Σάββατο 10 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Μια ακόμη χαμένη ευκαιρία για το Πανεπιστήμιο; Από τον ψευδεπίγραφο εκσυγχρονισμό στον άκριτο αναχρονισμό.

Του καθηγητή Γ. Σωτηρέλη*

 

Η πρόσφατη εξαγγελία για την μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου για τα Πανεπιστήμια άνοιξε έναν νέο κύκλο έντονων αντιπαραθέσεων ως προς το παρόν και το μέλλον τους, οι οποίες όμως, δυστυχώς, κινούνται και πάλι στη λογική του άσπρου μαύρου.

Από την μια οι υπερασπιστές του παλαιού νόμου, οι οποίοι έχουν βαλθεί να μας πείσουν ότι ήταν πολύ ορθός και άκρως εκσυγχρονιστικός και άρα κακώς τολμάει η κυβέρνηση να τον αλλάξει και από την άλλη αυτοί που υποστηρίζουν ότι μόνο το νομοσχέδιο που κατατέθηκε συνιστά την αναγκαία ριζοσπαστική μεταρρύθμιση στον χώρο του Πανεπιστημίου.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη και πολύπλοκη και δεν χωρά σε τόσο μονομερείς και απλουστευτικές αναγνώσεις. Η ανώτατη εκπαίδευση βρίσκεται σε πραγματικά κρίσιμη καμπή και μόνο μια νηφάλια και αποστασιοποιημένη από ιδεολογικές και πολιτικές αγκυλώσεις προσέγγιση μπορεί να δώσει διέξοδο που θα οδηγήσει στην απολύτως απαραίτητη αναβάθμιση των Πανεπιστημιακών μας Ιδρυμάτων.

To περίγραμμα μιας τέτοιας προσέγγισης, κατά την άποψή μου, συνοψίζεται στις ακόλουθες θέσεις:
Α. Ο ισχύων νόμος πρέπει να αλλάξει, διότι, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, είναι ένας προβληματικός νόμος, ο οποίος αποτέλεσε μια χαμένη ευκαιρία στον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Ψηφίσθηκε σε μια εποχή πρωτοφανών συγκλίσεων ως προς την αναβάθμιση των Πανεπιστημίων, τόσο στο επίπεδο της ηγεσίας τους (πρυτανικών αρχών) όσο και στο επίπεδο της συνδικαλιστικής έκφρασης των πανεπιστημιακών (ΠΟΣΔΕΠ).

Ωστόσο, αντί να επιλεγεί η μόνη πρόσφορη μεταρρυθμιστική τακτική, που ήταν μια τομή μέσα στη συνέχεια, δηλαδή μια ριζική βελτίωση του νόμου 1268/1982, όπως ίσχυε («νόμος Γιαννάκου»), η τότε ηγεσία του υπουργείου Παιδείας επέλεξε την πλήρη ρήξη με την πανεπιστημιακή μας παράδοση και την ηγεσία των Α.Ε.Ι., με την υιοθέτηση ρηξικέλευθων μεν πλην απρόσφορων και αντιδημοκρατικών (εν μέρει δε και αντισυνταγματικών) επιλογών, που στηρίζονται στην άκριτη και ρυθμιστικά ανεπιτυχή μεταφορά ξένων προτύπων, στην υποτίμηση του διδακτικού προσωπικού των Πανεπιστημίων, αλλά και στην συρρίκνωση κρίσιμων εγγυήσεων της ακαδημαϊκής ελευθερίας, όπως το αυτοδιοίκητο και το άσυλο.
Όσο δε για την συνεχή επίκληση της ευρείας συναίνεσης που επιτεύχθηκε για την ψήφιση αυτού του νόμου, αρκεί να θυμίσω ότι πολλές από τις πλέον προβληματικές ρυθμίσεις του ισχύοντος Συντάγματος, όπως πχ αυτή που αφορά την ποινική ευθύνη υπουργών, συγκέντρωσαν στη Βουλή ακόμη μεγαλύτερη πλειοψηφία…

