Παρασκευή 9 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ποιό ΕΜΣΤ θέλουμε, τι μουσείο μας ετοιμάζουν;

Tου Μάνου Στεφανίδη

ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ΜΑΝΟΣΗ τέχνη είναι αυτό το αγρίμι που τρέφεται με τους

κυνόδοντες και όχι με τους τραπεζίτες.

Μ.Σ.

 

-Ποιάν ιστορία και ποιό μοντερνισμό θα υποστηρίξει το υπό διαρκή αναθεώρηση ΕΜΣΤ, δηλαδή το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης;

Είναι απολύτως ενδεικτικό, πάντως, της κυρίαρχης νοοτροπίας ως προς την διεκπεραίωση- διαχείριση του πολιτισμού από το ως τώρα κυρίαρχο πολιτικό και μηντιακό σύστημα, το γεγονός πως, ενώ συζητείται δια μακρών η σχέση της τέως διευθύντριας με το ΠΑΣΟΚ αλλά και της νυν με τη ΝΔ, όπως επίσης η είσοδος στο προηγούμενο ΔΣ της Τράπεζας Πειραιώς και στο νυν καθεστώς της Alpha Bank (η νεοδιορισμένη για ένα χρόνο διευθύντρια παραμένει ακόμη καλλιτεχνική διευθύντρια του Ιδρύματος Κωστόπουλου, διευθύντρια της Μπιενάλε Θεσσαλονίκης;) δεν συζητείται διόλου τι είδους μουσείο θέλουμε, ποιες ανάγκες θα εξυπηρετεί, ποιαν ιδεολογία θα υποστηρίζει. Λες και αυτό είναι δευτερεύον και άνευ σημασίας. Λες και το πρωτεύον είναι ο τρόπος με τον οποίον θα πλασαριστούν ως managers του πολιτισμού μας και εκ-τιμητές της ιστορίας μας οι διάφοροι μεγαλόσχημοι ιδιώτες, οι κομματικοί εγκάθετοι ή οι καλαίσθητοι τραπεζίτες.

Μια τέτοια συζήτηση που είχε ξεκινήσει από τους πιο φωτισμένους εκπροσώπους της γενιάς του ’60 (π.χ. οι πρωτοβουλίες του “Δεσμού” με τους Θόδωρο, Χαΐνη, Κοκκινίδη, Μαυρομμάτη, κλπ.) σχεδόν μισό αιώνα πριν, είχε διακοπεί διαρρήδην από τη προηγούμενη, μυστικοπαθή διεύθυνση η οποία προετοίμαζε εν κρυπτώ το ιδεολόγημά της χωρίς καλλιτεχνικές επιτροπές ή ευρύτερες διαβουλεύσεις, ώσπου την πρόλαβαν οι εξελίξεις. Ο κ. Σαμαράς μετά την Αμφίπολη και το αρχαίο κλέος αδημονούσε να κατακτήσει και την επικράτεια του μοντέρνου ως αξιοθρήνητο άλλοθι του ακροδεξιού συντηρητισμού που ο ίδιος εκπροσωπεί. Μουσείο νάναι και ό,τι νάναι, με άλλα λόγια, και με τη συνδρομή του οικονομικο-κοινωνικού κατεστημένου, και του πρώην Προέδρου του ΣΕΒ, και της εν γένει ιδιωτικής πρωτοβουλίας, και της κας Όλγας Μετζαφού, στελέχους της ΝΔ, της οποίας το διδακτορικό «Ο ζωγράφος Γ. Ιακωβίδης» αποτελεί συμβολικά τη πυξίδα αναφορικά με το πόσος ακαδημαϊσμός αλλά και πόση πολιτική σπέκουλα χωράνε στο μοντέρνο. Απ´ την άλλη πλευρά πόσο μοντερνισμό, έστω και στην σύγχρονη αποϊδεολογικοποιημένη εκδοχή του, μπορεί να αντέξει μια χώρα που από τη προνεωτερική της αθωότητα πέρασε απότομα στη μεταμοντέρνα συνθήκη και που δεν γνώρισε αστική βιομηχανική επανάσταση αλλά μόνο κρατικοδίαιτο καπιταλισμό και διαπλεκόμενη, κομπραδόρικη ολιγαρχία. Για αυτού του είδους την πλουτοκρατία μιλούσε από τα τέλη του 19ου αιώνα ο Μιχαήλ Μητσάκης πολύ πριν τον Νόαμ Τσόμσκι ή έστω τον Παναγιώτη Κονδύλη.

