Παρασκευή 9 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Οι αστυνομικές ιστορίες του Γιάννη Πανούση (4): Νεκρικοί γρίφοι στη Γκιουμουλτζίνα

Διηγήματα και κοινωνικοπολιτικές μυθιστορίες

Διηγήματα που έγραψε όσο ήταν αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη.

Oποιος θέλει να καταλάβει θα καταλάβει…

ΠΡΟ-ΛΟΓΙΚΑ

Το ερώτημα παλιό: «πρέπει ο εγκληματολόγος να διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα ή πρέπει ο συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας να γνωρίζει βασικές αρχές της Εγκληματολογίας»; Δεν θ’ απαντήσω στο ερώτημα, γιατί πιστεύω πως οι αναγνώστες των αστυνομικών μου διηγημάτων θα βγάλουν μόνοι τα συμπεράσματά τους. Θεώρησα χρήσιμο να εκδώσω τα κείμενα αυτά τώρα, καθώς ύστερα από μια επτάμηνη θητεία ως Αναπληρωτής Υπουργός Προστασίας του Πολίτη (27/1/2015 – 28/8/2015), μια δεύτερη ματιά πάνω στα ζητήματα του εγκλήματος και της τιμωρίας είναι για μένα πολλαπλώς γόνιμη. Τα διηγήματα δεν είναι «αμιγώς» αστυνομικά. Στην ουσία, μέσα από την πλοκή μυστηρίου, αναδύονται οι απόψεις μου για τον Κόσμο, τη Φύση, τον Άνθρωπο, την Ιστορία, την Πολιτική. Σ’ έναν πραγματικό χώρο όπου το ακατανόητο κυριαρχεί ελπίζω να μη γίνομαι τόσο αινιγματικός ώστε να φέρνω μελαγχολία.

Γ. Πανούσης

Αθήνα, Σεπτέμβριος 2015

 

Νεκρικοί γρίφοι στη Γκιουμουλτζίνα*

Δεν είναι φαντάσματα. Είναι άνθρωποι.

Με σάρκα και οστά.

Και πολλά κρίματα στην πλάτη τους

Έλενα Ακρίτα – Γιώργος Κυρίτσης, Γόβα Στιλέτο

 

 

Η Κομοτηνή, η Γκιουμουλτζίνα, δεν ήταν ποτέ μια ήσυχη, κοιμισμένη πόλη. Πάνω από το βασανισμένο κορμί της πέρασαν κατακτητές (Βούλγαροι, Τούρκοι, Γερμανοί), βρήκαν καταφύγιο οι κατατρεγμένοι (Κωνσταντινουπολίτες, Ίμβριοι, Τενέδιοι), οι παλιννοστήσαντες Τασκενδοί πολιτικοί πρόσφυγες και οι Ελληνοπόντιοι.

Όλοι αυτοί έπρεπε να μάθουν να ζουν ειρηνικά με τους Ρομά, τους Τουρκογενείς, τους Πομάκους. Κι έπρεπε ακόμα να συνηθίσουν στη νεανική κουλτούρα των χιλιάδων φοιτητών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (ΔΠΘ).

Μια πόλη, όπου κάθε εκατό μέτρα ένοιωθες πως άλλαζες αιώνα (από τα μουσουλμανικά στον τενεκέ μαχαλά κι από την Εκτενεπόλ στον Ήφαιστο), είχε καταφέρει να βρει μια – έστω πρόσκαιρη – ισορροπία θρησκειών, παραδόσεων, πολιτισμών με τις αιματοβαμμένες μνήμες, μέχρι που χτύπησε τέσσερις φορές η καμπάνα της Μητρόπολης. Τέσσερις φορές. Μία για κάθε πτώμα που ανακάλυπταν οι περαστικοί.

***

 

Το πτώμα δεν πετάχτηκε σαν σακί, εναποτέθηκε προσεκτικά στο πεζοδρόμιο, μπροστά στο «χουντικό» Νομαρχιακό Μέγαρο. Ήταν σε άριστη κατάσταση. Νόμιζες ότι θα σου μιλήσει. Πράγμα άλλωστε που έκανε.

Μόλις πλησίασαν κάποιοι υπάλληλοι της Νομαρχίας και κάποιοι μικροπωλητές να δουν τί τρέχει, και καθώς μέσα στο σπρωξίδι, κάποιος άγγιξε το πτώμα, αμέσως ακούστηκε η φωνή του, ή μάλλον ένα μαγνητοφωνημένο μήνυμα.

«Με δολοφόνησε ο Τάκης (το όνομα ακουγόταν αχνά) αλλά πρόλαβα και τον σκότωσα κι εγώ. Σκότωσα το δολοφόνο μου».

Στο άψυχο κορμί του πάνω ήταν καρφιτσωμένο ένα χαρτάκι «Ξένος». Ώσπου να συνέλθουν από την έκπληξη οι προστρέξαντες περίεργοι έφτασε το περιπολικό της Αστυνομίας μαζί με δύο μοτοσυκλετιστές της ΔΙΑΣ, αποκλείστηκε η περιοχή και η όλη υπόθεση πέρασε στα χέρια των αρμοδίων αρχών και οργάνων.

***

Το πτώμα δεν πετάχτηκε σαν σακί, εναποτέθηκε προσεκτικά μπροστά στο Αστυνομικό τμήμα. Ήταν σε άριστη κατάσταση. Νόμιζες ότι θα σου μιλήσει. Πράγμα  άλλωστε που έκανε.

Μόλις πλησίασαν κάποιοι φρουροί και περαστικοί φοιτητές να δουν τί τρέχει, και καθώς μέσα στο σπρωξίδι, κάποιος άγγιξε το πτώμα, αμέσως ακούστηκε η φωνή του, ή μάλλον ένα μαγνητοφωνημένο μήνυμα.

«Με δολοφόνησε ο Τάκης (το όνομα ακουγόταν αχνά) αλλά πρόλαβα και τον σκότωσα κι εγώ. Σκότωσα το δολοφόνο μου».

Στο άψυχο κορμί του πάνω ήταν καρφιτσωμένο ένα χαρτάκι «Ξενοφανής». Ώσπου να συνέλθουν από την έκπληξη οι προστρέξαντες περίεργοι έφτασε το περιπολικό της Αστυνομίας μαζί με δύο μοτοσυκλετιστές της ΔΙΑΣ, αποκλείστηκε η περιοχή και η όλη υπόθεση πέρασε στα χέρια των αρμοδίων αρχών και οργάνων.

***

Το πτώμα δεν πετάχτηκε σαν σακί, εναποτέθηκε προσεκτικά στο πεζοδρόμιο, μπροστά στο νυχτερινό κέντρο L’amore. Ήταν σε άριστη κατάσταση. Νόμιζες ότι θα σου μιλήσει. Πράγμα άλλωστε που έκανε. Μόλις πλησίασαν κάποιοι ξενύχτηδες και κάποιες ρωσίδες καλλιτέχνιδες να δουν τί τρέχει, και καθώς μέσα στο σπρωξίδι, κάποιος άγγιξε το πτώμα, αμέσως ακούστηκε η φωνή του, ή μάλλον ένα μαγνητοφωνημένο μήνυμα.

«Με δολοφόνησε ο Τάκης (το όνομα ακουγόταν αχνά) αλλά πρόλαβα και τον σκότωσα κι εγώ. Σκότωσα το δολοφόνο μου».

Στο άψυχο κορμί του πάνω ήταν καρφιτσωμένο ένα χαρτάκι «Ξενότροπος».

Ώσπου να συνέλθουν από την έκπληξη οι προστρέξαντες περίεργοι έφτασε το περιπολικό της Αστυνομίας μαζί με δύο μοτοσυκλετιστές της ΔΙΑΣ, αποκλείστηκε η περιοχή και η όλη υπόθεση πέρασε στα χέρια των αρμοδίων αρχών και οργάνων.

***

 Το πτώμα δεν πετάχτηκε σαν σακί, εναποτέθηκε προσεκτικά στο πεζοδρόμιο, μπροστά στο Τούρκικο Προξενείο. Ήταν σε άριστη κατάσταση. Νόμιζες ότι θα σου μιλήσει. Πράγμα άλλωστε που έκανε. Μόλις πλησίασαν κάποιοι τούρκοι μουσουλμάνοι υπάλληλοι του Προξενείου και κάποιοι έμποροι των γύρω μαγαζιών 55 να δουν τί τρέχει, και καθώς μέσα στο σπρωξίδι, κάποιος άγγιξε το πτώμα, αμέσως ακούστηκε η φωνή του, ή μάλλον ένα μαγνητοφωνημένο μήνυμα.

«Με δολοφόνησε ο Τάκης (το όνομα ακουγόταν αχνά) αλλά πρόλαβα και τον σκότωσα κι εγώ. Σκότωσα το δολοφόνο μου». Στο άψυχο κορμί του πάνω ήταν καρφιτσωμένο ένα χαρτάκι «Ξενοκράτης».

Ώσπου να συνέλθουν από την έκπληξη οι προστρέξαντες περίεργοι έφτασε το περιπολικό της Αστυνομίας μαζί με δύο μοτοσυκλετιστές της ΔΙΑΣ, αποκλείστηκε η περιοχή και η όλη υπόθεση πέρασε στα χέρια των αρμοδίων αρχών και οργάνων.

