Δευτέρα 5 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ελλείμματα και πάθη

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ

Του Νίκου Χριστοδουλάκη *

Πρόσφατα η δημόσια συζήτηση εστιάστηκε ξανά στο πώς υπολογίστηκε το έλλειμμα του 2009 αλλά για τους λάθος λόγους. Οχι για να μάθουμε τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στη διόγκωσή του και πώς θα τα αποφύγουμε στο μέλλον αλλά μόνο για το ύψος του ώστε να χρησιμοποιηθεί ως πολιτικό άλλοθι. Μερικοί πιστεύουν ότι αν το νούμερο βρεθεί λάθος και μικρότερο, θα είναι ο από μηχανής θεός της απαλλαγής της ΝΔ από τις ευθύνες για την κρίση. Αλλοι πάλι νομίζουν ότι αν βρεθεί σωστό και μεγάλο, θα δικαιώσει τους χειρισμούς του ΠαΣοΚ μετά τις εκλογές του 2009 και του Μνημονίου που ήλθε λίγους μήνες μετά.

Η ουσία της υπόθεσης όμως κάθε άλλο παρά ευνοεί την εκατέρωθεν πολιτική εκμετάλλευση, απλούστατα γιατί η τροπή που πήραν τα πράγματα με την ΕΛΣΤΑΤ εξηγείται χωρίς ίχνος  από συνωμοσίες και ξένους δαίμονες. Μετά τον σάλο που δημιουργήθηκε για το έλλειμμα του 2009 ήταν προφανές ότι οι διεθνείς οργανισμοί θα επέβαλλαν ένα άτομο της εμπιστοσύνης τους και όποιος και να ερχόταν θα εφάρμοζε τους κανόνες με τη μέγιστη δυνατή αυστηρότητα για να μην αμφισβητηθεί εκ νέου. Επειδή αρκετοί από τους κανόνες της Eurostat αφήνουν περιθώρια ευελιξίας, πιθανόν ορισμένα κονδύλια (κυρίως όσα αφορούν ελλείμματα των ΔΕΚΟ) να μη χρειαζόταν να καταχωρισθούν όλα το 2009 αλλά σταδιακά τα επόμενα χρόνια. Ακόμα όμως και η πλήρης ένταξη δεν παραβιάζει τυπικά το γράμμα των κανονισμών και η Eurostat ήταν υποχρεωμένη να επικυρώσει το αποτέλεσμα, ασχέτως αν άλλα κράτη επιλέγουν μια πιο ευέλικτη αντιμετώπιση.

Το θεμελιώδες πάντως είναι ότι ο υπολογισμός αυτός έγινε εκ των υστέρων, άρα με κανέναν τρόπο δεν επηρέασε  την υπογραφή του Μνημονίου αλλά ούτε και μετέβαλε ουσιωδώς την ήδη κάκιστη εικόνα της οικονομίας αφού η αμφισβητούμενη διαφορά ήταν γύρω στο 1% του ΑΕΠ. Κατά συνέπεια, οι μηνύσεις θα έπρεπε εξαρχής να είχαν σταλεί στην ανακύκλωση και οι διαφωνίες το πολύ να απασχολούσαν κάποια επιτροπή ή ένα επιστημονικό συνέδριο αλλά όχι αίθουσες δικαστηρίων. Εστω και τώρα πάντως η παύση της δίωξης όχι μόνο θα προλάβει άλλη μια βουτιά της χώρας στα νερά της διεθνούς ανυποληψίας αλλά ίσως στρέψει επιτέλους την προσοχή της κοινής γνώμης σε μερικά όντως ενδιαφέροντα ζητήματα όπως τα ακόλουθα:

Πρώτο ζήτημα, η κατανομή ευθύνης. Με βάση τα μηνιαία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2009, το πρωτογενές έλλειμμα ως τον Οκτώβριο είχε ήδη εκτροχιαστεί στο -10% του ΑΕΠ. Μετά τις εκλογές αρχικά συγκρατήθηκε, αλλά μετά χειροτέρευσε δραματικά και τον Δεκέμβριο έκλεισε στο -13,1% του ΑΕΠ. Τα έσοδα το πρώτο εννεάμηνο ήταν μειωμένα κατά 6% σε σύγκριση με τα αντίστοιχα του 2008, αλλά το τρίμηνο μετά τις εκλογές κυριολεκτικά κατέρρευσαν κατά 13%.  Σταθμίζοντας δαπάνες και έσοδα, η αναλογία στη διαμόρφωση του ελλείμματος είναι περίπου 3 προς 1 για την προεκλογική και τη μετεκλογική διαχείριση αντιστοίχως. Χονδρικά σχεδόν συμπίπτει με τις χρονικές αναλογίες διακυβέρνησης του 2009, πράγμα που δείχνει ότι καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια ελέγχου δεν καταβλήθηκε (ή δεν απέδωσε) αμέσως μετά τις εκλογές.

