Σάββατο 3 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Οι αστυνομικές ιστορίες του Γιάννη Πανούση (3): O άγρυπνος ύπνος του Κάιν

ΠΑΝΟΥΣΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 5

Διηγήματα και κοινωνικοπολιτικές μυθιστορίες

                                                      ΔιηγήματαΠΑΝΟΥΣΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 3 που έγραψε όσο ήταν αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη.

Oποιος θέλει να καταλάβει θα καταλάβει…

ΠΡΟ-ΛΟΓΙΚΑ

Το ερώτημα παλιό: «πρέπει ο εγκληματολόγος να διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα ή πρέπει ο συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας να γνωρίζει βασικές αρχές της Εγκληματολογίας»; Δεν θ’ απαντήσω στο ερώτημα, γιατί πιστεύω πως οι αναγνώστες των αστυνομικών μου διηγημάτων θα βγάλουν μόνοι τα συμπεράσματά τους. Θεώρησα χρήσιμο να εκδώσω τα κείμενα αυτά τώρα, καθώς ύστερα από μια επτάμηνη θητεία ως Αναπληρωτής Υπουργός Προστασίας του Πολίτη (27/1/2015 – 28/8/2015), μια δεύτερη ματιά πάνω στα ζητήματα του εγκλήματος και της τιμωρίας είναι για μένα πολλαπλώς γόνιμη. Τα διηγήματα δεν είναι «αμιγώς» αστυνομικά. Στην ουσία, μέσα από την πλοκή μυστηρίου, αναδύονται οι απόψεις μου για τον Κόσμο, τη Φύση, τον Άνθρωπο, την Ιστορία, την Πολιτική. Σ’ έναν πραγματικό χώρο όπου το ακατανόητο κυριαρχεί ελπίζω να μη γίνομαι τόσο αινιγματικός ώστε να φέρνω μελαγχολία.

Γ. Πανούσης

Αθήνα, Σεπτέμβριος 2015

 

Ο άγρυπνος ύπνος του Κάιν

 

Έμαθα από τις εφημερίδες τον θάνατό μου. Το διάβασα και δεν το πίστευα. Ο δημοσιογράφος έλεγε, πως σύμφωνα με το ρεπορτάζ, με είχαν δολοφονήσει στο δρόμο δύο άγνωστοι που κρατούσαν καλάσνικωφ και με γάζωσαν με 20 σφαίρες.

Δεν ξέρω με ποιο τρόπο ο συντάκτης τις μέτρησε αφού τους κάλυκες τούς είχαν αρπάξει κάτι πιτσιρίκια, τα οποία έπαιζαν μπάλα στην πλατεία, είδαν το αιματηρό σκηνικό και χωρίς να φοβηθούν, μόλις οι δολοφόνοι μου απομακρύνθηκαν, έτρεξαν και τους πήραν για να βάλουν μέσα τις πολύχρωμες γκαζές τους.

Δεν θυμάμαι να πόνεσα, εκτός από ένα τσίμπημα πίσω από το αυτί. Ούτε κατάλαβα ότι πέθανα. Πεσμένος κάτω στο έδαφος, στη μέση του δρόμου, δίπλα σε μία λίμνη κόκκινη, εξακολουθούσα να βλέπω τα αυτοκίνητα να περνάνε πλάι μου με μεγάλη ταχύτητα και εγώ να προσπαθώ να μετακινήσω το σώμα μου για να μην το πατήσουν.  Οι περαστικοί που έτρεξαν να δoυν τί συνέβαινε με κοίταζαν έντρομοι ενώ, εγώ, νομίζω, δεν είμαι σίγουρος, ότι τους χαμογελούσα ηλίθια χωρίς απ’ ότι κατάλαβα να φαίνεται στο πρόσωπό μου.

Όλα τα παραπάνω τα έζησα ξανά όταν ξαπλωμένος στο θάλαμο του νοσοκομείου διάβασα στην εφημερίδα του πλαϊνού μου: «Δολοφονήθηκε γνωστός δικηγόρος, διάσημος από δίκες υπεράσπισης τρομοκρατών».  Στο μέσον του κειμένου υπήρχε και μια πολυκαιρισμένη φωτογραφία που δεν μου θύμιζε τίποτα. Ίσως να ήταν από κάποιο αρχείο. Την επόμενη από το τρανζίστορ του ιατροδικαστή άκουσα την εξής είδηση:«Ο δολοφονηθείς χθες δικηγόρος είχε διασυνδέσεις με διεθνή κέντρα που δρούσαν κατά του έθνους μας».