Στην Ελλάδα οι μοντερνιστές δεν συγκρότησαν ποτέ ομάδα ή κίνημα, ήσαν πάντα δακτυλοδεικτούμενοι αποσυνάγωγοι σαν τον Χαλεπά, τον Εμπειρίκο, το Μπουζιάνη, το Στέρη, το Διαμαντόπουλο, τον Εγγονόπουλο, την Κάλλας, τον Σκαλκώτα, τον Μπόστ, την Αξιώτη, τον Κανιάρη, τον Χειμωνά, το Καρούζο, τον Δανιήλ, την Βασιλική Τσεκούρα, τον Χρήστο Τζίβελο, τον Μπάικα, τον Αληθεινό… Δεν ξεχνώ τη Χρύσα, το Στάμο, το Γαΐτη, τον Ακριθάκη, το Σαμαρά ή το Τάκι, αλλά όμως το έργο τους αρθρώνεται σε ένα διαφορετικό ιδεολογικό-κοινωνικό πλαίσιο. Με άλλα λόγια, στην Ελλάδα την ιστορία γράφουν οι εξαιρέσεις, ενώ ο κανόνας είναι ένα άθυρμα από μετριότητες και συναλλασσόμενους.

-Τι μουσείο, αλήθεια, χρειαζόμαστε;

-Αντέχουμε μια πρόταση που να μην αντανακλά πτωχοπροδρομισμό και επαρχιωτίλα, που να μην αναπαράγει το βαρετό διεθνές δήθεν και που να υποστηρίζει την ελληνική ιδιαιτερότητα (εφόσον βέβαια αυτή υπάρχει);

-Ένα μουσείο που να μην ανακυκλώνει τα 30-40 ονόματα που βλέπει κανείς σ’ όλα τα μουσεία της σύγχρονης τέχνης του δυτικού κόσμου και που εικονογραφούν την κυρίαρχη άποψη, όπως την έχουν αφηγηθεί τα διεθνή κέντρα, οι πολιτικές ελίτ, οι αγορές από την εποχή της αποικιοκρατικής έκρηξης, απ’ το ζενίθ του 20ου αιώνα ως σήμερα;

Εμείς συζητάμε απλώς για πρόσωπα, ψάχνουμε για μάνατζερ και χορηγούς, περνάμε τη λογική της ιδιωτικοποίησης και στα κρατικά μουσεία, επειδή μας βαραίνει η ευθύνη της ιστορίας και επειδή αυτή είναι η ευρύτερη, νεοφιλελεύθερη συνταγή.

-Τι όμως θα έχει μέσα αυτό το μουσείο και για ποιο λόγο;