Δεύτερο ζήτημα, αν η κατάρρευση της οικονομίας το 2009 ήταν προκλητή ή αναπόφευκτη όπως αντίστοιχα πιστεύουν οι προσκείμενοι στις δύο κυβερνήσεις της περιόδου. Και οι δύο εκδοχές πάσχουν. Για μεν τη ΝΔ το έλλειμμα ακόμα και χωρίς το αμφισβητούμενο 1% πάλι θα ήταν διψήφιο και απειλητικό εξαιτίας της αλόγιστης επέκτασης που είχε υιοθετήσει. Αλλά και για το ΠαΣοΚ όσο πιο μεγάλο βγει το έλλειμμα του 2009 τόσο πιο παράδοξη θα φαίνεται η αδράνεια και η άγνοια κινδύνου που επέδειξε τους πρώτους μήνες.

Εγκλωβισμένο στην ανοησία ότι «λεφτά υπάρχουν», επέμενε ότι θα εφαρμόσει το προεκλογικό πρόγραμμα παροχών και αδιαφόρησε για την πορεία των εσόδων. Η ακατανόητη απόφαση να μην ορίσει χωριστό υφυπουργό για τα έσοδα επί έναν χρόνο αποσυντόνισε τον εισπρακτικό μηχανισμό σε μια περίοδο που θα έπρεπε να κινητοποιηθεί περισσότερο από ποτέ.

 Τρίτο ζήτημα είναι αν οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν με το Μνημόνιο ήταν κατάλληλες. Τόσο η κυβέρνηση όσο και η τρόικα πίστευαν ότι η κρίση οφείλεται στο χρέος και εφάρμοσαν εμπροσθοβαρείς πολιτικές λιτότητας για να το αναχαιτίσουν. Ομως το καθοριστικό πρόβλημα για όλες τις κρίσεις στην ευρωπαϊκή περιφέρεια ήταν η έλλειψη ρευστότητας και όχι το χρέος που στις περισσότερες χώρες (πλην Ελλάδος) ήταν τότε μικρό. Οσο πιο μεγάλο εκτιμηθεί το έλλειμμα του 2009 τόσο πιο έντονη αποδεικνύεται  η κρίση ρευστότητας και φανερώνεται η λάθος διάγνωση. Και πάλι φυσικά θα χρειαζόταν ένα πρόγραμμα λιτότητας αλλά ηπιότερο και με ισχυρές ενέσεις ρευστότητας από την ΕΚΤ για να μην επέλθει ασφυξία στην οικονομική δραστηριότητα. Περίπου ό,τι κάνει σήμερα ο Ντράγκι και ο Γιούνκερ, αλλά με μικρότερη δόση Σόιμπλε και ΔΝΤ. Ακόμα και οι ίδιοι οι θεσμοί του Μνημονίου συμφωνούν τώρα σε αυτή την κατεύθυνση, αν και κατόπιν εορτής.

Ενα τέταρτο ζήτημα που ανέδειξε ο καβγάς για τη μέθοδο της ΕΛΣΤΑΤ έχει ενδιαφέρουσες πολιτικές προεκτάσεις. Το έλλειμμα του 2009 υπολογίστηκε  ορθώς με την «εθνικολογιστική» μέθοδο, σύμφωνα με την οποία οι δαπάνες εγγράφονται όταν ολοκληρώνονται με την παραλαβή του έργου και όχι στο έτος πληρωμής. Αντίθετα, η αποκαλούμενη «Απογραφή του 2004» έγινε με την «ταμειακή» μέθοδο, σύμφωνα με την οποία οι δαπάνες εγγράφονται όταν πληρώνονται και όχι όταν υλοποιείται το έργο. Με το τέχνασμα αυτό εμφανίστηκαν διογκωμένα τα ελλείμματα της περιόδου Σημίτη για να φανούν μικρότερα όσα προέκυψαν μετά το 2004. Παρά το γεγονός ότι το 2006 η ταμειακή μέθοδος απαγορεύτηκε ρητά από την Ευρωπαϊκή Ενωση, η τότε κυβέρνηση δεν διόρθωσε την αλχημεία.

Λογικά όποιος υπερασπίζεται τη μέθοδο υπολογισμού του 2009 και το έργο της ΕΛΣΤΑΤ πρέπει εξίσου αποφασιστικά να καταδικάζει την ψευδο-απογραφή του 2004. Δυστυχώς ακόμα υπάρχουν μερικοί που υπερθεματίζουν και για τους δύο αντιτιθέμενους υπολογισμούς, είτε από ειλικρινή άγνοια είτε επειδή πιστεύουν ότι μόνο μέσω του διεθνούς διασυρμού η Ελλάδα ίσως μπει στον ίσιο δρόμο. Χωρίς  όμως την υιοθέτηση μιας ενιαίας μεθόδου για όλες τις περιόδους, υπάρχει κίνδυνος τα στατιστικά στοιχεία να συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται με πολιτικά κριτήρια, αντί να αποτελούν το μέτρο αξιολόγησης των εκάστοτε αποφάσεων. Οπως λέγεται στο επάγγελμα, είναι σαν να έχεις τα φανάρια του δρόμου για να στηρίζεται κάποιος που παραπαίει αντί για να φωτίζεται όποιος προχωρά.

Ο κ. Νίκος Χριστοδουλάκης είναι πρώην υπουργός, καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο.

LinkedIn