 

***

Τί κοινό είχαν οι τέσσερις νεκροί (δολοφονημένοι;), αγνώστων λοιπών στοιχείων; Αυτό βασάνιζε το μυαλό των αστυνομικών που προσπαθούσαν να συνδέσουν τα ονόματα με κάτι πιο συγκεκριμένο, «πιο λογικό» έλεγαν. Ξένος, Ξενοφανής, Ξενότροπος, Ξενοκράτης (1) . Έμοιαζαν σαν παρατσούκλια μελών του οργανωμένου εγκλήματος. Ή μήπως ανήκαν σε κάποια ξενόφερτη αίρεση και συμβόλιζαν κάποια μυστικιστικά τελετουργικά;

Η ομάδα των ειδικών (οι ποινικολόγοι, οι ψυχολόγοι, οι κοινωνιολόγοι) που βοηθούσε το ανακριτικό έργο σήκωσε ψηλά τα χέρια. Δεν ήταν αργκό, δεν ήταν συνθηματική ή κωδική γλώσσα, δεν ήταν ιδιωματική διάλεκτος. Τί ήταν λοιπόν;

Η απάντηση ήρθε από κάποιον που δεν υπολόγιζαν ούτε έδιναν και μεγάλη σημασία στη γνώμη του. Έναν εγκληματολόγο με φιλολογικές ανησυχίες.

– Εμένα μου μοιάζουν σαν ψευδώνυμα λογοτεχνικού διαγωνισμού, είπε, και ολονών τα μάτια άνοιξαν διάπλατα. Έγκλημα και λογοτεχνία δεν ήταν η ειδικότητά τους, άσχετα από το γεγονός ότι όλοι διάβαζαν αστυνομικά διηγήματα. Εδώ όμως επρόκειτο για πραγματικά πτώματα. 1 ξένος = ο αμέτοχος, ξενοφανής = ο εξωτικός, ξενότροπος = ο ανεξοικείωτος, ο ανεγκλιμάτιστος ξενοκράτης = ο επικυρίαρχος 56 Έπρεπε λοιπόν να το ψάξουν. Και αυτό έκαναν. Μετά από εμβριθή και συστηματικό έλεγχο ο εγκληματολόγος – φιλόλογος βρήκε την απάντηση.

Με αυτά τα ψευδώνυμα είχαν λάβει μέρος στον Διαγωνισμό «Διήγημα για την Ειρηνική Συνύπαρξη λαών και ανθρώπων στην Κομοτηνή» που είχε διοργανωθεί από άγνωστο ξενόγλωσσο φορέα, χωρίς μάλιστα ποτέ να ανακοινωθούν τ’ αποτελέσματα στην Γκιουμουλτζίνα, μολονότι τα κείμενα είχαν αναρτηθεί στα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά και διεθνή social media.

***

 Το Τμήμα Ανθρωποκτονιών της Γενικής Ασφάλειας Μακεδονίας – Θράκης χωριζόταν σε τέσσερις τομείς:

Τομέας Α’: Εγκλημάτων Ανισότητας, Αδικίας και Αποκλεισμών

Τομέας Β’: Εγκλημάτων Μίσους και Προκατάληψης Τομέας

Γ’: Εγκλημάτων Παραλόγου Τομέας

Δ’: Εγκλημάτων Ψυχρού – Θερμού Πολέμου και Οιονεί Πολέμου.

Ο κάθε τομέας είχε το δικό του αστυνομικό και επιστημονικό προσωπικό με επικεφαλής τομεάρχη έμπειρο Αστυνόμο. Συντονιστής όλων των τομέων ήταν ο υπαρχηγός Καρατάσος Μπαμπακλής, ο οποίος με την άδεια του Υπουργού Αντεγκληματικής Πολιτικής και του Υπουργού Πολιτιστικής Πολιτικής, ζήτησε τα πρωτότυπα κείμενα με τα οποία διαγωνίστηκαν οι τέσσερις στην εν λόγω λογοτεχνική δοκιμασία.

Με χίλια βάσανα τα βρήκαν και τα πήραν. Δόθηκαν αμέσως στην ομάδα των ειδικών στην οποία εκ των πραγμάτων συμμετείχε πλέον ισότιμα και ο εγκληματολόγος – φιλόλογος.

Η ομάδα των ειδικών διάβαζε δυνατά και κρατούσε σημειώσεις από το κάθε κείμενο, προσπαθούσε ν’ αποκωδικοποιήσει σήματα και μηνύματα, να συνδέσει χρόνους και τόπους, πρόσωπα και υποθέσεις.

***

Διήγημα «Ξένου»

– Το βιογραφικό σας σημείωμα, παρακαλώ.

– Γεννήθηκα στην Αθήνα, κάποιον Αύγουστο στο τέλος του εμφυλίου. Δεν το γράφω αυτό επειδή επηρέασε κατά οποιονδήποτε τρόπο την παιδική μου ηλικία, αλλά μόνο και μόνο για να ξέρετε πως δεν έχω γνωρίσει παρά τους μισούς Έλληνες, που η ψεύτικη νίκη, δυο φορές μισούς είχε καταντήσει.

Ας είναι.

Μεγάλωσα χωρίς δυσκολίες ή χωρίς δυσκολίες που να θυμάμαι, αφού μπροστά στο ξωθύρι της ψυχής μου, στέκονταν ακοίμητοι φρουροί, οι γονείς μου, κακό μη δω, μην αγγίξω, μη μάθω, μην πω. Κι εγώ για να τους ευχαριστήσω έβγαλα το Δημοτικό με βαθμό: Λίαν Ε υ α ί σ θ η τ ο ς.

Η κρίση όμως σοβούσε. Τόλεγαν τα κλειστά πατζούρια των σπιτιών, τόβλεπες στο θολό νερό της βροχής, που ώρες – ώρες έπαιρνε το χρώμα του αίματος, που φεύγει από τους χθεσινούς εμφύλιους ή που έρχεται με νέες συγκρούσεις.

Όσο κι αν η μάνα μου κλείδωνε πίσω της τις πόρτες της αλήθειας, αυτή ξεπρόβαλε κάθε τόσο, σαν το φεγγάρι, που στρίβεις στις γωνίες να του ξεφύγεις, πας αριστερά, μπαίνεις σε στενό, κουρνιάζεις σε κάποιο αδιέξοδο, κι όμως αυτό εκεί, άγρυπνο μάτι, καιροφυλακτεί την ώρα της χάσης σου. Έτσι, στις τελευταίες τάξεις στο Γυμνάσιο, είχα ασυνείδητα μπει σ’ ένα χώρο, που αργότερα οι ειδικοί τον χαρακτήρισαν «προοδευτικοαριστερίστικο».

Εγώ τότε μίλαγα για τους ομογάλακτους γιους της Άνοιξης.

Από το Γυμνάσιο αποφοίτησα με το βαθμό: λίαν α π ρ ο ε τ ο ί μ α σ τ ο ς για τη ζωή.

Μπήκα στο Πανεπιστήμιο λίγους μήνες μετά τα τανκς.

Οκτώβρης του ’67. Όπως ήταν φυσικό, τα βρήκα όλα ισοπεδωμένα.

Η γενιά μου άλλωστε…

– Να μην αναφέρεσθε, σας παρακαλώ, εις το σύνολον των Ελληνοπαίδων. Υπάρχουν περιπτώσεις εκ διαμέτρου αντίθετοι της ιδικής σας. Περιορισθείτε εις τα καθ’ υμάς.

– Ήταν τότε που κείνος ο ψηλόξανθος με τα σπυριά και τα κοκκαλιάρικα χέρια, μούπε να γράψω ένα άρθρο σε μια κινεζόφιλη φυλλάδα πούβγαζε κρυφά.

Ένοιωσα τα πνευμόνια μου να γυρεύουν οξυγόνο για να τροφοδοτήσουν την ασύνορη διαμαρτυρία. Ύστερα τον έχασα. Καμιά φορά συλλάμβανα τον εαυτό μου να τον ζηλεύει, καθώς τον φανταζόμουνα να συνεχίζει στη φυλακή, με τα σπασμένα νύχια του να γράφει στο λαβωμένο κεφάλι της πέτρας, το χρονικό της «Μεγάλης Πορείας».

Όταν έμαθα πως τώρα δουλεύει στο τμήμα Νομιμότητας των πολυεθνικών επιχειρήσεων βίας, έψαξα ολάκερα βράδια στις τραγωδίες του Σοφοκλή να βρω, αν κάθαρση θαρθεί, όταν ο ήρωας πεθαίνει στην κουζίνα από πείνα εξουσίας.

– Αναπτύξατε παρακαλώ τα των Πανεπιστημιακών σας σπουδών.

– Σπουδές… Ένα μέσο να γίνεις σπουδαίος χωρίς να περάσεις απ’ το αραχνοΰφαντο δίχτυ της αρετής. Τύχη. Γνωριμίες, Public relations, που θάλεγε κι ο φίλος μου ο αγγλόφιλος. Σπουδές… Ναι, αλλά πού; Στις σχολές του Πανεπιστημίου, αυτοί που σήμερα μιλάνε για ελευθερία του λόγου, τότε δεν λογίζανε καν τί σήμαινε ελευθερία.

Βαυαρικής κατασκευής και προελεύσεως, ομιχλώδεις και συνοφρυωμένοι σαν δυο δευτερόλεπτα πριν την καταιγίδα, που όμως γι’ αυτούς δεν έρχεται ποτέ, διαιωνίζουν των σπασμένων ειδώλων τις μνήμες.

Μη μπορώντας να διαλέξουν ανάμεσα στο «σοσιαλισμό» που ζητάνε οι φοιτητές και το «σοϊσιαλισμό» που ζητάει η τάξη τους, ντύνουν το «ψέμα» με στολίδια επιστημονικά.

Έτσι κανείς δεν ξαφνιάστηκε σπίτι μου όταν πήγα το πτυχίο με μέσον όρο: λίαν ά γ ν ω σ τ ο ς σ τ α κ α θ ε σ τ η κ ό τ α.

