Σάββατο 10 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Τι πρέπει να κάνουμε για το χρέος

Του Νίκου Χριστοδουλάκη

Η απομείωση του ελληνικού χρέους είναι κάτι πολύ χρήσιμο, δεν πρέπει να ιδωθεί ως η μεγάλη και αποκλειστική προτεραιότητα της ελληνικής οικονομικής πολιτικής. Πρέπει να είναι ένα ζητούμενο ανάμεσα σε αρκετά άλλα, όχι όμως να τεθεί ως προϋπόθεση για να πάνε καλά άλλοι οικονομικοί στόχοι, κυρίως αυτός της ανάπτυξης και της απασχόλησης. Διότι εάν μείνει η Ελλάδα σε μια μονοδιάστατη διεκδίκηση μείωσης του χρέους, κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια μακρά αβεβαιότητα και αναμονή.

Σε αυτή την περίπτωση, ακόμη και αν γίνει απομείωση του χρέους θα είναι υπό όρους, οι οποίοι ενδεχομένως να είναι πολύ δυσμενείς. Μειώσεις χρέους στην ιστορία έχουν υπάρξει πάρα πολλές. Χονδρικά, είναι τριών ειδών.

Η μία κατηγορία μείωσης χρέους είναι αυτή η οποία γίνεται με απόφαση του ίδιου του ενδιαφερόμενου κράτους, όταν δεν μπορεί πια να πληρώσει την εξυπηρέτηση του χρέους και κηρύσσει μονομερή χρεοκοπία. Η δεύτερη περίπτωση είναι να συμφωνηθεί μια μείωση του χρέους με τους πιστωτές, είτε απευθείας είτε μέσω διεθνών οργανισμών και προεχόντως του Δ.Ν.Τ.. Η τρίτη περίπτωση είναι να γίνει μια βελούδινη μείωση του χρέους, η οποία δεν συνοδεύεται από ειδικά προγράμματα προσαρμογής.

Στην πρώτη περίπτωση μονομερούς αποκήρυξης του χρέους, η χώρα αποκόπτεται από τις διεθνείς αγορές, αλλά και από τους εγχώριους πιστωτές για πάρα πολλά χρόνια, ενδεχομένως δεκαετίες. Η Ελλάδα έκανε την τελευταία μονομερή πτώχευση την περίοδο 1932 2 -1936 και έκτοτε για να μπορέσει να ξαναδανειστεί από τις διεθνείς αγορές σε δικό της εθνικό νόμισμα πέρασαν περίπου 62 χρόνια και ξαναβγήκε το 1998. Άλλες χώρες υποφέρουν από αυτόν τον αποκλεισμό λιγότερο ή περισσότερο.

Η δεύτερη περίπτωση είναι να γίνει απομείωση του χρέους με διεθνή συμφωνία, όμως συνοδεύεται σχεδόν πάντα από ειδικά προγράμματα προσαρμογής τα οποία επεξεργάζεται το Δ.Ν.Τ. και περιλαμβάνουν βαρύτατους όρους δημοσιονομικής λιτότητας και εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων, οι οποίες συνήθως αφορούν το σύνολο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας. Τέλος, μια άλλη πολύ πιο ωραία, αλλά δυστυχώς πολύ πιο σπάνια, περίπτωση είναι η βελούδινη απομείωση, όπου συμφωνείται μεταξύ πιστωτών και κρατών να μειωθούν τα χρέη, χωρίς να υπάρχουν ειδικές κυρώσεις στο μέλλον. Αυτό γίνεται μόνο όταν υπάρχει μια βέβαιη προοπτική ταχείας οικονομικής ανάκαμψης.

Μια τέτοια περίπτωση ήταν η ρύθμιση του γερμανικού χρέους το 1953, μετά την οποία εκτοξεύθηκε η γερμανική οικονομία, αλλά αυτή έχει πολλές ιδιομορφίες, μη επαναλήψιμες κατά την άποψή μου. Μια άλλη περίπτωση απομείωσης είναι του Εκουαδόρ (Ισημερινού), που έγινε πριν από μερικά χρόνια αλλά για ένα μέρος του χρέους σχετικά μικρού ποσού και όταν η οικονομία είχε αρχίσει να μπαίνει σε μια τροχιά ταχύτατης ανάπτυξης, από την οποία οι πιστωτές προσδοκούσαν πολύ περισσότερα οφέλη, ακόμα και αν τα συμψηφίζανε με τις απώλειες που θα είχε η μείωση. Θεωρώ, ότι ούτε αυτή η περίπτωση συντρέχει, τουλάχιστον τώρα.