Β. Το κρισιμότερο πρόβλημα του ισχύοντος νόμου είναι η εμφύτευση, στο σώμα των Πανεπιστημίων, ενός ξένου και ελλιπώς νομιμοποιημένου σώματος, του Συμβουλίου, το οποίο είχε πολλαπλές αρνητικές συνέπειες καθώς α) νόθευσε το αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων (αποφασίζοντας αυτό για τις υποψηφιότητες των Πρυτάνεων –με επιλογή τριών από το σύνολο των ενδιαφερομένων– αλλά και νοσφιζόμενο αρμοδιότητές τους), β) βραχυκύκλωσε την λειτουργία τους, προκαλώντας ιδίως, λόγω της σύγχυσης αρμοδιοτήτων και των ρυθμιστικών κακοτεχνιών, μια συνεχή διελκυστίνδα με τους Πρυτάνεις, και γ) συνδυάσθηκε με την συρρίκνωση του ρόλου όλων των συλλογικών οργάνων του Πανεπιστημίου, τόσο ως προς την διοίκησή του όσο και ως προς τις κρίσεις των μελών του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (για τις οποίες η σχετική διαδικασία έχει αποκοπεί πλήρως από την λειτουργία και τον έλεγχο των συλλογικών οργάνων, με αντίστοιχη –υπέρμετρη– ενίσχυση του ρόλου του κοσμήτορα).
Με βάση αυτό το δεδομένο, τα Συμβούλια, όπως ισχύουν, καλώς προτείνεται να καταργηθούν, με ταυτόχρονη αποκατάσταση του προηγούμενου αυτοδιοικητικού καθεστώτος. Ωστόσο στο σημείο αυτό το νομοσχέδιο παρουσιάζει τρία σοβαρά προβλήματα:
Το πρώτο, είναι η υπέμετρη συμμετοχή των φοιτητών (πολλώ δε μάλλον του διοικητικού προσωπικού), στην διοίκηση των Πανεπιστημίων και μάλιστα με καθοριστικό ρόλο σε ό,τι αφορά την εκλογή των συλλογικών οργάνων (και ιδίως των πρυτανικών αρχών). Οι φοιτητές (σε αντίθεση με το διοικητικό προσωπικό) είναι μεν και αυτοί φορείς της ακαδημαϊκής ελευθερίας, και άρα δικαιούνται μια λελογισμένη συμμετοχή στα πανεπιστημιακά όργανα, ιδίως για τα ζητήματα που τους αφορούν (αυτό ισχύει και για τους διοικητικούς).

Ωστόσο είναι αδιανόητο, με δεδομένη την πρόσκαιρη παρουσία τους στο Πανεπιστήμιο, να καθίστανται αποφασιστικός παράγοντας για την εκλογή των συλλογικών οργάνων του αλλά και να μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να βραχυκυκλώνουν τη λειτουργία του (τέτοιες δυνατότητες, άλλωστε, δεν παρέχει πλέον καμία δημοκρατική έννομη τάξη, ακόμη και σε αυτές που σέβονται πλήρως το αυτοδιοίκητο).

Η λύση, επομένως, δεν είναι η πλήρης και ισοπεδωτική κατάργηση κάθε συμμετοχής του σώματος των φοιτητών, όπως έκανε ο ισχύων νόμος, αλλά η οριοθέτηση αυτής της συμμετοχής με κριτήριο τον εφήμερο χαρακτήρα του, Αυτό σημαίνει ότι η συμμετοχή αυτή πρέπει να περιορισθεί εκεί όπου πράγματι έχει νόημα και περιεχόμενο, από την άποψη της ακαδημαϊκής ελευθερίας, δηλαδή στην λειτουργία και όχι στην ανάδειξη συλλογικών οργάνων (και συγκεκριμένα της Συγκλήτου και της Γενικής Συνέλευσης).