– Ξέναι γλώσσαι;

– Πόσο εκλεπτυσμένη πρέπει νάναι η ελληνική γλώσσα, ώστε να μη περιλαμβάνει λέξεις που δεν αποδίδουν νοήματα. Για όσους δε η γλώσσα είναι το άγγιγμα, η επικοινωνία, ο πόνος μου κι ο πόνος σου σκαλισμένοι σε γράμματα, ε, γι’ αυτούς το γλωσσικό ιδίωμα γίνεται πια γλωσσικό ιδιώνυμο.

– Εκπληρώσατε τις στρατιωτικές σας υποχρεώσεις;

– Δεν είναι η υγρασία στη Λάρισα που σου τρυπάει τα κόκκαλα, μήτε η έφοδος που δεν ξέρεις από πού θα ξεπεταχτεί κι οι αρμοί των παρωχημένων στρατιωτικών αυτοκινήτων που τρίζουν ανατριχιάζοντας από τις θύμησες παλιών μακελλιών. Τριάντα μήνες, άλλωστε, καιρός αρκετός είναι για να συνειδητοποιήσεις την πνευματική σου ανεπάρκεια, τη μηδαμινή σου συμμετοχή στα Μεγάλα Πεπρωμένα του Έθνους. 59

– Ποίον το συγγραφικό σας έργο;

– Στην αρχή σκέφτηκα να γράψω τα παιδικά μου χρόνια, μα το στυλό αρνήθηκε να σταθεί κάθετα πάνω απ’ το χαρτί για να στάξει μελάνι καθώς, χρόνια γονατισμένο, την πίκρα είχε μάθει μονάχα να στάζει. Ύστερα, είπα, καλύτερα θάναι να μιλήσω για τα χρόνια που θάρθουν, που όλοι μαζί θα ετοιμάσουμε νάρθουν. Τα χρόνια όμως εκείνα δεν ήρθαν και πώς να γράφεις συνέχεια για ημερομηνίες που σε διαψεύδουν.

-Ποίον το μέλλον σας, επαγγελματικόν κι επιστημονικόν;

– Το δίπλωμα του Πανεπιστημίου είναι ένα κλειδί. Κλειδί κονσέρβας, εννοώ. Όσο για την επιστήμη, από τότε που απόκτησε κρατικό επίτροπο και ταμείο συντάξεως έχασε τον προσανατολισμό της. Ακόμα κι αν δε σβήσει σύντομα, είναι σίγουρο πως ποτέ δεν θα ξανανατείλει.

– Τελειώσαμε. Ο φάκελος σας θα εξετασθεί με την δέουσαν προσοχή.

Η απόρριψις της αιτήσεώς σας θα αιτιολογηθεί ως ο ν. 2712/1976 ορίζει.

Ευχαριστούμε.

 

Διήγημα «Ξενοφανή»

Χωματόδρομοι. Γειτονιά, κάπου μεταξύ Άγιο Μελέτη και Κολωνό. Οι μπόμπιρες παίζανε βώλους. Πλησίασε δειλά. Πρώτος τον είδε ο Γιάννης.

– Παιδιά, παιδιά, φώναξε. Ήρθε ένας καινούργιος. Τρέξανε κοντά του, τον περικύκλωσαν, του μιλούσαν όλοι μαζί. Άπλωναν τα χέρια τους και τούδιναν κόκκινες, κίτρινες, πολύχρωμες γκαζές να παίξει μαζί τους.

– Γιατί φοράς όλο πράσινα; τον ρώτησε ο Ζαφείρης κοιτάζοντάς τον με τα μεγάλα του μάτια.

– Να του δώσουμε εμείς άλλα ρούχα, ακούστηκε μια φωνή μέσα απ’ το τσούρμο.

– Ναι, ναι, απάντησαν οι άλλοι.

Έβγαλαν τότε ο Γιώργης τις κόκκινες κάλτσες του, ο Νικολάκης την κίτρινη φανέλλα, ο Δήμος τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια, ο Σωτήρης ένα άσπρο κασκέτο, ο Μιχάλης το σορτς του το βυσινί, και πριν εκείνος προλάβει να κουνηθεί, να πει τη γνώμη του, βρέθηκε ντυμένος με πολύχρωμη φορεσιά, όμοιος με τους άλλους μπόμπιρες της γειτονιάς.

Πάνω στη στιγμή ακούστηκαν φρένα αυτοκινήτου, τα παιδιά εξαφανίστηκαν τρέχοντας αριστερά – δεξιά, μια γεροντοκόρη βγήκε στην πόρτα και τσίριξε:

– Ήρθε επιτέλους το 100… Άντε γιατί τόχουν παρακάνει οι αλήτες… Με τα παιχνίδια τους δεν κλείνουμε μάτι… Αυτός είχε μείνει ακίνητος, αποσβολωμένος. Κάποιος τούβαλε μια πέτρα στο χέρι.

Δυο – τρεις με ίδια στολή τον άρπαξαν, έτσι όπως ήταν ντυμένος, πολύχρωμα, με τις γκαζές και την πέτρα στα χέρια, τον έσπρωξαν, τον έβαλαν σ’ ένα αμάξι κι έφυγαν σηκώνοντας σκόνη.

***

 Ο αξιωματικός υπηρεσίας είχε τις ζοχάδες του.

– Τί να πρωτοπρολάβω, μονολογούσε υπογράφοντας κάτι υπηρεσιακά έγγραφα. Διαδηλώσεις, βόμβες, αφίσσες από τη μια μεριά, αυτοκτονίες, διαρρήξεις, τροχαία από την άλλη, δε μένει ώρα ούτε την προαγωγή μου να σκεφτώ. Τί είναι αυτός που φέρατε; ρώτησε σηκώνοντας τα μάτια κι αντικρίζοντας, πολύχρωμα ντυμένο, τον συλληφθέντα ταραξία. Καινούργιος;

Κάτι πήγε να εξηγήσει ο αστυφύλακας της Αμέσου Δράσεως, το τηλέφωνο χτύπησε, ο αξιωματικός το σήκωσε εκνευρισμένα.

– Αναρχικοί… Πότε;.. Πού;.. ούρλιαξε. Θα επιληφθώ αμέσως.

Έκλεισε το τηλέφωνο με βρόντο, κοίταξε ανέκφραστα τον ταραξία.

– Κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτόν, είπε· τώρα όμως δεν έχω καιρό… Αύριο στο αυτόφωρο, στο δικαστήριο.

***

 Στο δικαστήριο η ατμόσφαιρα βαριά. Μετά απ’ αυτόν θα δικαζόταν μια ομάδα αντικαθεστωτικών. Τα πνεύματα ήταν κιόλας εξημμένα. Φωνές, συνθήματα, αποδοκιμασίες.

– Αριστερά κάθονται οι δικοί μας, δεξιά οι αντίπαλοι, του ψιθύρισε κάποιος.

– Ο φανατισμός θα μας καταστρέψει όλους, ούρλιαξε ένας άλλος.

Οι δεξιά καθήμενοι τον μούντζωσαν. Οι αριστερά τοποθετηθέντες συμφώνησαν, πως «δεδομένων των αντικειμενικών συνθηκών, η ουδετερότητα συνιστά προδοσία του κινήματος».

Εκείνος δεν ήξερε πού να βολευτεί. Κάποιος τον έσπρωξε, έπεσε πάνω σε κάτι άλλους, στριμώχτηκε, βρέθηκε στο τέλος καθισμένος στο εδώλιο των κατηγορουμένων.

Οι φάκελλοι που είχε κουβαλήσει ο γραμματέας ήσαν σε κακά χάλια. Άλλοι σκισμένοι, άλλοι ογκώδεις με χαρτιά που εξείχαν αριστερά – δεξιά, άλλοι χωρίς τα ονόματα των διαδίκων, χωρίς αριθμό πινακίου, χωρίς καν το κατηγορητήριο.

Ο δικαστής όμως, «λαμβανομένων υπ’ όψιν των ειδικών περιστάσεων», όπως τούχε πει τηλεφωνικώς κι ο αρμόδιος υπουργός – έπρεπε, πρώτον, να ελέγχει κάθε στιγμή την κατάσταση, να μην ανεχθεί δηλαδή καμιά διακοπή της διαδικασίας απ’ όπου και να προήρχετο και, δεύτερον, να δειχθεί αυστηρός μεν, αλλά εντός των πλαισίων της κυβερνητικής επιεικείας δε.

– Άρχεται η συνεδρίασις. Υπόθεσις υπ’ αριθμόν ένα.

Δεν ήταν η δικιά του. Παρόλα αυτά ο πρόεδρος τον κοίταζε διαρκώς, σαν κάτι νάθελε να του πει, κάτι που ακόμα ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να προσδιορίσει.

Τη στιγμή άλλωστε εκείνη, κάποιος φώναξε:

– Που – λη – μέ – νοι.

Οι αριστερά και δεξιά καθήμενοι άρχισαν να συμπλέκονται, αυτοί που βρισκόντουσαν πλάι του στο εδώλιο σηκώθηκαν να λάβουν μέρος στη φασαρία. Έμεινε μόνος. Ο πρόεδρος χωρίς καν να λάβει υπόψη του το πανδαιμόνιο, είπε κοφτά:

– Νικόλαος Γεωργαντάς. Κατηγορείσαι επί λαθρεμπορία… Η φασαρία συνεχιζόταν. Κάποιος τηλεφώνησε στην αστυνομία, αλλά τα όργανα της τάξεως αργούσαν εσκεμμένα, ώστε να γενικευθεί η συμπλοκή και να νομιμοποιηθούν σε δυναμική επέμβαση.

