επ.) ότι η κρίση επιβάλλει το μοντέλο αλλαγής της διακυβέρνησης ώστε να προσαρμοσθεί κατά το δυνατό στις νέες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης. Και θα έλεγα η δημοκρατία –εν τέλει εδώ εντοπίζεται η νέα πρόκληση– ως μοντέλο οφείλει στις σύγχρονες συνθήκες να συνδυάσει τη δημοκρατική νομιμοποίηση και την αποτελεσματικότητα στη λήψη των αποφάσεων και στην υλοποίησή της. Η αυστηρότερη διάκριση των εξουσιών την οποία εξυπηρετεί καλύτερα ένα προεδρικό ή ένα ημιπροεδρικό μοντέλο διακυβέρνησης θα συμβάλει. Εξάλλου, η Ελλάδα της κρίσης, των δανείων και της ανέχειας χρειάζεται προεχόντως μία νέα αρχή. Σε αυτό το πλέον υψιπετές πλαίσιο του προεδρικού μοντέλου, με απευθείας εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας ως επικεφαλής του εκτελεστικού, ταιριάζει απόλυτα και το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή.

Για τους τρεις αυτούς λόγους (καλύτερη θεσμική ισορροπία, μεγαλύτερη ανεξαρτησία κατά τη λήψη της απόφασης, ποιοτικότερες αποφάσεις) κλίνω υπέρ της θέσπισης ασυμβίβαστου μεταξύ υπουργού και βουλευτή. Η διατύπωση που πρόσφατα προτάθηκε κυρίως από τους συναδέλφους καθηγητές Αλιβιζάτο, Γεραπετρίτη και Σπυρόπουλο («το αξίωμα του μέλους της κυβέρνησης είναι ασυμβίβαστο με την ιδιότητα του βουλευτή καθώς και με οποιοδήποτε άλλο αξίωμα, θέση ή έργο. Ο πρωθυπουργός, όμως, μπορεί να είναι βουλευτής. Μέλη της κυβέρνησης και υφυπουργοί δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι στις επόμενες της θητείας τους βουλευτικές εκλογές ούτε να εκλεγούν βουλευτές στην επόμενη Βουλή. Το κώλυμα αυτό δεν ισχύει για τον πρωθυπουργό») με βρίσκει απολύτως σύμφωνο και συνάδει με την αλλαγή της μορφής και της ουσίας του πολιτεύματος σε Προεδρική Δημοκρατία που ανταποκρίνεται καλύτερα στα κελεύσματα των προκλήσεων και των κινδύνων της περίεργα εξελισσόμενης εποχής της παγκοσμιοποίησης.

*Από την Καθημερινή

LinkedIn