Η διαδρομή του χρέους δείχνει ότι από 20% περίπου τη δεκαετία του 1970 πήγε στο 100% περίπου τη δεκαετία του 1980. Με ενδιάμεσες διακυμάνσεις έμεινε γύρω από το 100% μέχρι το 2008 και έκτοτε εκτοξεύθηκε στα ύψη. Σήμερα είναι πάνω από 180% του Α.Ε.Π., παρά το γεγονός ότι έγινε μια σημαντική μείωση του χρέους το 2012. Αλλά τελικά και αυτή απεδείχθη ότι ήταν μια μικρή και προσωρινή ανακούφιση και το χρέος ξαναπήρε πάλι ανοδική πορεία ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Η πορεία του χρέους μετά το 2010 δείχνει όχι μόνο το πόσο ευαίσθητα είναι μερικά ζητήματα, αλλά και την αποτυχία διάγνωσης της κρίσης που είχε το 2010 η Ελλάδα. Οι διεθνείς οργανισμοί αντιμετώπισαν την κατάσταση ως μια κρίση χρέους και αποφάσισαν να εφαρμόσουν εμπροσθοβαρή προγράμματα λιτότητας για να το αναχαιτίσουν, αντί να τη θεωρήσουν μια κρίση ρευστότητας όπως πραγματικά ήταν και να την αντιμετωπίσουν με λιγότερη έμφαση στη λιτότητα και μεγαλύτερη έμφαση στην παροχή ρευστότητας.

Θεωρώ, ότι αν είχε υιοθετηθεί αυτό το μείγμα, τότε και το χρέος θα ήταν μικρότερο σήμερα. Αλλά εδώ έχουμε το παράδοξο να γίνεται διάγνωση για μια κρίση χρέους, να λαμβάνονται μέτρα για να το αναχαιτίσουν και αυτό να γίνεται ακόμα πιο ανεξέλεγκτο. Στο μέλλον, οι πολιτικές οι οποίες θα εφαρμοστούν, ελπίζω να αντλήσουν μερικά μαθήματα από αυτήν την έκδηλη αποτυχία.

Τι κάνουμε, όταν το χρέος είναι μεγάλο; Υπάρχουν τέσσερα πράγματα, με τα οποία μπορεί κανείς να διαμορφώσει πολιτικές. Καταρχήν είναι τα πρωτογενή πλεονάσματα μαζί με τις ιδιωτικοποιήσεις έτσι ώστε να ξεπληρώνονται οι πιστωτές, το δεύτερο είναι το κόστος δανεισμού, το τρίτο είναι ο πληθωρισμός και το τέταρτο είναι η ανάπτυξη. Σε ποια κατάσταση βρίσκονται αυτά τα μεγέθη, όσον αφορά το προσεχές μέλλον στην ελληνική οικονομία; Θεωρώ ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα του προϋπολογισμού, θα είναι χαμηλά, όσες προσπάθειες και να καταβληθούν.

Ο βασικότερος παράγοντας που θα κρίνει την πορεία του χρέους, δεν είναι η απομείωσή του, αλλά η ανάπτυξη που θα χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία. Σήμερα έχουμε δύο σενάρια, γύρω από τα οποία διεξάγεται η δημόσια συζήτηση, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και διεθνώς. Έχουμε το βασικό σενάριο της Ε.Ε., η οποία λέει ότι δεν χρειάζεται μείωση του χρέους. Αυτό είναι το αισιόδοξο σενάριο. Και γιατί δεν χρειάζεται μείωση του χρέους; Διότι θα πετύχουμε πρωτογενή πλεονάσματα από 3,5% έως 4%, ότι θα έχουμε ένα ρυθμό ανάπτυξης που θα είναι γύρω στο 1,8%, αλλά μπορεί να ανέβει και λίγο περισσότερο. Εάν τα κάνουμε αυτά, τότε σε δέκα χρόνια από σήμερα, το 2026, θα έχει φτάσει το χρέος στο 130% του Α.Ε.Π., το οποίο, η Ε.Ε. θεωρεί ικανοποιητικό, δεδομένου ότι και το δικό της θα είναι εκεί, γύρω στο 95% με 100% κ.λπ..

Ο βασικότερος παράγοντας που θα κρίνει την πορεία του χρέους, δεν είναι η απομείωσή του, αλλά η ανάπτυξη που θα χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία.