Σε κάθε δε περίπτωση η συμμετοχή αυτή πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή θεσμική θωράκιση απέναντι σε φαινόμενα ιδιοτελούς πελατειακής συναλλαγής με τις ηγεσίες των φοιτητικών παρατάξεων…).
Το δεύτερο πρόβλημα του νομοσχεδίου έγκειται στο ότι η ως άνω αποκατάσταση του αυτοδιοικήτου, ακόμη και χωρίς τις στρεβλώσεις που μόλις περιέγραψα, δεν αρκεί για να δοθεί πλήρης απάντηση στο διοικητικό πρόβλημα των Πανεπιστημίων. Και τούτο διότι με αυτήν δεν αντιμετωπίζεται ούτε το έλλειμμα εποπτείας (δηλαδή νομικού ελέγχου), που ταλάνιζε και εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να ταλανίζει την λειτουργία των Πανεπιστημίων αλλά ούτε και τα σοβαρά προβλήματα που αφορούν τη διαχείριση κρίσιμων διοικητικών και οικονομικών θεμάτων.
Η λύση, κατά την άποψή μου (την οποία διατύπωσα επανειλημμένα τόσο στον Τύπο όσο και στα πανεπιστημιακά όργανα), θα ήταν η καθιέρωση Συμβουλίων (εν είδει ανεξάρτητων αρχών) έξω από τα Πανεπιστήμια –με στελέχωση υψηλών προδιαγραφών, κατόπιν ανοιχτού διαγωνισμού– τα οποία θα ασκούν τόσο τον έλεγχο νομιμότητας (κατά το πρότυπο του «ελεγκτή νομιμότητας» που καθιέρωσε ο «Καλλικράτης») όσο και τυχόν άλλες ελεγκτικές (και μη αυτοδιοικητικές) αρμοδιότητες, που τώρα επιφυλάσσονται για το υπάρχον Συμβούλιο, ενώ θα μπορούν να έχουν και αρμοδιότητες εξειδίκευσης της εκπαιδευτικής πολιτικής σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, σε συνεργασία με το Εθνικό Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Παράλληλα, όμως, θα έπρεπε να προσληφθούν στα πανεπιστήμια, ύστερα από ανοιχτή προκήρυξη, υψηλόβαθμα και καλά αμειβόμενα διοικητικά στελέχη (μάνατζερς), υψηλών προσόντων, με status σαφώς ανώτερο, από κάθε άποψη, από αυτό των σημερινών Γραμματέων, τους οποίος θα αντικαταστήσουν.

Τα στελέχη αυτά (οινεί διοικητικοί πρυτάνεις) θα προΐστανται των διοικητικών, οικονομικών και τεχνικών υπηρεσιών του Πανεπιστημίου και θα απαλλάξουν τα αυτοδιοκητικά όργανα από μεγάλο και περιττό διοικητικό βάρος.

Διότι βεβαίως είναι άλλο πράγμα η λήψη των αποφάσεων για τα ακαδημαϊκά ζητήματα, που ανήκει κατά το Σύνταγμα στις αυτοδιοικητικές αρχές τους, και άλλο η εφαρμογή αυτών των αποφάσεων –αλλά και των σχετικών με τα Πανεπιστήμια νομοθετικών ρυθμίσεων– για την οποία πράγματι χρειάζεται δραστική νομοθετική παρέμβαση, προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα του διοικητικού μηχανισμού τους, ο οποίος εμφανώς υστερεί.
Το τρίτο πρόβλημα του νομοσχεδίου είναι η κατάργηση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, ως εγγύησης απέναντι στην τακτική των διάφορων «καλπογιάννηδων», που ματαίωναν κατά τρόπο αυθαίρετο και αντιδημοκρατικό τις συμμετοχικές διαδικασίες στο Πανεπιστήμιο.