– Υπ’ αριθμόν τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, επτά. Γεώργιος Φουντούκης, Μηνάς Ζώγας, Κώστας Χατζηγιακουμής, Χρήστος Παπαρούνης. Άτομο αγνώστων στοιχείων. Επί πλαστογραφία. Επί εξυβρίσει. Επί ασελγεία. Επί τεντυμποϋσμώ.

– Υπ’ αριθμόν οκτώ, εννέα, δέκα, ένδεκα. Αντίσταση κατά της αρχής.

Ο δικαστής είχε αρχίσει να ιδρώνει. Έπρεπε όμως να διατηρήσει την ψυχραιμία του μέχρι τέλος. Η συνεδρίαση θα συνεχιζόταν πάση θυσία. Ο νόμος είναι τυφλός. Αυτός τον ήθελε επί πλέον και να κωφεύει.

Οι σειρήνες και οι κραυγές των εφορμουσών αστυνομικών δυνάμεων έβαλαν, στη μέχρι τότε αναρχικώς παραγομένη οχλοβοή, κάποια τάξη.

Τώρα τα χτυπήματα κι η γενικότερη δράση γινόταν βάσει σχεδίου. Ουδέν το απρόβλεπτον επετρέπετο. Κι οι άλλοι όμως, οι εξ αριστερών κι οι εκ δεξιών, δεν ήσαν απροετοίμαστοι. Ήξεραν από τέτοια. Σπάσαν τον κλοιό, γλίστρησαν μέσα από τα ανυψωμένα γκλομπ και τις απειλητικές δακρυγόνες βόμβες, φτάσαν στην πόρτα και σε κλάσματα δευτερολέπτου είχαν εξαφανιστεί στα γύρω στενοσόκακα.

Η σιωπή της αίθουσας ήταν τώρα διπλή.

Σαν από ένστικτο έστρεψαν τότε όλοι τα μάτια τους προς τη μεριά που καθόταν εκείνος, ο αμέτοχος στο μακελειό, ο άγνωστος στο καθεστώς, ο καινούργιος· άστραψαν τα μάτια του δικαστή μέσα από τους χοντρούς φακούς, η λέξη – σωτηρία ανέβηκε στα χείλια.

«Έ-ν-ο-χ-ο-ς» ούρλιαξε. «Έ-ν-ο-χ-ο-ς για όλα».

***

 Στο προαύλιο του δικαστηρίου δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Στο δρόμο το ίδιο.

Η κλούβα έτρεχε ιλιγγιωδώς. Ο διοικητής των επιδρομέων σκεφτόταν πώς θα συντάξει την αναφορά για νάναι μικρότερη η κατσάδα.

Ήταν τέτοια η σύγχυση όλων, που κανείς δεν θα μπορούσε να περιγράψει από πού πετάχτηκε ο πιτσιρίκος με τη μπάλλα, για πότε φρέναρε η κλούβα, άνοιξε η πόρτα, γέμισε η γειτονιά από παιδιά με πολύχρωμα ρούχα.

– Από δω, καινούργιε, τον τράβηξε ο Γιάννης.

Του φόρεσαν πάλι το βυσινί σορτς του Μιχάλη, τις κόκκινες κάλτσες του Γιώργη, την κίτρινη φανέλλα του Νικολάκη, κι έγινε και κείνος όμοιος μ’ αυτούς. Κανένας δεν θα τον ξεχώριζε πια. Οι πολιτσμάνοι τάχαν τελείως χάσει, τα γκλομπ κρεμόντουσαν από τους καρπούς των χεριών σαν λυωμένος ανδρισμός, τα παιδιά εξαφανίστηκαν μέσα σε ποδοβολητά και γέλια.

***

 – Μάνα, βάλε ακόμα ένα πιάτο, φώναξε ο Μιχάλης ανοίγοντας την αυλόπορτα του φτωχόσπιτου. Έφερα έναν καινούργιο.

Σκούπισε τα χέρια στην ποδιά της η κυρά Νίτσα, βγήκε στο κατώφλι.

– Μα… τα μάτια της γούρλωσαν. Μα… δεν είναι σαν και μας… μπόρεσε να ψελίσει. Είναι…

– Είναι καινούργιος, μάνα. Και φαίνεται να πεινάει. Αυτό’ ναι όλο, την έκοψε ο Μιχάλης και κοίταζε με αγάπη τον μικρό ξένο, που όρθιος πλάι στο περιβολάκι της κυρά Νίτσας, ντυμένος πολύχρωμα, κουρασμένος, πεινασμένος, δίδυμος έμοιαζε αδελφός του Μιχάλη, του κάθε Μιχάλη.

 

 Διήγημα «Ξενότροπου»

Ξύπνησα την ώρα που ένα φύλλο απ’ την καστανιά της αυλής πήγε να μπει στην κάμαρα απ’ το σπασμένο πανωτζάμι. Απρόσεκτο κι αδέξιο έκοψε τις φλέβες του κι αιμορραγούσε.

Ανοίγω το παράθυρο. Χειμώνας.

– Θα σηκωθείς;

– Τί ώρα είναι;

Το ρολόι πάνω στο κομοδίνο μέτραγε τις ώρες χωρίς να τις δείχνει. Καιρό τώρα οι δείχτες του είχαν σκουριάσει, ο ένας πάνω στον άλλο.

«Πώς να νοιώθουν;», σκέφτηκα ρίχνοντας παγωμένο νερό στο πρόσωπό μου.

Στο τραπέζι, σκόρπια χαρτιά, ανοιχτά βιβλία, κι ένα στυλό που γυρεύει ιδέες.

Κακογραμμένες οι χτεσινές σημειώσεις. Στον καθρέφτη φαίνεται όλη η κάμαρα. Το τραπέζι, οι καρέκλες, το πόστερ του τοίχου, το παράθυρο. Ώρες – ώρες νοιώθω πως δεν έχει χώρο για να κοιταχτούμε. Στο διάδρομο ακούγονται τα βήματα της σπιτονοικοκυράς. Ύστερα ένα ελαφρό σούρσιμο κάτω απ’ τη χαραμάδα της πόρτας.

Ένα γράμμα. Η εφημερίδα.

– Να σου ψήσω καφέ; Θέλεις και νερό μαζί;

– Όχι. Ανάβω τσιγάρο.

Σίγουρα έχουμε γεννηθεί σ’ ένα κόσμο «κατειλημμένο». Είτε τον δεχτούμε, είτε τον αρνηθούμε δεν αφορά κανέναν άλλο. Τα γρανάζια γυρίζουν έτσι κι αλλιώς. Το μόνο που κινδυνεύει απ’ τη συνειδητοποίηση είναι η ψυχική μας ισορροπία.

Αδιέξοδο.

Η ζωή σου τους δίνει άλλοθι. Ο θάνατός σου τους δίνει χώρο. Χάσαμε το μέτρο. Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο. Ενάμισυ μέτρο απ’ το χώμα. Νοιώθω ίλιγγο. Δεν είναι το ύψος που σκοτώνει. Είναι η θέληση.

Ένα πιθανό μου «άλμα» θάμοιαζε ασήμαντο, χωρίς να παύει νάναι τελεσίδικο.

Φάρσα.

Πληρώνω απ’ τη γέννα μου τα «άλματα» της Ιστορίας, κι αυτή ούτε ένα δικό μου, έστω κι από ενάμισυ μέτρο.

Δυο σκληρές φωνές στο δρόμο κι ένα «τσίριγμα» φρένων, τρομάζουν τα ευαίσθητα σύννεφα.

Βρέχει.

Ευκαιρία για δουλειά.

«Η κοινωνία προτείνει αξίες και επιβάλλει νόρμες. Conformiste (2) είναι αυτός που λέει πάντα «ναι». Όποιος λέει και «ναι» και «όχι» είναι είτε innovateur (3) είτε ritualiste (4).

Αν λες όμως συνέχεια «όχι» σημαίνει πως εγκαταλείπεις το παιγνίδι· ή πως σκαρώνεις επανάσταση.

Η άρνηση των κανόνων δεν είναι αποτυχία, είναι εκλογή».

Η γάτα του γείτονα έχει κουρνιάσει κάτω απ’ ένα σιδερένιο τραπεζάκι. Κοιμάται. Τα πουλιά έξω στον κήπο δεν κινούνται καθόλου μην την ξυπνήσουν.

Ο αέρας έσπρωξε τη βροχή έξω απ’ την πόλη και παίζει τώρα με τις κορφές των δέντρων. Παιχνίδι παράξενο. Όποιο φύλλο χάνει πρέπει να πηδήξει απ’ το ψηλότερο κλαδί. Όλα τα φύλλα στο χώμα είναι κόκκινα.

– Θα βγω για λίγο.

Ο γιακάς της πατατούκας ακουμπάει στη φλέβα του λαιμού καθώς τεντώθηκε να δει την πόλη.

Στενοί δρόμοι. Μεσαιωνικοί. Τα σπίτια είναι τόσο κοντά τόνα στ’ άλλο, που λες πως μ’ ένα ξυπνητήρι θα ξύπναγε όλη η πόλη.

Κι όμως δεν ακούγεται τίποτα.

Αν ένα πρωί πέθαιναν οι μισοί κάτοικοι, ακουστική διαφορά δεν θα υπήρχε. Ο καθένας ζει τη σιωπή του. Του φτάνει.

Στην πλατεία δυο «καφέ». Ένα για τη «Νέα Τάξη», τάλλο για την «Κυρίαρχη τάξη».

Οι Αταξικοί περπατάν αμίλητοι. Ένας – ένας. Όταν κάποιος στρίψει, οι άλλοι δε γυρνούν το κεφάλι.  conformiste: κομφορμίστας, προσαρμοζόμενος

Οι μέρες είναι χωρίς αρχή και τέλος. Το ξημέρωμα και το μεσονύχτι, έννοιες ξεπερασμένες, συμβατικές. Πρέπει ν’ αλλάξουμε σύνορα στο χρόνο, αλλιώς θα μοιάζει με το ρολόι στο κομοδίνο· θα μετράει τις ώρες χωρίς να ξέρουμε ποτέ, πόσος καιρός πέρασε.