Η Ελλάδα είναι μια οικονομία, η οποία έχει βουλιάξει μέσα στην ύφεση τα τελευταία έξι χρόνια και, κατά συνέπεια, θεωρώ αδύνατον να συγκεντρωθούν και να συσσωρευθούν τα φιλόδοξα πρωτογενή πλεονάσματα πάνω από 3.5% με τα οποία βαυκαλίζονται διάφοροι σχεδιαστές γραφείου ότι θα πετύχουν μείωση του χρέους. Αυτά είναι ασκήσεις, οι οποίες μερικές φορές δεν αξίζουν ούτε καν το χρόνο που δαπανάται, για να τις γράψει κανείς σε ένα χαρτί.  Όσον αφορά το επιτόκιο δανεισμού, εννοείται ότι όσο χαμηλότερο είναι τόσο καλύτερα γίνεται η εξυπηρέτηση του χρέους και αυτό το χαρακτηριστικό, είναι το μοναδικό το οποίο σήμερα βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, εξαιρετικά ευνοϊκά για τη χώρα μας. Το τρίτο είναι ο πληθωρισμός: όταν αυξάνεται ο πληθωρισμός μειώνεται το χρέος. Αυτό συνήθως, γίνεται όταν η χώρα έχει τη δυνατότητα να κόβει χρήμα και κόβει πληθωριστικό χρήμα, οπότε μειώνεται χρέος, αλλά ταυτόχρονα καταρρέει και η οικονομία. Εν πάση περιπτώσει, όμως, για εμάς δεν προβλέπεται. Τώρα η χώρα μας βρίσκεται σε έναν συστηματικό αντιπληθωρισμό, της τάξεως του – 2% και – 1%. Στην καλύτερη περίπτωση, τα επόμενα χρόνια θα διαμορφωθεί γύρω στο 1% με 1,5%. Άρα, να μην περιμένουμε καμία σημαντική αποσυμπίεση του χρέους από τον πληθωρισμό.

Τέλος, είναι η ανάπτυξη. Προφανώς, όσο μεγαλύτερη ανάπτυξη έχει κανείς τόσο καλύτερα είναι ο λόγος χρέους προς Α.Ε.Π., αλλά και σε αυτόν τον τομέα οι επιδόσεις της χώρας μας είναι κακές, πολύ κακές μέχρι τώρα. Από του χρόνου θα αρχίσουν κάπως να βελτιώνονται, αλλά κατά την άποψή μου, οι προσδοκίες πρέπει να είναι μέτριες και όχι υπεραισιόδοξες.

Ένα άλλο πράγμα που έχει σημασία είναι το πότε χρωστάς και πότε πρέπει να τα πληρώσεις, η λεγόμενη κατανομή των οφειλών. Σε αυτόν τον τομέα, η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια πέτυχε μια θεαματική βελτίωση εξαπλώνοντας τις οφειλές σε πολύ μεγάλο διάστημα, που φτάνει μέχρι το 2059 και με ένα σχετικά ισορροπημένο τρόπο, εκτός από το 2016, το οποίο τώρα με τη δόση των 2,8 δις θα λήξει και ορισμένες χρονιές κοντά στο 2038. Υπάρχει όμως και μια κρίσιμη χρονιά, το 2019, όπου οι ανάγκες αποπληρωμών θα είναι 14 δισ. περίπου.

Γιατί είναι κρίσιμο το 2019; Διότι τότε θα έχει τελειώσει το 3ο μνημόνιο και η Ελλάδα πρέπει να ψάξει υποχρεωτικά να βρει από τις αγορές αυτά τα 14 δις της αποπληρωμής, συν τα τυχόν ελλείμματα τα οποία θα έχουν απομείνει. Και βλέπετε ότι, ενώ οι υποχρεώσεις μέχρι 5 το 2018 είναι καλυμμένες από το μνημόνιο και το χρηματοδοτικό πρόγραμμα που έχει, το 2019 θα έχει τελειώσει το μνημόνιο και πρέπει να καλυφθεί εξ ολοκλήρου από τις αγορές.

Εκεί λοιπόν, πρέπει να συντρέξουν μια σειρά από λόγοι, έτσι ώστε η ολική έξοδος στις αγορές να είναι επιτυχής. Διαφορετικά, εάν συμπέσει η έξοδος στις αγορές την 1η Ιανουαρίου του 2019 με το θέμα της απομείωσης του χρέους, τότε η Ελλάδα θα κινδυνέψει να χαρακτηρισθεί ως μια χώρα που δεν δύναται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προς τους πιστωτές και ενδέχεται αυτή η αίσθηση να οδηγήσει, σε σενάρια ανατρεπτικού χαρακτήρα όσον αφορά την πιστοληπτική δυνατότητα της χώρας.