***

 Είχαμε πάρει εντολή να τον εκτελέσουμε με 20 σφαίρες. Εύκολη δουλειά. Το σχέδιο απλό. Κρύψαμε τα καλάσνικωφ μέσα στα πανωφόρια, γνωρίζαμε το καθημερινό του δρομολόγιο, περιμέναμε να μείνει μόνος, να μην περπατάει πλάι του κάποιος «αμέριμνος», και, καθώς μόλις έβγαινε από το γραφείο του, τον γαζώσαμε με 10 σφαίρες.  Τώρα γιατί στο ραδιόφωνο αναφέρουν συνέχεια για 20 σφαίρες δεν το καταλαβαίνουμε αλλά δεν έχει σημασία για μας. Μόλις τελειώσαμε «τη δουλειά» πήγαμε στον εντολέα μας να πληρωθούμε.  Η συμφωνία μας ήταν εκατό δολάρια, έκαστος. Μπήκαμε στο γραφείο του αλλά απουσίαζε. Είπαμε να τον περιμένουμε στο υπόγειο γκαράζ. Όταν κάναμε να πάρουμε το αμάξι μας για να μπούμε στο υπόγειο γκαράζ μία τρομακτική έκρηξη μας τύφλωσε. Την ίδια ώρα αισθανθήκαμε ένα 46 τσίμπημα πίσω από το αυτί. Μέσα σε φωτιά, καπνούς και κραυγές πανικόβλητων ανθρώπων ακούσαμε ένα γεροδεμένο παλληκάρι, ντυμένο στα λευκά, να απαντά σε μια κυρία που τον είχε ρωτήσει τί έγινε:

«Πέθαναν και οι δυο. Κομμάτια έχουν γίνει. Δεν έχει μείνει σχεδόν τίποτα από αυτούς».

Ανοησίες σκέφτηκα, με το μισό μυαλό χυμένο πάνω στα καμένα λάστιχα, που μύριζαν πολύ άσχημα. Εμείς σκοτώνουμε· δεν μας σκοτώνουν. Συμφώνησε και ο πλαϊνός μου συνεργάτης ενώ το ανοικτό ραδιόφωνο του πυροσβεστικού οχήματος ενημέρωνε τους υπεύθυνους:

«Οι πιστολέρο μπράβοι ήσαν και μέλη ακροδεξιάς οργάνωσης».

Γέλασα. Καλάσνικοφ κρατούσαμε και όχι πιστόλι, αλλά τι περιμένεις από δημοσιογράφους, που να ξέρουν τη διαφορά;

Δύο ώρες αργότερα μας μετέφεραν στο νοσοκομείο, σε κάτι χώρους με χαμηλή θερμοκρασία. Κρύωνα, δεν είπα τίποτα όμως. Ήμουνα πολύ κουρασμένος αλλά κρατώντας το δεξί μου μάτι στο αριστερό μου χέρι μπόρεσα – ομολογώ με δυσκολία – να διαβάσω την εφημερίδα πάνω στο τραπέζι.

Στην πρώτη σελίδα της έκτακτης έκδοσης με μεγάλα στοιχεία αναγραφόταν:

«Δύο γνωστοί πιστολέρο, μπράβοι της νύχτας, διαμελίστηκαν ολοκληρωτικά όταν βόμβα μεγάλης ισχύος που είχε τοποθετηθεί από άγνωστο κοντά στο αυτοκίνητό τους εξερράγη».

***

 Οι αστυνομικοί που είχαν αναλάβει την υπόθεση της εκτέλεσης του δικηγόρου ανήκαν στο Τμήμα Δολοπλοκιών Ανωτέρας Τάξης και δεν είχαν λόγο να συνεργάζονται με τους ομολόγους τους του Τμήματος Δολοφονιών Οργανωμένου Εγκλήματος. Το Τμήμα Δολοπλοκιών έψαξε να βρει το παρελθόν του δικηγόρου, να εντοπίσει ύποπτους λόγω οικονομικών συμφερόντων ή να αναλύσει άλλες υπόγειες σχέσεις και διασυνδέσεις. Με έκπληξη διαπίστωσαν ότι πολλές «επαναστατικές» οργανώσεις είχαν αναρτήσει στις ιστοσελίδες τους ανακοίνωση της δολοφονίες με καταγγελίες κατά του καθεστώτος. Το Τμήμα Δολοφονιών δεν έβγαζε άκρη. Τα λαγωνικά τους ήσαν πεπεισμένα ότι επρόκειτο για ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ ανθρώπων του υποκόσμου. Επειδή όμως οι δύο εκτελεστές είχαν πολλούς εργοδότες, από τους οποίους έπαιρναν εντολές θανάτου δεν ήταν εύκολο να καταλήξουν ποιος και γιατί έδωσε την εντολή «ανατίναξής» τους. Εκτός από το γεγονός ότι διάφορα ακροδεξιά στοιχεία δήλωναν στις οργανώσεις τους ότι θα εκδικηθούν τίποτα άλλο δεν ήταν αξιοποιήσιμο.