– Όλα μοιάζουν σαν να μας κλείνουν το μάτι, δε νομίζεις; Όλοι ξέρουν, αλλά σιωπούν. Μας κοιτάνε σχεδόν σαδιστικά.

Πρέπει να μάθουμε. Πριν μιλήσεις, πρέπει νάσαι σίγουρος για την κατεύθυνση του λόγου σου.

– Ισοπεδωθήκαμε. Γίναμε κατώτεροι απ’ τα πράγματα. Αυτά δικαιολογούνται ν’ αγνοούν και να μένουν ακίνητα. Εμείς;

 

 Διήγημα «Ξενοκράτη»

 

– Σε ζητάει ο Διοικητής, μου λέει τραυλίζοντας απ’ το λαχάνιασμα και το «ψάρωμα».

Τον κοιτάζω στα μάτια γυρεύοντας να μαντέψω τί ακριβώς συμβαίνει.

Δυο πόρτες κλειστές, με το κλειδί να κρέμεται στο καρφί του Α2.

Πεντέμισυ ώρα το πρωί. Κι είμαστε κι οι δυο ακόμα νέοι.

– Αλλάζω και θα πάω αμέσως, του λέω ανοίγοντας το σάκκο για να βγάλω τη φόρμα αγγαρείας.

– Διατάξτε. Το χρυσό αστράκι της δεξιάς του επωμίδας φαινόταν ετοιμόρροπο καθώς η κλωστή δεν μπορούσε να κρατήσει πια το βάρος τόσου μίσους. Σήκωσε τα μάτια του. Πλάι του το παράθυρο ανοιχτό.

– Στρατιώτη. Η Πατρίδα σε χρειάζεται. Είσαι έτοιμος να θυσιάσεις τη ζωή σου γι’ αυτήν;

Το παράθυρο κοκκίνησε. Ξημέρωνε.

– Ναι.

– Τόξερα, παιδί μου. Ορθώς σε διάλεξε η Πατρίδα να σου εμπιστευθεί το Πεπρωμένο της. Πρέπει νάσαι υπερήφανος.

– Απ’ ό,τι βλέπω στα χαρτιά σου είσαι ευφυής και έχεις την ειδικότητα που μας χρειάζεται. Ανιχνευτής εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών, δεν είν’ έτσι;

Δεν απάντησα.

– Λοιπόν, άκου το σχέδιο… Μα, κάθησε παιδί μου… άσε τις «προσοχές». Εγώ είμαι σαν πατέρας σου…

– Λοιπόν παιδί μου, σούλεγα ότι η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή. Οι εχθροί μας – καθώς μας πληροφορούν οι μυστικές υπηρεσίες – ετοιμάζονται να επιτεθούν στα βορινά μας σύνορα. Ώρα Χ ορίστηκε η 12η μεσημβρινή σήμερα. Θα ρωτήσεις, ντάλα μεσημέρι; – Ε! λοιπόν, ναι. Προσπαθούν να μας αιφνιδιάσουν. Να μας βρουν απροετοίμαστους… Διαβολικά έξυπνο εεεε;…

– Κι εγώ; ρώτησα.

– Εσύ θα μας βοηθήσεις να τους πιάσουμε στα πράσα. Να τους εκθέσουμε διεθνώς. Ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ, το Συμβούλιο της Ευρώπης, η Ουνέσκο, όλοι έχουν ειδοποιηθεί. Περιμένουν ένα μόνο στοιχείο. Μια ύποπτη κίνησή τους φτάνει, για να τους καταγγείλουν και να λάβουν τα αναγκαία δραστικά μέτρα. Για τη διάσωση του Ελεύθερου Κόσμου και της Ειρήνης βέβαια.

– Ναι, αλλά πώς;

– Μη φοβάσαι. Τάχουμε όλα σκεφτεί. Στις 8 ακριβώς θα χτυπήσει το τηλέφωνο εδώ στο γραφείο μου, τέσσερις φορές… και θα κλείσει. Είναι το σύνθημα… εσύ θάσαι κιόλας έτοιμος. Πολιτικά, βέβαια. Έχω ειδοποιήσει σχετικά το 2ο Γραφείο. Φεύγεις αμέσως μ’ ένα REO και πας στ’ αεροδρόμιο, όπου σε περιμένει στρατιωτικό αεροπλάνο με τους κινητήρες σε λειτουργία. Σε λίγη ώρα θα βρίσκεσαι σε συνοριακό φυλάκιο.

– Και τί ακριβώς θα κάνω στο φυλάκιο;

– Α! ναι στο φυλάκιο… εκεί είχαμε μείνει… Λοιπόν σαν ανιχνευτής που είσαι, θα ξέρεις βέβαια να χειρίζεσαι τηλέφωνο με «πεταλούδα». Μόλις ακούσεις το χαρακτηριστικό ήχο, θα σηκώσεις το ακουστικό. Δε θα μιλήσεις. Μόνο οδηγίες θα πάρεις. Λεπτομέρειες, δηλαδή. Τα «χοντρά» θα στα εξηγήσω εγώ. Θα βγεις αμέσως από το φυλάκιο και θα προχωρήσεις αμέριμνος προς τον εχθρικό τομέα… σαν να μη ξέρεις πού πας… σαν νάχεις χάσει το δρόμο σου…

– Απ’ την άλλη μεριά θα δεις νάρχονται…

Ντριν…Ντριν…Ντριν…

– Τα σέβη μου κε Επιτελάρχα… Στας διαταγάς σας… βεβαίως… Ευρίσκεται ενώπιόν μου… Να του μιλήσετε;… Αμέσως.

– Ο Επιτελάρχης, μου λέει με σιγανή φωνή… Σε θέλει… Ξέρεις πώς θα παρουσιαστείς… βάσει Κανονισμού… – Στρατιώτης 7330 Α.Σ.Μ, ανιχνευτής εχθρών, εξωτερικών και εσωτερικών… Διατάξτε…

– Παιδί μου, είμαι συγκινημένος με την αυτοθυσία σου. Η Πατρίς θα σ’ ευγνωμονεί. Οι γονείς σου θα έχουν το κεφάλι ψηλά που έχουν… που είχαν τέλος πάντων… τέτοιο παλληκάρι… Ζήτω το Έθνος, λέει ξαφνικά και κλείνει, πριν προλάβω να πω λέξη. Οι νεκροί δεν απαντούν. Θα το γράφει ο Κανονισμός.

– Εξαίρετος στρατιωτικός ο κύριος Επιτελάρχης. Είς των εμπνευστών του σχεδίου το οποίον θα εκτελέσωμεν… θα εκτελέσεις, θέλω να πω. Αλήθεια παιδί μου, δεν σε ρώτησα. Θες, μήπως, καφεδάκι;… Πορτοκαλάδα; Η ορντινάτσα κάθησε σούζα. Με κορμί χωρίς σπονδυλική στήλη, ήταν σχεδόν θαύμα που κατάφερνε να μας δείχνει τα μάτια του.

Οι καφέδες ήρθαν σε κλάσματα δευτερολέπτου.

– Απ’ τη στιγμή που θα βγεις από το φυλάκιο μέχρι τη στιγμή που θα συναντηθείς με τους άλλους, είναι ζήτημα αν περάσουν 30 – 40 δευτερόλεπτα. Πρόσεξε όμως. Είναι η κρίσιμη ώρα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μας θάναι πέντε ή έξι. Ένας Δικός μας, Ένας Δικός Τους, κι οι Άλλοι Αδιάφοροι.

– Όταν λέτε, Δικός Τους, εννοείτε ποιας χώρας ακριβώς; Γιατί ακόμα αγνοώ τις αντίπαλες παρατάξεις… και τον τόπο της θυσίας μου.

– Μα παιδί μου… δεν πρόκειται για ξένη χώρα. Είπαμε. Ανιχνευτής Εξωτερικών και Ε-Σ-Ω-Τ-Ε-Ρ-Ι-Κ-Ω-Ν ΕΧΘΡΩΝ. Για εσωτερικούς εχθρούς πρόκειται.

– Τότε, τί σχέση έχω με σύνορα, φυλάκια κλπ;

– Α! φαίνεται παρεξήγησες τη στρατιωτική ορολογία… Σύνορα, λέμε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο δικό μας τομέα επιρροής και στο δικό τους… Γεωγραφικά, φυσικά, δεν είναι πολύ μακριά από δω. Κάπου…

Το πανωκούμπι απ’ το χιτώνιο τίναξε την κλωστή κι έπεσε με δύναμη πάνω στο τραπέζι. Το κοιτάζαμε κι οι δυο να στριφογυρίζει, σα σβούρα, μέχρι που ζαλίστηκε και σταμάτησε.

– Κορώνα, φώναξε ο Διοικητής, και γέλασε με το αστείο του.