Ακόμα και αν γίνει τότε η απομείωση του χρέους, θα γίνει με έναν οδυνηρό τρόπο, καθώς είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα συνοδεύεται από ένα δύσκολο πρόγραμμα προσαρμογής του τύπου που συνηθίζει το ΔΝΤ. Αυτό είναι το ένα χαρακτηριστικό. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ποιοι τα έχουν, τι είναι αυτοί που έχουν τα χαρτιά του ελληνικού δημοσίου. 15 δις είναι περίπου τα έντοκα, τα οποία τα έχει το εγχώριο σύστημα και ανακυκλώνονται κάθε 3, 6 και 12 μήνες. Είναι τα ομόλογα τα οποία είναι γύρω στα 60 δις και τα περισσότερα τα έχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Και είναι και τα δάνεια των θεσμών και των κρατών, τα οποία είναι 246 δις Αυτά, μας κάνουν το χρέος 320 δις.

Τώρα, τι από αυτά σκεφτόμαστε να μειώσουμε, εάν το θελήσουμε; Τα έντοκα εξαιρούνται, διότι είναι ένας τρέχων μηχανισμός χρηματοδότησης και αυτό στο οποίο πρέπει να δώσουμε προσοχή είναι τα ομόλογα και τα δάνεια των θεσμών. Αυτές είναι οι δύο κατηγορίες. Έχουν και αυτά όμως, μερικά ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά. Από τα ομόλογα, αυτό το οποίο έχει πολύ ενδιαφέρον να δει κανείς, είναι ότι έχουν απομείνει ομόλογα διαπραγματεύσιμα στις αγορές, μόνο 35 δις, από τα οποία, οι ξένοι επενδυτές έχουν μόνο 19 δις. Αυτό είναι ένα εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του χρέους, όπου μόνο το 7%, είναι στα χέρια ξένων επενδυτών, άρα είναι απίθανο να γεννήσει κερδοσκοπίες, σενάρια αβεβαιότητας κ.λπ.. Το 7% δεν μπορεί να δυναμιτίσει τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές της χώρας, όπως ενδεχομένως έγινε το 2009, είτε με την Ελλάδα, είτε με άλλες χώρες. Όλα τα υπόλοιπα είναι, στα χέρια Ελλήνων επενδυτών και μάλιστα θεσμικού χαρακτήρα, όπως είναι οι Τράπεζες.

Μετά την περιπέτεια την οποία υπέστησαν οι Έλληνες ομολογιούχοι με το PSI, φυσικά έχουν καεί τα χέρια τους και θα αργήσουν να ξαναπλησιάσουν. Κατά συνέπεια, το μεγαλύτερο μέρος ανήκει στους επίσημους φορείς. Είναι ο λεγόμενος επίσημος τομέας. Και αυτό, έχει μερικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά; Πρώτον, ότι είναι σχεδόν αδύνατον να θεμελιωθεί μια κερδοσκοπική επίθεση εναντίον της χώρας, σε επίπεδο χρέους.

Κατά συνέπεια, η απομείωση του χρέους, είναι μια διαπραγμάτευση την οποία θα πρέπει να κάνει η χώρα μας με τους θεσμούς, οι οποίοι είναι ταυτόχρονα και υπεύθυνοι για την υλοποίηση του προγράμματος και την υποτιθέμενη έξοδο της χώρας από την ύφεση. Αυτό, πρακτικά σημαίνει ότι θα έχει ένα συναινετικό χαρακτήρα, τόσο όσον αφορά την ελληνική πλευρά, δηλαδή ποιοι διεκδικούν εκ μέρους της Ελλάδος και σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι μόνο η Κυβέρνηση αλλά και η Αντιπολίτευση, έτσι ώστε να εμφανίζεται η χώρα ως έχουσα μια ενιαία άποψη στην διεκδίκηση αυτή. Όμως αυτό που κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρουσα την ιστορία είναι, ότι πρέπει να υπάρξει συναίνεση και μεταξύ των πιστωτών, όπου σήμερα βλέπουμε ότι υπάρχουν βαθύτατες διαφωνίες, ιδιαίτερα μεταξύ του ΔΝΤ και των ευρωπαϊκών θεσμών. Και μέσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, βέβαια, οι απόψεις δεν  είναι ενιαίες. Άλλες απόψεις έχει η ΕΚΤ, άλλες έχει ο SSM, άλλες έχουν οι διάφορες Κυβερνήσεις. Άρα εδώ, επιδιώκονται συναινέσεις και εθνικού χαρακτήρα βλέποντας τους έξω, αλλά πρέπει να επιτευχθεί μια συναίνεση και συμφωνία και στους έξω προς εμάς.