Προσωπικά θα έβλεπα την τεκμηριωμένη συσχέτιση ανάμεσα στο εγχώριο και το ευρωπαϊκό, τις αποκλίσεις αλλά και την συμπόρευση, την όσμωση ανάμεσα στις επιμέρους τέχνες (π.χ εικαστικά και σινεμά, ο Αγγελόπουλος, ο Κανελλόπουλος.  Ας πούμε, και οι ’’Νέοι Ρεαλιστές’’), το θέατρο, τα βίντεο άντε και την performance, τους ’’αποκλίνοντες’’ σαν τον Άγγελο Παπαδημητρίου (πλάι στον Βέλμο, τον Καΐμη, τον Βιτσώρη, την Αξιώτη, την Μπερτσά, κ.α) που διαφοροποιήθηκαν με τον λαϊκό τους εξπρεσιονισμό προς την ακατανίκητη ακαδημαϊκή αισθητική. Επίσης την επιστροφή του τελάρου (π.χ. η περίπτωση του Σταύρου Ιωάννου, της Πελαγίας Κυριαζή, του Τάσου Μαντζαβίνου), τα graffiti και το ιδιάζον βάρος τους στις απρόσωπες πολιορκημένες πόλεις μας, τις εναλλακτικές ομάδες όπως το radar ή το ’’σώμα πολιτικό’’, την feminine art και την gay έκφραση αλλά και τον νεοακαδημαϊσμό καλλιτεχνών, όπως ο Λεβίδης ή ο Ρόρρης, οι οποίοι σαφώς συνιστούν μια μεταπολιτευτική πραγματικότητα αλλά και εκφράζουν μια συγκεκριμένη κοινωνική συνθήκη. Το ερώτημα είναι αν όλα αυτά συνιστούν σύγχρονη τέχνη (εγώ λέω, αναμφισβήτητα, ναι).

Πρόκειται ασφαλώς για εκείνα τα θέματα που ενώ αποτελούν το ζουμί της υπόθεσης και μας αφορούν όλους, ποτέ δεν συζητήθηκαν ανάμεσα στην επιστημονική και την καλλιτεχνική κοινότητα. Αντίθετα, τα μηντιακά κέντρα αναλώνονται στην ονοματολογία και τον κανιβαλισμό που τεχνηέντως προώθησε το ΥΠ.ΠΟ αντί να εφαρμόζει το νόμο και να προωθεί την αξιοκρατία. Απλώς προκηρύσσοντας τη θέση…

Κατά την άποψη μου η κ. Κοσκινά, ενώ είχε τα φόντα ν’ ανοίξει το παιχνίδι του ΕΜΣΤ τόσο επικοινωνιακά όσο και διοικητικά, έκαψε το χαρτί της καθώς βιάστηκε να συμμορφωθεί με την αδιαφανή ατζέντα του ΥΠΠΟ επί συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Παρουσιάστηκε έτσι η ίδια ως κυνική της εξουσίας και η Καφέτση ως θύμα με τον Ξυδάκη σε ρόλο Πόντιου Πιλάτου. Επιπλέον ο fast track τρόπος που πήρε τη διεύθυνση, ενώ ήταν και πρόεδρος στο Κρατικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, φαλκιδεύει τη θέση της στο μέλλον. Θα μπορούσε να απαιτήσει ανοιχτές διαδικασίες που θα την νομιμοποιούσαν απόλυτα και θα έδιναν στη διαδικασία ένα θεσμικό άλλοθι. Χρειάζεται επιπλέον σοβαρή, επιστημονική στήριξη την οποία, προς το παρόν, η ίδια δεν διαθέτει. Κατά την άποψη μου, η κ. Κοσκινά και η κ. Γρέγου θα ήταν οι πιο βασικές υποψήφιες, αν ακολουθούνταν ανοιχτές διαδικασίες, με τη πρώτη να υπερτερεί στα σημεία. Οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις έθεσαν σήμερα το όλο θέμα επί τάπητος. Τα πάντα παραμένουν ρευστά και τα εγκαίνια απομακρύνονται πάλι (αν εξαιρέσει κανείς το πούρο του τ. Υπουργού Ξυδάκη). Όταν ένα ιδιωτικό μουσείο, το Μπενάκη, με τον γνωστό του ελληνοκεντρικό προσανατολισμό του, προχωρά σε διεθνή προκήρυξη για τη θέση του διευθυντή γιατί δεν τολμά να κάνει το ίδιο το ΥΠ.ΠΟ για έναν χώρο τόσο κρίσιμο και τόσο φορτισμένο όπως το ΕΜΣΤ; Φοβάμαι πώς όποιος αξιοποιεί πολιτικά γραμμάτια, ναρκοθετεί και το μέλλον του χώρου που καλείται να υπηρετήσει και την προσωπική του αξιοπιστία.