– Τότε θ’ αποδείξεις τί σούμαθε ο στρατός ένα χρόνο τώρα, συνέχισε. Θα ψάξεις με τα μάτια σου τον Δικό Μας. Θα τον ξεχωρίσεις. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο. Μοιάζουμε λίγο – πολύ όλοι. Μόλις σου κάνει νόημα, θα τραβήξεις το κρυμμένο στη τσέπη σου περίστροφο και θα κάνεις πως πυροβολείς. Βέβαια τα φυσίγγια θάναι άσφαιρα… Τότε θα σε «χτυπήσουν»… Στην αναμπουμπούλα ο Δικός Μας θα κατηγορήσει τον Δικό Τους ότι σε σκότωσε… Ίσως μάλιστα τον εκτελέσει κι επί τόπου. Οι αδιάφοροι θα σιωπήσουν. Οι Διεθνείς Οργανισμοί θα καιροφυλακτούν για να πληροφορήσουν αυτοστιγμεί τον κόσμο για το Έγκλημά Τους, το θάνατό σου δηλαδή. Με τη Κοινή Γνώμη εναντίον τους δεν θα τολμήσουν… Λέγαμε μάλιστα να εγκαταστήσουμε και κάμερες τηλεοράσεως για μια «ζωντανή» μετάδοση, αλλά φοβόμαστε τεχνικές επιπλοκές…

– Θάθελα μόνο να μου λύσετε δυο απορίες… Πρώτα, γιατί δεν μου λέτε ποιος είναι ο Δικός Μας και ποιος ο Δικός Τους – ν’ αποφύγουμε και τυχόν παρεξήγηση – και δεύτερο, ποιος τέλος πάντων θα μου «ρίξει;».

– Αχ! Παιδί μου, πόσο αθώος είσαι!! Πάνε πια τα ωραία χρόνια όπου ξεχωρίζαμε εύκολα – και με το όνομά τους φαρδειά-πλατειά – τους φίλους απ’ τους εχθρούς. Τώρα τα πράγματα δυσκόλεψαν. Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη η ισορροπία ανατρέπεται. Βαρέθηκαν τα Α2 να γράφουν και να σβήνουν συμμάχους και αντιπάλους.  Γι’ αυτό ο Στρατός εκπαιδεύει στρατιώτες με την δικιά σου ειδικότητα, ώστε με τη γνώση, την πείρα και κυρίως το ΕΝΣΤΙΚΤΟ – να διακρίνουμε τον εχθρό από το φίλο… χωρίς ονόματα, φωτογραφίες, αριθμούς… που αφήνουν πειστήρια και μας μπλέκουν…

– Εεε! Όσο για τη δεύτερη ερώτηση, δεν θέλει και πολύ μυαλό. Ο Δικός Μας θα σε σκοτώσει, παιδί μου… Ο Δικός Μας… Βλέπεις, η Πατρίδα είναι πάνω απ’ όλα. Και το αδελφικό αίμα, ακόμα κι αυτό, την ποτίζει και την θεριεύει. Λοιπόν, η ώρα είναι κοντά 7. Έχεις μια ώρα καιρό να τηλεφωνήσεις αν θες, να φας τίποτα στο ΚΨΜ, να κανονίσεις τα ρούχα σου. Φύγε και στις 8 παρά 5’ εδώ πάλι. Σύμφωνοι; Και πρόσεξε… ΑΚΡΩΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟΝ… Τσιμουδιά…

Βγαίνω ξεχνώντας το τζόκεϋ πάνω στο τραπέζι να κάνει συντροφιά στο σπασμένο κουμπί.

– Αδειούλα πάλι, εε; Κατεργάρη!… μου λέει μια «σειρά» κι αρχίζει να σφυρίζει ένα λαϊκό τραγούδι.

Γύρισα στο θάλαμο. Βρήκα τα πολιτικά ρούχα στο κρεββάτι. Είχα ώρα. Ξάπλωσα στη σκονισμένη κουβέρτα, έβαλα τα χέρια μου για μαξιλάρι. Έκλεισα τα μάτια.

– Στρατιώτης.

Τινάχτηκα απ’ το κρεββάτι

. – Γρήγορα πάνω. Σε ζητάει ο Διοικητής ε-π-ε-ι-γ-ό-ν-τ-ω-ς. Κοιτάω το ρολόι. Οκτώ παρά 3’. Ανεβαίνω τα σκαλιά φορώντας τη ζώνη του παντελονιού. Η πόρτα ανοιχτή. Δωμάτιο ντουμανιασμένο από καπνούς. Μπαίνω.

– Άντε παιδί μου, άντε. Δυο λεπτά μας μένουν.

Πάνω στο τραπέζι, το περίστροφο με την κάννη να με κοιτάζει κατάματα. Παράξενο συναίσθημα να βλέπεις το θάνατό σου και να θέλεις να στρώσεις το γιακά του πουκάμισου.

Δυο λεπτά.

Νοιώθω την ανάγκη να καπνίσω. Χωρίς να πω λέξη βγάζω το πακέτο κι ανάβω τσιγάρο. Δεν αντιδράει.

Ντριν… Ντριν… Ντριν… Ντριν… Ντριν… Ντριν…

Το τηλέφωνο χτυπούσε συνέχεια. Το κοίταζε αποχαυνωμένος. Μετά παρατηρούσε τα χέρια του που ζητούσαν απ’ τα νεύρα να κάνουν κάτι, να κινηθούν. Σήκωσε τ’ ακουστικό.

– Ά κ υ ρ ο ν, ακούστηκε μια φωνή. Λόγοι Εθνικοί.

Κλείνει. Με κοιτάζει με μάτια σφιγμένα σα νάταν η ίριδα να χυθεί και να πλημμυρίσει το γραφείο με ξύδι κι αίμα.

– Σ τ ρ α τ ι ώ τ η, μου γαυγίζει. Τολμάς να καπνίζεις μπροστά στον Διοικητή σου… Κι είσαι κι αξύριστος… Είκοσι μέρες φυλακή… Επιλοχία – α – α …

Κάνω μεταβολή.

Δεν τον μισώ. Παράξενο. Τον λυπάμαι περισσότερο από μένα, κι απ’ το στρατιωτικό κανονισμό, που για μια ακόμα φορά απέτυχε να με κάνει να «πυροβολήσω» τους Εσωτερικούς Εχθρούς της Ελλάδας.

***

Τα μάτια αυτών που μελετούσαν τα διηγήματα είχαν μισοκλείσει από τη νύστα και μισοανοίξει από την έκπληξη.

Ποια κωδικοποιημένα μηνύματα και ποια ένοχα μυστικά έκρυβαν αυτά τα «ιδιότυπα λογοτεχνήματα»;

Κοιτούσαν αμήχανα ο ένας τον άλλο, όταν ο υπαρχηγός μπήκε στην αίθουσα αποκρυπτογράφησης χωρίς να χτυπήσει την πόρτα.

– Βρήκα στοιχεία, φώναξε δυνατά σαν να ήθελε να συγχαρεί τον εαυτό του.

– Ο Ξένος είναι έλληνας χριστιανός που παλιννόστησε από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Ονομάζεται Γκιόργκι Μπαϊρακτάρης και ήταν 65 ετών.

– Ο Ξενοφανής είναι έλληνας χριστιανός που διώχθηκε από την Κωνσταντινούπολη. Ονομάζεται Σήφης Αμανατίδης και ήταν 50 ετών.

– Ο Ξενότροπος είναι έλληνας χριστιανός που έμεινε χρόνια στην Αθήνα και στο Παρίσι. Ονομάζεται Μισέλ Φράγκος και ήταν 42 χρονών.

– Ο Ξενοκράτης είναι έλληνας χριστιανός, γέννημα-θρέμα θρακιώτης Κομοτηναίος. Ονομάζεται Χρήστος Ζωίδης και ήταν 31 χρονών.

– Και λοιπόν; ρώτησαν εν χορώ οι παρευρισκόμενοι αστυνομικοί και επιστήμονες. Τι κοινό είχαν; Τί τους συνέδεε; Ποιος τους σκότωσε και γιατί; Τελικά ποιος είναι αυτός ο Τάκης που τους δολοφόνησε αλλά και που οι ίδιοι λένε πως πρόλαβαν να τον σκοτώσουν;

Πώς γίνεται να σκότωσε το ίδιο – ίσως – πρόσωπο τέσσερις ανθρώπους σε δύο ώρες μέσα στην Κομοτηνή και ταυτόχρονα και τα τέσσερα θύματα να δηλώνουν ότι τον σκότωσαν κι αυτόν;

Και τί νόημα είχαν τα μαγνητοφωνημένα μηνύματα;

– Αν τα ήξερα όλα αυτά δεν θα ήμουν υπαρχηγός αλλά Υπουργός Υπερ- Εθνικής Δημόσιας Τάξης, δήλωσε με έμφαση ο Καρατάσος Μπαμπακλής και έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του.

***

Ο εγκληματολόγος – φιλόλογος και ο αστυνόμος υπηρεσίας πήγανε να φάνε πατσά στο Μαύρο Γάτο, κοντά στα ΚΤΕΛ. Τους άρεσε το μαγαζί, όχι τόσο για το φαί του, όσο για την ατμόσφαιρα. Κάτι ανάμεσα σε ανατολίτικη κουζίνα και ελληνική décadence.

– Δεν θα βρούμε εύκολα άκρη, είπε βάζοντας σκορδοστούμπι στο ψιλοκομμένο πατσά ο αστυνόμος.

Ο εγκληματολόγος – φιλόλογος δε μιλούσε. Διαβάζοντας τα κείμενα με το δικό του μάτι, κάτι παράξενο, που δεν μπορούσε ακόμα να προσδιορίσει, τον είχε βάλει σε σκέψεις.