η απομείωση του χρέους, είναι μια διαπραγμάτευση την οποία θα πρέπει να κάνει η χώρα μας με τους θεσμούς, οι οποίοι είναι ταυτόχρονα και υπεύθυνοι για την υλοποίηση του προγράμματος και την υποτιθέμενη έξοδο της χώρας από την ύφεση. Αυτό, πρακτικά σημαίνει ότι θα έχει ένα συναινετικό χαρακτήρα, τόσο όσον αφορά την ελληνική πλευρά, δηλαδή ποιοι διεκδικούν εκ μέρους της Ελλάδος και σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι μόνο η Κυβέρνηση αλλά και η Αντιπολίτευση, έτσι ώστε να εμφανίζεται η χώρα ως έχουσα μια ενιαία άποψη στην διεκδίκηση αυτή.

Η απομείωση του χρέους, είναι μια διαπραγμάτευση την οποία θα πρέπει να κάνει η χώρα μας με τους θεσμούς. Αυτό, πρακτικά σημαίνει ότι θα έχει ένα συναινετικό χαρακτήρα, τόσο όσον αφορά την ελληνική πλευρά, δηλαδή ποιοι διεκδικούν εκ μέρους της Ελλάδος και σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι μόνο η Κυβέρνηση αλλά και η Αντιπολίτευση.

Υπάρχουν και μερικά παράδοξα. Για παράδειγμα, το ΔΝΤ, το οποίο έχει λαμβάνειν 14 δις τα προσεχή χρόνια, θέλει να γίνει μείωση του ελληνικού χρέους, όχι από το δικό του όμως. Αυτό και μόνο το στοιχείο, μειώνει την αξιοπιστία του επιχειρήματος του ΔΝΤ. Διότι του λένε, πολύ απλά, εάν τόσο πολύ καίγεσαι για αυτό, ξεκίνα από τον εαυτό σου. Δύο άλλα χαρακτηριστικά τα οποία έχουν σημασία. Το ένα θέμα είναι το μέσο επιτόκιο δανεισμού. Μετά τις ρυθμίσεις που έγιναν τα δύο τρία προηγούμενα χρόνια, και πέρυσι όμως, το μέσο επιτόκιο δανεισμού, έχει κατέλθει πλέον στο 2,2% με 2,7%. Αυτό είναι ένα από τα χαμηλότερα στην Ε.Ε.. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα σήμερα και τα προσεχή χρόνια, καταβάλλει για τόκους περίπου το 4% του Α.Ε.Π.. Επίσης από τα χαμηλότερα και στην ιστορία της και στην Ε.Ε.. Το 1996 ήταν περίπου πάνω από το 10%, μετά μειώθηκε γύρω στο 4% με 5%, ανέβηκε το 2010 στο 7% και τώρα είναι περίπου στο 4%.

Εδώ, θέλω να σας δείξω το κόστος δανεισμού για όλες τις χώρες της Ε.Ε.. Η Ελλάδα σήμερα, με αυτό που έχει πετύχει τα προηγούμενα χρόνια στους διακανονισμούς με τους θεσμούς, δανείζεται με χαμηλότερο επιτόκιο από 20 χώρες. Και μόνο 7 χώρες έχουν τη δυνατότητα ακόμα χαμηλότερου δανεισμού από την Ελλάδα. Αυτά είναι δύο χαρακτηριστικά τα οποία πρέπει να τα διαφυλάξει η Ελλάδα, ως κόρη οφθαλμού, για να μπορέσει να τα μεγιστοποιήσει στην πορεία και όχι να της αφαιρεθούν, εάν γίνει κάποια 8 άτσαλη διαπραγμάτευση ή νομίσουμε ότι αυτό αποτελεί μία μονομερή απόφαση της χώρας. Διότι τότε και οι άλλοι μετά, πολύ πιθανόν, να αναθεωρήσουν αυτά τα δύο εντυπωσιακά καλά στοιχεία, τα οποία έχει το χρέος. Τώρα, εάν θέλουμε να προχωρήσουμε σε μια μείωση του χρέους, καλό θα είναι να ξέρουμε ποια είναι εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα παίξουν ρόλο.