***

 Οι γιατροί του μοναδικού νοσοκομείου της πόλης ίδρωναν για να προλάβουν να εξετάσουν τα περιστατικά και να σώσουν, αν είχαν τα μέσα ή την τύχη με το μέρος τους, κάποιες επείγουσες περιπτώσεις.  Όταν τους έφεραν εκείνο το πρωί τον «τρύπιο» από τις σφαίρες δικηγόρο και το μεσημέρι τους «καμένους και διαμελισμένους» εκτελεστές, τους εξέτασαν χωρίς να δείξουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον αφού ήταν πασιφανές ότι ήσαν ήδη νεκροί. Εντελώς, τελείως, αμετάκλητα νεκροί. Δεν είχαν ούτε χρόνο, ούτε ιατροδικαστή για να κάνουν νεκροτομή. Περιττή ήταν. Σφυγμός, καρωτίδα, ασπράδι ματιού, όλα επιβεβαίωναν τον θάνατο. Έβαλαν τις σχετικές υπογραφές στα επίσημα έγγραφα και κάλεσαν τους νοσοκόμους να τοποθετήσουν τους σωρούς στο νεκροψυγείο του νοσοκομείου μέχρι να βρεθούν οι εγγύτεροι συγγενείς για να τα παραλάβουν προς ταφήν.

***

Κάπου στο Μεξικό, στο ινδιάνικο χωριό, ο μάγος ανακάτευε με μια βέργα το χυμό του κάκτου, το δηλητήριο του φιδιού και το αίμα του κορακιού. Μετά, με μεγάλη προσοχή, μήπως έρθει το χέρι του σε επαφή με το τσουκάλι, «βάφτιζε» μικρά βελάκια μέσα στο δολοφονικό αυτό σκεύασμα. Τα προϊόντα της σοφίας της φύσης, ακόμα και σε διαβολική ανάμιξη, πουλιόντουσαν σε πολύ καλές τιμές στους χλωμούς ανθρώπους της Δύσης, που περιγελούσαν τις παραδόσεις, τα μυστήρια και τις δεισιδαιμονίες των ινδιάνων αλλά έσπευδαν να αγοράσουν όσο – όσο τα δυσχερώς εντοπιζόμενα στον ανθρώπινο οργανισμό φίλτρα θανάτου. Το τσίμπημα πίσω από το αυτί με το δηλητηριασμένο βέλος είναι σχεδόν αόρατο και εάν το βελάκι δεν αφαιρεθεί γρήγορα η κατάσταση νεκροφάνειας παραμένει για τρεις μέρες. Οι ζωτικές λειτουργίες αδρανοποιούνται και κανένα μηχάνημα, ούτε το πιο εξελιγμένο, δεν μπορεί να «πιάσει» σήμα ζωής, την ίδια ώρα που ο εγκέφαλος σβήνει σιγά – σιγά. Μετά επέρχεται, χωρίς περαιτέρω ενδείξεις, ο οριστικός θάνατος.

***

Σχεδόν τρεις μέρες ζωντανοί – νεκροί παρέμεναν στο ίδιο νεκροψυγείο. Και καθώς τους έβγαζαν κάθε τόσο από τον θάλαμο για να τους αναγνωρίσουν και να τους 48 φωτογραφίσουν, κι όπως συχνά τους ξεχνούσαν αρκετή ώρα στη μέση της ιατροδικαστικής αίθουσας, όπου πηγαινοέρχονταν αστυνομικοί, νοσοκόμοι, εισαγγελείς, ανακριτές είχαν την ευκαιρία ν’ ακούσουν σχόλια και δηλώσεις που δεν μπορούσαν να πιστέψουν στ’ αυτιά τους (ή ό,τι είχε μείνει από αυτά). Ψιθυριζόταν από πολλούς ότι:

  • Ο δικηγόρος δολοφονήθηκε από τους εκτελεστές, τους οποίους είχε προσλάβει το δεξί χέρι του Υπουργού Ασφάλειας, διότι ο δικηγόρος είχε άμεση σχέση με τρομοκρατικές οργανώσεις και απειλούσε μέλη της Κυβέρνησης.
  • Οι δολοφόνοι δολοφονήθηκαν από το δεξί χέρι του Υπουργού Ασφάλειας, διότι δεν είχε καθόλου εμπιστοσύνη στην εχεμύθειά τους καθώς ανήκαν σε ακροδεξιές οργανώσεις και έπαιρναν εντολές και από αλλού.
  • Ο Υπουργός Ασφάλειας είχε ταξιδέψει προ μηνών στο Μεξικό μαζί με το δεξί του χέρι και επιστρέφοντας, ακούστηκε ότι είπε σε στενό του φίλο ότι η εκδίκηση δεν είναι ο θάνατος αλλά η προθανάτια ή επιθανάτια αγωνία των ενόχων.
  • Οι ακροαριστερές και ακροδεξιές οργανώσεις είχαν προγραμματίσει δυναμικές μαζικές διαδηλώσεις στο κέντρο της πόλης.
  • Οι εισαγγελικές έρευνες για την πολιτική διαφθορά και τη συνεργασία με μυστικές οργανώσεις είχαν αρχίσει ν΄ ακουμπάνε υπουργούς της κυβέρνησης.
  • Στη χώρα είχε αρχίσει να διευρύνεται ένα κίνημα Σαμανισμού.

Ο δικηγόρος τότε μόνο θυμήθηκε ότι η γυναίκα του Υπουργού Ασφαλείας υπήρξε «παράπλευρη απώλεια» τρομοκρατικής ενέργειας. Και οι εκτελεστές τότε ήταν που θυμήθηκαν πως το «δεξί χέρι» του Υπουργού Ασφαλείας είχε χάσει το αριστερό του χέρι και το αριστερό μάτι σε επιδρομή ακροδεξιών με αλυσίδες και τσεκούρια στην κεντρική πλατεία κατά τη διάρκεια της προεκλογικής ομιλίας του Υπουργού.

Ο δικηγόρος κοίταξε το ρολόι στον τοίχο του νεκροθαλάμου και υπολόγισε ότι έχουν περάσει δυόμιση και πλέον μέρες από τη στιγμή που τον πυροβόλησαν. Από τη μνήμη του, εντελώς ξαφνικά, ανασύρθηκε μια.. λεπτομέρεια.

Ότι είχε υπάρξει ασυμφωνία ανάμεσα στην Αστυνομία και τα ΜΜΕ ως προς αριθμό των σφαιρών. Οι πρώτοι μιλούσαν για 20 ενώ οι άλλοι για 10. Λάθος πληροφόρηση ή μήπως αυτές οι 10 σφαίρες θα έλυναν το γρίφο του σκοτωμού του; Ήξερε ότι με 20 σφαίρες σκότωναν οι μαφιόζοι και με 10 οι πολιτικές οργανώσεις. Άσχετο; Αναρωτήθηκε.

***

Το ίδιο σκέφτηκαν και οι δολοφονημένοι δολοφόνοι, οι οποίοι πλάι – πλάι στο θάλαμο, ήσαν βέβαιοι πως είχαν προλάβει να κρυφτούν πίσω από μια κολόνα του γκαράζ και δεν τους είχε σκοτώσει η έκρηξη. Με όσα «μυαλά» τους είχαν απομείνει προσπαθούσαν να θυμηθούν, τί ακριβώς είχε συμβεί εκείνη την μοιραία ώρα της έκρηξης.  Κάποιες σκιές μέσα από τους καπνούς, σκιές που φορούσαν μάσκες και τους πετσόκοβαν μ’ ένα οξύ αντικείμενο, κάτι σαν κόφτη. Η λεπίδα είχε σπάσει πάνω από το διαλυμένο γόνατο κάποιου συνεργάτη.