Όλα τα μαγνητοφωνημένα κείμενα των νεκρών αναφέρονται σε κάποιον «Τάκη». Από πού να προερχόταν αυτό το συντετμημένο όνομα, κάτι σαν υποκοριστικό: Δημήτρης; Παναγιώτης;… Και πώς μέσα σε χιλιάδες κατοίκους της Κομοτηνής ή της Ροδόπης θα μπορούσε να βρεθεί ο ένοχος «Τάκης»; Και πώς να βρεθεί ζωντανός, αφού και οι τέσσερις πεθαμένοι είχαν δηλώσει πως τον είχαν σκοτώσει;

Αναρωτιόταν επίσης γιατί όλα τα ψευδώνυμα είχαν το στοιχείο «ξένος», αφού όπως είχε ανακαλύψει το λαγωνικό ο υπαρχηγός, ήσαν όλοι έλληνες χριστιανοί. Άρα δεν επρόκειτο για φυλετικό, θρησκευτικό, πολιτισμικό έγκλημα μίσους μεταξύ αλλοφύλων. Τότε τί;

Δεν είχαν προλάβει να τελειώσουν τον πατσά και την κοτόσουπα, όταν χτύπησε το κινητό του αστυνόμου. Ήταν ο Μητροπολίτης Κομοτηνής και Μαρωνείας. Του ζητούσε να πάει επειγόντως στη Μητρόπολη, όχι στο ναό αλλά στον προαύλιο χώρο.

Ο αστυνόμος έφυγε χωρίς να πληρώσει, κάνοντας νόημα ότι θα τα βρούνε μετά.

***

Στον κήπο της Μητρόπολης περίμενε τον αστυνόμο μία μεγάλη έκπληξη. Ο Μητροπολίτης καθόταν σ’ ένα μακρόστενο τραπέζι έχοντας πλάι του τον Μουφτή, τον Επίσκοπο Αρμενίων και τον Ραβίνο των Ισραηλιτών, ενώ απέναντί του στέκονταν ο Δήμαρχος και ο υπαρχηγός. Την αμήχανη σιωπή έσπασε η αργόσυρτη φωνή του Μητροπολίτη:

– Φίλτατοι, αδελφοί, δεν ξέρουμε ακόμα αν πρόκειται για φόνους. Και οι τέσσερις νεκροί μοιάζει να πέθαναν – ίσως από φυσιολογικά αίτια – σε άλλες πόλεις και να μεταφέρθηκαν άγνωστο πώς στην Κομοτηνή. Ο δήμαρχος μαζί με τον υπαρχηγό είχαν την καλοσύνη να μου προσκομίσουν πριν από λίγο αντίγραφα των εκθέσεων των ιατροδικαστών όπου υπάρχουν αρκετά κενά και θολά στοιχεία. Από την άλλη δεν έχει ανακοινωθεί στην Αστυνομία εξαφάνιση κάποιου «Τάκη».

Όλη η ομήγυρις παρακολουθούσε με αγωνία.

– Όμως…, συνέχισε ο Μητροπολίτης, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Τόσο τα σημεία που βρέθηκαν, που τελικά εναποτέθηκαν από κάποιους τα πτώματα, όσο και τα μαγνητοφωνημένα μηνύματα κάτι θέλουν να μας πουν. Για το χθες ή για το σήμερα ή για το αύριο, δεν ξέρουμε ακόμα. Τα μηνύματα θανάτου κρύβουν κάποιο δικό τους «μήνυμα», πολιτικό ίσως.

Γιατί τέσσερις άνθρωποι, που το μόνο που φαίνεται να τους «ενώνει» είναι η συμμετοχή τους σ’ ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό, δηλώνουν – πριν πεθάνουν; σε ποιον; – ότι τους δολοφόνησε ένας «Τάκης», τον οποίο όμως πρόλαβαν – ο καθένας ξεχωριστά και σε διαφορετικό χρόνο – να τον σκοτώσουν; Αφού δεν βγαίνει λογικό νόημα, κάτι άλλο συμβαίνει.

– Αντί για πέντε φόνους, μήπως έχουμε «τέσσερις φυσιολογικούς θανάτους» και έναν άγνωστο, κακοήθη φαρσέρ, παρενέβη άστοχα ο αστυνόμος.

– Θα ήταν ευτυχές αν είχαν έτσι τα πράγματα, συνέχισε ο Μητροπολίτης. Νομίζω όμως ότι μάλλον έχουμε τέσσερις + μία «αναγγελίες» άχρονων φόνων που ετελέσθησαν σε διαφορετικά μέρη αλλά τα πτώματα των θυμάτων μεταφέρονται στην Κομοτηνή κι «επιδεικνύονται» – να μου επιτραπεί να χρησιμοποιήσω αυτό τον όρο – στο λαό της πόλης.

Παρά τον αιφνιδιασμό από την απόφανση του Μητροπολίτη, το λόγο πήραν με τη σειρά ο Μουφτής, ο Επίσκοπος Αρμενίων και ο Ραβίνος, κι αφού εξέφρασαν τη θλίψη τους για τους θανάτους, αναρωτήθηκαν για το λόγο της πρόσκλησής τους μιας και – όπως μέχρι στιγμής φαινόταν – δράστης και θύματα ήσαν όλοι χριστιανοί.

Ο Δήμαρχος τους διέκοψε απότομα.

– Δυστυχώς, τόσο τα αρχεία της πόλης (δημοτολόγιο κλπ) όσο και τα έγγραφα των παλιννοστούντων ή προσφύγων δεν είναι πλήρως αξιόπιστα. Χορηγούμε ταυτότητες με βάση στοιχεία που είτε δηλώνει ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος είτε περιλαμβάνονται σε ξενόγλωσσα και συχνά πλαστά πιστοποιητικά.

– Δηλαδή, πρόκειται για πληθυσμό Βαβέλ, μονολογούσε ο υπαρχηγός.

– Άρα, τίποτα δεν αποκλείει οι νεκροί να είναι άλλοι από αυτούς που προκύπτουν από τις ταυτότητές τους, είπαν σχεδόν ταυτόχρονα ο Μουφτής, ο Αρμένιος και ο Ραβίνος.

– Πιθανότατα, απάντησε κοφτά ο Μητροπολίτης. Και ίσως να μην μάθουμε ποτέ το πραγματικό τους όνομα, συμπλήρωσε.

***

 Παλιά, το χειμώνα, πλημμύριζε το ποτάμι στον Μπουκλουτζά με τις τσιμεντένιες και ξύλινες γέφυρες και οι κομοτηναίοι διανυκτέρευαν στους πάνω ορόφους. Λάσπη και χαμός σ’ όλη την πόλη. Το καλοκαίρι πάλι όλοι κάνανε τη βόλτα τους στο πάρκο και στην πλατεία έχοντας «πάνω από το κεφάλι τους» το σπαθί – μνημείο που είχε στήσει η δικτατορία για τις εθνικές επετείους.

Φανάρι, Μαρώνεια, Γρατινή, Μίσχος, Ίασμος, Πόρτο Λάγος: μικρές όμορφες διαδρομές με εναλλασσόμενες εικόνες φυσικών τοπίων και πολιτισμικών στοιχείων.

Όλοι γνώριζαν όλους και την ιστορία του καθενός. Σήμερα όμως κανείς δεν ξέρει από πού κρατάει η σκούφια του πλαϊνού του.

Κυκλοφορούσαν φήμες πως με 1000 ευρώ σού «κατασκευάζουν» ταυτότητα και ψεύτικα χαρτιά από όποια χώρα θέλεις. Λέγεται πως έτσι πολλοί αρμένιοι Χατζατουριάν «μεταβαπτίστηκαν» σε έλληνες με το επίθετο Χατζάρας, πως πολλοί μουσουλμάνοι Μουσταφά πήραν το χριστιανικό όνομα Μουταφίδης, πολλοί χριστιανοί άλλαξαν καταγωγή και προέλευση, ηλικία ή επάγγελμα… Κι όλα αυτά «εκ του πονηρού» (μαφιόζικου ή κατασκοπευτικού). Μ’ αυτά και μ’ αυτά ο κοινωνικός ιστός της πόλης χαλάρωσε και οι σχέσεις θολώσανε.

***

Κανείς από τους τέσσερις συμμετασχόντες στον διαγωνισμό δεν ήξερε τόσο καλά ελληνικά για να γράψει τέτοιο διήγημα. Ούτε κάποιος είχε λογοτεχνικό ταλέντο. Ούτε επέλεξαν τα ψευδώνυμα Ξένος, Ξενοφανής, Ξενότροπος, Ξενοκράτης.

Κάποιοι τους πλησίασαν, τους έπεισαν – δίνοντάς τους βέβαια και ένα όχι ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό – να κάνουν αίτηση για να λάβουν μέρος στον διαγωνισμό, τους έδωσαν τα ψευδώνυμα και τις οδηγίες και τους διαβεβαίωσαν πως όλα τα υπόλοιπα θα τα αναλάμβαναν οι ίδιοι. Τους είχαν πει μάλιστα πως όλα αυτά ήταν ένα reality show που θα βιντεοσκοπείτο και θα παρουσιαζόταν στο εξωτερικό. Αρκεί να αντιγράψουν και να υπογράψουν τα κείμενα που τους έδωσαν.

Και οι τέσσερις, φυσικά ο καθένας χωριστά, είχαν κολακευτεί, άλλωστε δεν είχαν τίποτα να χάσουν και είχαν δεχτεί τους όρους του «παιχνιδιού». Ο κυριότερος όρος ήταν να λείψουν για λίγες μέρες από την πόλη μετά την κατάθεση των κειμένων και να ξαναγυρίσουν όταν τους ειδοποιήσουν οι αρμόδιοι στους οποίους άφησαν διευθύνσεις και τηλέφωνα.

Έτσι, ο Μπαϊρακτάρης έφυγε για Λάρισα

ο Αμανατίδης για τη Βέροια

ο Φράγκος για τον Πειραιά

ο Ζωίδης για τη Θεσσαλονίκη.