Ο βασικότερος παράγοντας που θα κρίνει την πορεία του χρέους, δεν είναι η απομείωσή του, αλλά η ανάπτυξη που θα χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία. Σήμερα έχουμε δύο σενάρια, γύρω από τα οποία διεξάγεται η δημόσια συζήτηση, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και διεθνώς. Έχουμε το βασικό σενάριο της Ε.Ε., η οποία λέει ότι δεν χρειάζεται μείωση του χρέους. Αυτό είναι το αισιόδοξο σενάριο. Και γιατί δεν χρειάζεται μείωση του χρέους; Διότι θα πετύχουμε πρωτογενή πλεονάσματα από 3,5% έως 4%, ότι θα έχουμε ένα ρυθμό ανάπτυξης που θα είναι γύρω στο 1,8%, αλλά μπορεί να ανέβει και λίγο περισσότερο. Εάν τα κάνουμε αυτά, τότε σε δέκα χρόνια από σήμερα, το 2026, θα έχει φτάσει το χρέος στο 130% του Α.Ε.Π., το οποίο, η Ε.Ε. θεωρεί ικανοποιητικό, δεδομένου ότι και το δικό της θα είναι εκεί, γύρω στο 95% με 100% κ.λπ..

Έρχεται μετά το ΔΝΤ, το οποίο λέει ότι 4% πρωτογενή πλεονάσματα, είναι αδύνατον. Βεβαίως τώρα το λέει ότι είναι αδύνατον, γιατί πριν από μερικά χρόνια νόμιζε ότι και αυτό θα τα πετύχει. Αλλά εν πάση περιπτώσει. Και επίσης λέει ότι, ναι μεν η ανάπτυξη, του χρόνου θα είναι κάπως καλύτερη, αλλά μακροπρόθεσμα και αυτή θα ξαναπέσει διότι υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, που δεν της επιτρέπουν μια απογείωση. Κάνει λοιπόν και αυτό την ίδια προσομοίωση σε έναν υπολογιστή και βγάζει ότι το 2026 το χρέος θα είναι 153% του Α.Ε.Π., πράγμα το οποίο το θεωρεί ότι είναι μη βιώσιμο και κατά συνέπεια, πρέπει να μειωθεί.

Αυτό το οποίο θα ήθελα να σας δείξω, είναι ότι, εάν μεταθέσουμε τη συζήτηση σε ένα άλλο πεδίο, μπορεί μερικά πράγματα να γίνουν πολύ καλύτερα. Ξεκινώ, λοιπόν, από μια υπόθεση ότι αν ο ρυθμός ανάπτυξης είναι καλύτερος τότε δεν θα χρειαστεί να έχουμε πολύ μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα. Θεωρώ ότι ένα ρεαλιστικό πρωτογενές πλεόνασμα είναι γύρω στο 1,6%, ίσως και λίγο παραπάνω, εάν τα πράγματα πάνε καλύτερα, αλλά μην έχουμε φρούδες ελπίδες ότι θα μπορέσει ποτέ η ελληνική οικονομία, τα προσεχή χρόνια, να πετύχει θεαματικά πρωτογενή πλεονάσματα.

Στην πραγματικότητα, σήμερα, κανένα κράτος της Ευρωζώνης δεν έχει πρωτογενή πάνω από 3%. Ακόμα και οι πιο διαπρύσιοι κήρυκες της οικονομικής λιτότητας, στο σπίτι τους έχουν ελλείμματα. Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο ρυθμός ανάπτυξης είναι 3,3% ετησίως επί μία δεκαετία. Το νούμερο το επέλεξα επίτηδες, έτσι ώστε στο τέλος της δεκαετίας το Α.Ε.Π. να επανέλθει στα προ της κρίσεως επίπεδα του 2008. Εάν υποθέσουμε ότι πετυχαίνουμε αυτό το ρυθμό ανάπτυξης, τότε το χρέος όντως θα είναι 130% του Α.Ε.Π. σε δέκα χρόνια, έτσι όπως θέλει αισιόδοξα η Ε.Ε. Εκεί, οποιαδήποτε απομείωση του χρέους, με αυτά τα δεδομένα, θα είναι περαιτέρω βοηθητική σε αυτή την πορεία.