“Βρισκόμαστε σήμερα στο 2015 μόλις μια δεκαετία μακριά από το αποκορύφωμα της σύγχρονης συλλογικής μας ψευδαίσθησης που ήταν το 2004. Έχει εν τω μεταξύ, επισυμβεί η κρίση -εγώ την ονομάζω παρακμή-, οδυνηρές αλήθειες, επιτέλους επιχειρείται να ειπωθούν και ακόμη πιο οδυνηρά μυστικά να αποκαλυφθούν. Η λεγόμενη «κρίση» λειτουργεί σαν ένας μεγάλος, αποκαλυπτικός καθρέφτης. Ο καθένας μπορεί να δει, εάν θέλει, κι ακόμη περισσότερο, να κατανοήσει. Να αυτό που μας κοιτά από απέναντι είναι κάτι περισσότερο από ένα είδωλο. Είναι μια ολόκληρη εποχή με τις νοοτροπίες, τις στρεβλώσεις, τους συμψηφισμούς, τις ουτοπίες, τις διαψεύσεις. Έχει να κάνει η τέχνη του καιρού μας με αυτόν τον καθρέφτη; Φοβάμαι όχι πολύ! Πλην ευάριθμων εξαιρέσεων συνέχισε να κάνει και στον 21ο ό,τι έκανε και στον 19ο αιώνα: δηλαδή να εξωραΐζει, να αποσιωπά, να ομφαλοσκοπεί. Περιπτώσεις σαν του Βλάση Κανιάρη (1928-2011), ενός δημιουργού που γνώρισε διεθνή αναγνώριση και που έγκαιρα κατήγγειλε τον γλοιώδη λαϊκισμό ο οποίος καταρράκωνε και κάθε έννοια αισθητικής, ήσαν ελάχιστες. Είναι χαρακτηριστικό πως η Εθνική Πινακοθήκη παραμένει σήμερα ερείπιο και θύμα της μεγαλομανίας της αιωνόβιας διευθύντριάς της, αναμένοντας από το Ίδρυμα Νιάρχου και την μετριοπαθή όσο και αποστασιοποιημένη από τα ιθαγενή πάθη διοίκηση του, να βάλει το χέρι πιο βαθιά στην τσέπη για να βγάλει ένα κατ’ άλλα εθνικό ίδρυμα από το αδιέξοδο.

-Πόση ειρωνεία κρύβεται στην μυθοποίηση του γούστου, αλλά και στην πίστη πως ένα έργο τέχνης είναι κατ´ ανάγκην «αιώνιο»;

-Είναι τελικά το kitsch ιστορικό φαινόμενο ή η έμπρακτη αμηχανία μας εμπρός στην ολομέτωπη επίθεση του μεταμοντέρνου;” (1)

Τα μεγάλα μουσεία της Δύσης, από το Centre Pompidou ως τα Guggenheim αποτέλεσαν τα σύμβολα μιας πολιτισμικής, πλανητικής αυτοκρατορίας. Σήμερα που η κάθε τοπική ιστορία, υποσκελίζει την παγκόσμια, τα μουσεία αυτά είναι συγχρόνως μεγαλειώδη και ξεπερασμένα. Αυτοεγκλωβισμένα στο υπερφίαλο μύθο τους και την πυροτεχνιματική σχέση τους με την ιστορία.

Εμείς, τι είδους μουσείο αντέχουμε;

 

*Δες περισσότερα στο manosstefanidis.blogspot.com : Φιξ, σερβίρεται και παγωμένο.

(1) Από τον κατάλογο της έκθεσης “Ιστορία – Ειρωνεία”, Μουσείο Βορρέ, 2014, σσ. 16-17.

*Ο Μάνος Στεφανίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο ΕΚΠΑ

LinkedIn