Σ’ αυτές τις πόλεις πήγαν χώρια, δίχως να γνωρίζει ο ένας την ύπαρξη καν των άλλων, σ’ αυτές τις πόλεις πέθαναν (ή τους «πέθαναν» κατά μυστήριο μέχρι στιγμής τρόπο) κι από αυτές τις πόλεις (μάλλον από τα νοσοκομεία, τα νεκροτομεία ή τα ξενοδοχεία ή τα σπίτια όπου έμειναν) βρέθηκαν όλοι μαζί, την ίδια μέρα, «ξαπλωμένοι» στην Κομοτηνή.

***

 Πολλοί έχουν ονειρευτεί ή και ευχηθεί ένα έγκλημα χωρίς ποτέ να (τολμήσουν να) το διαπράξουν.

Αρκούνται στη βίωση μιας εσωτερικής απονομής της δικαιοσύνης.

Αυτά σκεφτόταν και ο Αχμέτ, γκαρσόνι στην ψαροταβέρνα του Γιαχτσί, 19 χρονών από το Σαψί, όταν ξαφνικά μπήκαν μέσα στο μαγαζί οι αστυνόμοι και τον συλλάβανε. Ήξερε αρκετά ελληνικά αλλά δεν καταλάβαινε τί έλεγαν οι μορφωμένοι χριστιανοί, ο ανακριτής, ο εισαγγελέας, ακόμα και ο δικηγόρος που έβαλε η μάνα του 76 για να τον υπερασπίσει. Κάτι «έπιανε» για τον Ποινικό Κώδικα, για μίσος και έχθρα, για Κοράνι και Ευαγγέλιο αλλά νόημα δεν έβγαζε.

Κάποια στιγμή, μέσα στη φούρια, ο δικηγόρος τού είπε πως τον κατηγορούσανε ότι έκλεβε πτώματα πεθαμένων και τα πέταγε σε διάφορα σημεία της πόλης για να κάνει πλάκα στους περαστικούς, για να τους τρομάξει, για να προσβάλει τη μνήμη τους, την πίστη τους…

Τί κι αν φώναζε, μισοτούρκικα, μισοελληνικά, πως άλλοι τον βάλανε να κάνει αυτό το παιχνίδι για να «ξεγελάσουν» την Αστυνομία, πως άλλοι του έδειξαν από πού να πάρει τα πτώματα τα οποία τα είχαν μεταφέρει από αλλού, πώς του’ δωσαν 100 τούρκικες λίρες, τί κι αν…

Του όρισαν δικάσιμο και όλοι ήξεραν πως θα τιμωρηθεί αυστηρά για προσβολή μνήμης, παρασιώπηση, παρεμπόδιση, διατάραξη κλπ, κλπ.

***

 Ο εγκληματολόγος – φιλόλογος δεν πίστευε στην εκδοχή που του ανάλυσε ο υπαρχηγός και στην οποία συμφωνούσε και ο αστυνόμος, με βάση νεότερα στοιχεία που τους είχε στείλει η Europol.

Αυτοί οι δύο ισχυρίζονταν ότι:

– Ο νεκρός στη Νομαρχία συμβόλιζε το θάνατο των Ανθρώπινων Αξιών (ο Μπαϊρακτάρης ήταν στην πραγματικότητα αρμένιος, αιγυπτιακής καταγωγής, αναμεμιγμένος σε φονταμενταλιστικά κινήματα).

– Ο νεκρός στην Αστυνομία το θάνατο του Κράτους Δικαίου (ο Αμανατίδης αποκαλύφθηκε ότι ήταν εβραίος, αναρχικός, ακτιβιστής).

– Ο νεκρός στο L’amore το θάνατο των ιδεολογιών (ο Φράγκος αποδείχθηκε ότι ήταν κύπριος, διεθνούς κύρους επιστήμονας, με «τρομοκρατικό» παρελθόν).

– Ο νεκρός στο τουρκικό προξενείο το θάνατο της ειρήνης (ο Ζωίδης φαίνεται ότι το έπαιξε «διπλός» πράκτορας).

 

Ο εγκληματολόγος – φιλόλογος υποψιαζόταν – αλλά δεν το έλεγε φωναχτά – ότι τους τέσσερις θανάτους ενσάρκωνε/«συμπύκνωνε» ο «Τάκης», γι’ αυτό και τους «φορτώσανε» σ’ αυτόν, αφού και οι τέσσερις τύποι του λογοτεχνικού διαγωνισμού (Ξένος, Ξενοφανής, Ξενότροπος, Ξενοκράτης) μπορούσαν να συνδεθούν με τη θρησκεία του και την ιστορικότητα της παρουσίας του στη Γκιουμουλτζίνα.

Ήταν το ιστορικό θύμα της γεωπολιτικής και ο σημερινός αρνητικός φορέας κάθε πολιτισμικού και κοινωνικού φαινομένου διακρίσεων, μίσους και εχθρότητας. Το στίγμα τον ακολουθούσε ….

Αν το’ βλεπες ιστορικά, ο τούρκος «Τάκης», εκφραστής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σκότωνε και ξερίζωνε κάθε «ξένο» (έλληνα, αρμένιο, πόντιο κοκ.). Αλλά και οι διωκόμενοι πάντοτε προλάβαιναν να μαχαιρώσουν έστω τον «τούρκο Τάκη», μέχρι να εξαφανίσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κι από τότε, νέοι πόλεμοι, νέες εντάσεις, Μικρά Ασία, Κύπρος, κρατούσαν ζωντανές τις μνήμες που για πολλούς γίνονταν μίσος και ζητούσαν εκδίκηση αίματος.

Γι’ άλλους ήσαν μια ακόμα πρόφαση για «διαίρει και βασίλευε».

***

Στο υπόγειο ταβερνάκι η Νυχτερίδα, με κεμπάπ και στυφό κόκκινο κρασί, οι δυο διπλωμάτες, ο γάλλος Antoine Bobis και ο βρετανός Bill Tsiks, μιλούσαν χαμηλόφωνα και κρυφογελούσαν ακούγοντας από το μαγνητοφωνάκι τους το ηχογραφημένο μήνυμα: «Με δολοφόνησε ο Τάκης».

Είχαν εμφανιστεί στην Κομοτηνή σαν έμποροι κοσμημάτων, είχαν επισκεφθεί τα παλαιοπωλεία και τα μουσεία της πόλης, περπάτησαν από τη Τσανάκλειο μέχρι το σιδηροδρομικό σταθμό κι από το Ξενία μέχρι την Πανεπιστημιούπολη, αγόρασαν παραδοσιακό σουτζουκλουκούμ και τώρα ετοίμαζαν τις βαλίτσες για να επιστρέψει ο καθένας στη χώρα του.

Η αποστολή είχε πετύχει. Μ’ έναν απλό στημένο «λογοτεχνικό διαγωνισμό» κατάφεραν να βγάλουν στην επιφάνεια τους ψυχισμούς του πολυ-πολιτισμικού ψηφιδωτού της πόλης, με τέσσερα καλοπληρωμένα συμβόλαια ακαριαίου και «ανεξιχνίαστου» δηλητηριώδους θανάτου από δικούς τους επαγγελματίες και μ’ ένα κουζουλό μουσουλμανάκι, να ενεργοποιήσουν τις φοβίες των κατοίκων και δια των social media να ενημερώσουν τη διεθνή κοινή γνώμη ότι τα μίση ήσαν ακόμα ζωντανά.

Όλη η Κομοτηνή διάβαζε τα κείμενα των «πεθαμένων» και τα «υπόγεια ρεύματα» φούσκωναν και πάλι.

Όσο ο πραγματικός Αχμέτ, Αχμετάκης, Τάκης – αιώνιο θύμα και αιώνιος δράστης – δεν «εν-τοπίζεται» και δεν «εντάσσεται», αφού έτσι κι αλλιώς δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο αλλά ιστορικό φάντασμα (όπως οι ίδιοι έλεγαν φιλοσοφώντας), η Γκιουμουλτζίνα, η Θράκη θα παραμένει πάντοτε ένα διεθνικό πείραμα υπό εξέλιξη ή – για άλλους – μια βραδυφλεγής πολυπολιτισμική βόμβα υπό ελεγχόμενη (;) έκρηξη.

 

***

 – Η παλαιότερη διοίκηση της Γκιουμουλτζίνα που ανήκε στο Βιλαέτι της Αδριανούπολης, εκτεινόταν μέχρι τον Έβρο, την Ξάνθη και έμπαινε και μέσα στη Βουλγαρία, είπε ο Antoine Bobis καθώς έκανε check in το εισιτήριό του στο αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης.

– Μήπως πρέπει να ξανασκεφτούμε ένα τέτοιου τύπου τριεθνές μόρφωμα, αναρωτήθηκε ο Bill Tsiks παραδίδοντας τη βαλίτσα του. Στο επόμενο ταξίδι, σκέφτηκαν και οι δύο κι επιβιβάστηκαν στο αεροπλάνο για την Ευρώπη.

***

 Την ίδια ώρα στη Γκιουμουλτζίνα οι «νυχτερινές σκιές» ξανάρχισαν να κυκλοφορούν σε κάθε γωνιά της πόλης σπέρνοντας μηνύματα και φήμες πως η Ιστορία δεν έκλεισε ακόμα ούτε τον κύκλο της ούτε τους λογαριασμούς της.

 

 

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ

Μυστικός Αόρατος Τρόμoς

* σε «Ο τόπος πρόδωσε τον ένοχο», Τόπος 2014, σ. 43-70 52

(1) ξένος = ο αμέτοχος, ξενοφανής = ο εξωτικός, ξενότροπος = ο ανεξοικείωτος, ο ανεγκλιμάτιστος ξενοκράτης = ο επικυρίαρχος

(2) conformiste: κομφορμίστας, προσαρμοζόμενος

(3) innovateur: καινοτόμος, νεωτεριστής

(4) ritualiste: τυπολάτρης

 

 

ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΕΔΩ:  ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ     ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ  ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

 

LinkedIn