Θεωρώ, ότι πρέπει πρωτίστως η ελληνική οικονομική πολιτική να μετατεθεί, κατά προτεραιότητα, στο πεδίο της ανάπτυξης και με ό,τι αυτό συνεπάγεται και δευτερευόντως να επιδιώκει, ως στόχο, αλλά όχι ως προϋπόθεση, την απομείωση του χρέους, έτσι ώστε να μην υπάρξει μνημόνιο ειδικής προσαρμογής. Διότι εάν είναι να γίνει απομείωση με νέο μνημόνιο, αυτό θα είναι για την ελληνική οικονομία μια νέα περιπέτεια αγνώστου εκβάσεως.

Εάν μου ζητηθεί η γνώμη, θα πρότεινα ότι αυτό είναι το πρώτο βασικό για την αντιμετώπιση του χρέους και μέσα σε αυτό το πλαίσιο φυσικά πρέπει να αξιοποιήσουμε περαιτέρω μετακυλίσεις, όπως για παράδειγμα τις υποχρεώσεις του 2019, έτσι ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την έξοδο στις αγορές. Το τέλος του 2018, που εκπνέει το μνημόνιο, δεν πρέπει να βρει την Ελλάδα ακόμα να ψάχνεται τι θα κάνει την επόμενη χρονιά. Κατά την άποψή μου, πρέπει να υπάρξει από τώρα μια προνοητική αποταμίευση, έτσι ώστε, ενδεχομένως, να μη χρειαστεί να τα μαζέψει όλα από τις αγορές το 2019.

Ένα δεύτερο μέτρο είναι ότι η χώρα μας μπορεί να διεκδικήσει ορισμένες επιμέρους ευνοϊκές ρυθμίσεις, όπως η συμμετοχή στην ποσοτική χαλάρωση της Κεντρικής Τράπεζας. Το ποσό δεν είναι θεαματικό, θα είναι περίπου 4 δις στην κορύφωσή του, αλλά θα επανανομιμοποιήσει την Ελλάδα στις διεθνείς αγορές. Θα είναι ένα πιστοποιητικό επανόδου, κατά κάποιο τρόπο, στα δρώμενα των διεθνών αγορών και θα προσπορίσει κάποια οφέλη, όταν αρχίσει η Ελλάδα να βγαίνει στην αγορά, γιατί έτσι θα βγει με καλύτερους όρους. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει η Ελλάδα να επιδιώξει να εισπράξει και αυτά, τα οποία της οφείλουν οι κεντρικές τράπεζες των χωρών της Ευρωζώνης. Αυτό είχε δοθεί μια χρονιά νομίζω, είναι από τα διακρατούμενα ομόλογα, τα οποία δεν είχαν υπαχθεί στο PSI και από τα  οποία εξακολουθούν να κερδίζουν τόσο η Ε.Κ.Τ. όσο και οι εθνικές τράπεζες.

Φοβάμαι, ότι η ύπαρξη του Υπερταμείου, έτσι όπως έχει γίνει, με το να προβλέπει ότι τα έσοδά της θα κατευθύνονται στην αποπληρωμή του χρέους κατά κύριο λόγο, ουσιαστικά αποτελεί ένα αρνητικό χαρακτηριστικό 12 της αξιοπιστίας της χώρας.

Φοβάμαι, ότι η ύπαρξη του Υπερταμείου, έτσι όπως έχει γίνει, με το να προβλέπει ότι τα έσοδά της θα κατευθύνονται στην αποπληρωμή του χρέους κατά κύριο λόγο, ουσιαστικά αποτελεί ένα αρνητικό χαρακτηριστικό της αξιοπιστίας της χώρας.

Αυτά, η Ελλάδα, νομίζω ούτε πέρσι, ούτε φέτος, τα έχει εισπράξει. Αυτή θα ήταν μια καλή ενέργεια, η οποία, αφενός μεν θα βοηθούσε την ελληνική οικονομία κατά ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσό, αφετέρου θα αφύπνιζε την κοινή γνώμη των χωρών της Ευρωζώνης, ότι κάτι πρέπει να γίνει με το χρέος. Η εκταμίευση αυτών των ποσών απαιτεί εγκρίσεις των Εθνικών Κοινοβουλίων, τα οποία με τον τρόπο αυτό θα συμμετάσχουν στην προβληματική για τη μείωση του χρέους της Ελλάδας. Επίσης, θεωρώ ότι πρέπει η Ελλάδα μόνη της, εκτός μνημονίου, να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα αλλαγών, μεταρρυθμίσεων και θεσμικών βελτιώσεων, έτσι ώστε να πείσει τους πάντες ότι εδώ μπαίνει οριστικά μια δημοσιονομική τάξη στη χώρα.