Η ηλεκτρονική ψηφοφορία, αν περιβληθεί με τις δέουσες εγγυήσεις ως προς την μυστικότητα της ψήφου –και αυτό νομίζω ότι συνέβαινε σε όσες διαδικασίες εφαρμόσθηκε– όχι μόνον δίνει λύσεις απέναντι σε αντιδημοκρατικές πρακτικές (όπως αυτές που στιγμάτιζαν το Πανεπιστήμιο) αλλά μπορεί κάλλιστα, όπως δείχνει το παράδειγμα άλλων χωρών, να υποκαταστήσει μερικώς ή ακόμη και πλήρως τον παραδοσιακό τρόπο ψηφοφορίας (με πλέον προωθημένο το παράδειγμα της Εσθονίας).
Γ. Αντιπαρέρχομαι το ζήτημα των αιώνιων φοιτητών, που δυστυχώς λύθηκε με πελατειακή και ισοπεδωτική λογική –ενώ θα μπορούσαν να τεθούν κάποια κριτήρια, ώστε να επανέλθουν στο Πανεπιστήμιο μόνον αυτοί που έδειχναν αποδειγμένα κάποιο ενδιαφέρον– και κλείνω με δύο λόγια για τον πλέον παρεξηγημένο πανεπιστημιακό θεσμό, το άσυλο.Τόσο αυτοί που το υπερασπίζονται όσο και αυτοί που το μέμφονται κατά κανόνα διαστρεβλώνουν πλήρως την έννοια του.

Το άσυλο δεν είναι μια απλή νομοθετική ρύθμιση αλλά ένας συνταγματικός θεσμός συνυφασμένος με το αυτοδιοίκητο, που ισχύει σε όλες τις δημοκρατικές χώρες και αποβλέπει αποκλειστικά και μόνον στην διασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας (δηλαδή της ελευθερίας διδασκαλίας, και των συναφών ελευθεριών της έρευνας και της επιστήμης, όπως εξειδικεύονται στον χώρο του Πανεπιστημίου) ενώ δεν έχει καμία σχέση με την προστασία της ελεύθερης διάδοσης των ιδεών (όπως λανθασμένα αναφέρεται στο νομοσχέδιο αλλά και στον ν. 1268/1982), διότι αυτή προστατεύεται πλήρως από το Σύνταγμα για όλους και δεν έχει ανάγκη ιδιαίτερης αντιμετώπισης εντός του Πανεπιστημίου.

Ειδικότερα το ακαδημαϊκό άσυλο σημαίνει, για να το πούμε απλά, ό,τι περίπου και το άσυλο κατοικίας ως προς το δικαίωμα ιδιωτικού βίου, δηλαδή ότι κανείς, εκτός από τους φορείς της ακαδημαϊκής ελευθερίας (καθηγητές και φοιτητές), δεν δικαιούται να εισέρχεται και πολύ περισσότερο να παραμένει εντός των (περίκλειστων) χώρων του Πανεπιστημίου χωρίς την άδεια των αυτοδιοικητικών του αρχών.

Υπό αυτήν δε την έννοια από τη μια μεν δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από το άσυλο όλοι εκείνοι, πολιτικοί και ακαδημαϊκοί, που δεν επιδεικνύουν τη δέουσα δημοκρατική ευθύνη για την αντιμετώπιση εισβολών και καταλήψεων στο Πανεπιστήμιο, παρότι νομικά έχουν την σχετική δυνατότητα, από την άλλη δε είναι αδιανόητο –και δείχνει παχυλή άγνοια– να ακούγονται (και μάλιστα από βουλευτές…) απόψεις ότι δήθεν παραβιάσθηκε το άσυλο με την απομάκρυνση όσων μετείχαν στην τελευταία κατάληψη της Πρυτανείας, ενώ το είχαν ζητήσει επιτακτικά ο Πρύτανης και η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου, δηλαδή τα μόνα αρμόδια για την προάσπιση του ασύλου όργανα…

*Ο Γιώργος Χ. Σωτηρέλης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου
στο ΠανεπιστήμιοΑθηνών

LinkedIn