***

 Έπρεπε να εκδικηθούν. Όχι τόσο γιατί τους δολοφόνησαν, αφού αυτός ο κίνδυνος ήταν μέρος του «παιχνιδιού» αλλά γιατί είχαν πάθει το χειρότερο· ήσαν ζωντανοί – νεκροί. Μολονότι οι δύο από αυτούς είχαν σκοτώσει τον δικηγόρο, τώρα οι τρεις τους είχαν κοινό εχθρό: τον Υπουργό Ασφάλειας ή κάποιον «δικό» του.  Δεν έπρεπε να τη γλιτώσουν. Ακίνητοι στα νεκροκρέβατά τους στη μέση της ιατροδικαστικής αίθουσας του νοσοκομείου ο δικηγόρος και τα σεσηπότα υπολείμματα των δύο κακοποιών, χωρίς να μπορούν να συνεννοηθούν, διαισθανόμενοι ότι πλησιάζει η ώρα του οριστικού τέλους, έπρεπε κάτι να κάνουν. Πονούσαν και οι τρεις στο πίσω μέρος του αυτιού, πράγμα δυσεξήγητο αφού ο δικηγόρος είχε γαζωθεί από σφαίρες, ενώ εκείνοι είχαν ανατιναχθεί.

***

Ο βοηθός ιατροδικαστή, νεαρός ειδικευόμενος, όταν μπήκε στην αίθουσα για να βάλει στους θαλάμους τα δύο νεκροκρέβατα, του φάνηκε πως τα τρία πτώματα είχαν μετακινηθεί και έμοιαζε σαν να κοιτάζονται μεταξύ τους και να χαμογελούν.

Οι νεκροί δεν συνομιλούν, σκέφτηκε πριν κλωτσήσει τρία βελάκια πεσμένα στο πάτωμα.

***

 Ο Καθηγητής Ποινικού Δικαίου δίδασκε στην αίθουσα μαθημάτων των τελειόφοιτων της Νομικής το κεφάλαιο περί Παραυτουργίας.

«Όταν δύο ή περισσότεροι δράστες ενεργούν για την τέλεση της ίδιας αξιόποινης πράξης αυτοτελώς, δηλαδή ανεξάρτητα ο ένας από τους άλλους και χωρίς προσυνεννόηση».

 

– Αυτό ισχύει κι όταν χρονικά δεν συμπίπτει ακριβώς η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, ρώτησε ένας φοιτητής από το πρώτο θρανίο.

– Βεβαίως, απάντησε ο Καθηγητής. Η διαδοχική παραυτουργία είναι πάντοτε δυνατή.

***

 Ο Καθηγητής Εγκληματολογίας στη διάλεξή του περί Ψυχιατροδικαστικής, σ’ ένα γεμάτο από νομικούς, αστυνομικούς, πολιτικούς, κληρικούς, γιατρούς ακροατήριο μίλησε για τη Νεκροφάνεια. Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο της ανάλυσής του αφορούσε την Πολύ- ενοχική Νεκροφάνεια. Κατά την άποψη του ειδικού Καθηγητή υπήρχαν περιπτώσεις όπου άνθρωποι οι οποίοι έχουν τελέσει ιδιαίτερα σκληρά εγκλήματα κατά αθώων, ήσαν serial killers σε ομάδες «μίσους» ή είχαν βιάσει ανήλικα παιδιά, όταν για οποιοδήποτε λόγο πεθαίνουν δεν χάνουν πλήρως τις αισθήσεις τους αλλά για ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα – όχι πάνω από τρεις μέρες – βλέπουν και ακούν ο,τιδήποτε συμβαίνει γύρω τους. Αυτή η προ/μεταθανάτια κατάσταση δεν μπορεί να ερμηνευτεί επιστημονικά αλλά για πολλούς – ίσως «δεισιδαίμονες» – αποτελεί τιμωρία του θεού, ο άγρυπνος ύπνος του Κάιν.

***

Οι εφημερίδες, έξι μήνες μετά έγραφαν ότι: ύστερα από ενδελεχή έρευνα η αστυνομία έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τον δικηγόρο τον γάζωσαν με εντολή αντίπαλης ακροαριστερής οργάνωσης και τους πιστολέρος ανατίναξαν με εντολή αντίπαλης ακροδεξιάς οργάνωσης. Έγκυροι αναλυτές υποστήριξαν εμμέσως ότι ο ιθύνων νους και των δύο οργανώσεων ήταν ο Υπουργός Ασφάλειας.

Αυτόπτες μάρτυρες είχαν καταθέσει πως την ώρα και της δολοφονίας του δικηγόρου και της ανατίναξης των κακοποιών ένας μονόχειρας είχε πλησιείχε πλησιάσει τα πεσμένα θύματα κρατώντας κάτι σαν φυσερό.

 

 

* σε «Πόρφυρας», τ. 151-152/2014, σ. 107-111 45

 

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ:

Νεκρικοί γρίφοι στη Γκιουμουλτζίνα

ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΕΔΩ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

LinkedIn