Πιστεύω ότι είναι απαραίτητο να κάνουμε αυτό που έκανε η Ισπανία το 2012, όταν επιέζετο σφόδρα από τις δυνάμεις των αγορών, τους κερδοσκόπους, αλλά και το Δ.Ν.Τ. να μπει σε μνημόνιο, αντέδρασε και αντ΄αυτού πέρασε θεσμικούς περιορισμούς στο Σύνταγμα. Το Σύνταγμά της πλέον απαγορεύει τα ελλείμματα και το χρέος να υπερβούν ένα συγκεκριμένο όριο και αυτό θεωρήθηκε ως μια ικανοποιητική εγγύηση στις διεθνείς αγορές. Έτσι, απέφυγε το μνημόνιο και επανήλθε η χρηματοπιστωτική αξιοπιστία της χώρας. Θεωρώ, ότι αυτό, το οποίο έγινε στη χώρα με τον δημοσιονομικό προσαρμοστή, – ο οποίος μπορεί να είναι κόφτης, μπορεί να είναι και στην άλλη κατεύθυνση – είναι ένα πρώτο βήμα, αλλά για να μη χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί ποτέ, καλό θα είναι να μπουν θεσμικοί περιορισμοί στο Σύνταγμα.

Νομίζω ότι τώρα που ξεκινάει και η συζήτηση για την Αναθεώρηση του Συντάγματος είναι ένας τομέας, στον οποίο μπορεί να συμμετάσχει η κοινωνία. Είναι χρήσιμο να μπει και στο Ελληνικό Σύνταγμα ένα πλέγμα από δημοσιονομικούς περιορισμούς, που θα εμποδίζουν την ανεξέλεγκτη εκτίναξη ελλειμμάτων και χρέους. Τέλος, ένα θέμα, το οποίο θα αντιμετωπίσουμε στο μέλλον, είναι η βαθμολογία της χρηματοπιστωτικής αξιοπιστίας της χώρας μας. Περιμένουμε όλοι ότι, καθώς ετοιμάζεται η Ελλάδα να βγει στις αγορές, αυτή θα βελτιώνεται. Φοβάμαι, ότι η ύπαρξη του Υπερταμείου, έτσι όπως έχει γίνει, με το να προβλέπει ότι τα έσοδά της θα κατευθύνονται στην αποπληρωμή του χρέους κατά κύριο λόγο, ουσιαστικά αποτελεί ένα αρνητικό χαρακτηριστικό της αξιοπιστίας της χώρας. Διότι, λέει στους έξω πιστωτές, ότι η χώρα αυτή μπορεί να πληρώσει τα χρέη της, επειδή της έχουν μπει δρακόντειοι περιορισμοί στο πώς κατευθύνει και χρησιμοποιεί τη δημόσια περιουσία.

Θεωρώ, λοιπόν, ότι πρέπει να βάλει πλώρη η ελληνική οικονομική πολιτική, έτσι ώστε τα επόμενα χρόνια, όσο καλυτερεύουν τα πράγματα, να υπάρξει μια επανεθνικοποίηση του Υπερταμείου, και να περάσει κάτω από τον αμιγή έλεγχο του έθνους, του ελληνικού κράτους. Να μετεξελιχθεί σε ένα πραγματικό ταμείο επενδύσεων, διότι, έτσι όπως μερικοί το έχουν στον νου τους, θα γίνει ταμείο αποεπενδύσεων, εάν χρειαστεί να πουλάει και να ιδιωτικοποιεί για να πληρώνει οφειλές του χρέους. Αυτό, βέβαια, δεν μπορεί να γίνει άμεσα, αλλά πιστεύω ότι μπορεί να αποτελέσει έναν στρατηγικής σημασίας στόχο των επομένων ετών. Έτσι ώστε η η Ελλάδα, όχι μόνο να καταφέρει να μειώσει το χρέος της με την ανάπτυξη, όχι μόνο να πείσει τους άλλους, ότι αξίζει να επενδύσουν στην περαιτέρω απομείωση του χρέους, γιατί είναι μια οικονομία που έχει μπει σε τροχιά επανεκκίνησης και προόδου, αλλά επίσης έχει ανακτήσει και τον εθνικό έλεγχο στον εθνικό της πλούτο, για να μπορεί να τον αξιοποιεί με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο.

 

Ομιλία του πρώην υπουργού Οικονομικών στη συνεδρίαση της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής
 ΑΥΡΙΟ:  Το Χρέος, η Ευρώπη και το ΔΝΤ
LinkedIn