Πέμπτη 8 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

“Φύγε απο δω, ρε Γκαίτε, πρωί πρωί παναθεμάσε!”

Του Γιώργου Μαρκάκη

ΜΑΡΚΑΚΗΣΣε ένα πανηγύρι το καλοκαίρι του 1981 πάνω στο Ανταρτικό, κοντά στο φράγμα του Μέγδοβα παρέα με τον αξέχαστο φίλο μου τον ζωγράφο Παντέλο Σαμπαλιώτη ‘έμεινα ξερός’ ! Δεν ήταν το τσίπουρο η αιτία. Με πέτυχαν ξώφαλτσα απρόσμενα μερικοί στίχοι πάνω στο γλέντι. Άκουσα την τοπική εύχυμη καραγκούνα πρωταγωνίστρια να άδει ένα άσμα που’ταν γνωστό στους ντόπιους τότε:

“…Να πάρεις φόρα συ απο ‘δω, να πάρω φόρα ‘γω απ’ την άλλη …να ριξμ’ του ντουβάρ’»…

Μπροστά μέσα σε ένα γλυκό σύννεφο από τσίπουρο …σταφυλιού ζαμπέλας το διαβολάκι μου έδειχνε προφητικά τι θα γινόταν δέκα χρόνια αργότερα άσχετα αν η παρέα της Sant Ambroise στην Republiqie σκόρπισε στον χάρτη. Πού έβλεπα γω ο δόλιος τότε;

Όταν κατέβηκα στην πόλη θυμόμουν για πάντα το αξέχαστο Solex του Παντέλου που είχαμε ανεβάσει πάνω στα κορφοβούνια πάνω στο αγροτικό ενός ξυλοκόπου που την κοπάνισε όταν δοκίμασε την χωριάτικη σαλάτα γεμάτη με καυτερές πιπεριές που κουβαλάω μόνιμα παντού!

Πάνω στον Ίταμο τότε είχε ένα και μοναδικό σπίτι. Αυτό του φίλου του Παντελή του οδοντίατρου. Σήμερα ερχόμενος απο την πλευρά της Ευρυτανίας -δηλ. τσακαλο-πεζοπορία ….θυμίζει λες και μπαίνεις στην επίπεδη Καρδίτσα. Αγνώριστος ο τόπος.

“…Κατεδαφίσεις αξιακές γίνονται, ας είναι και βουνά, ρε ψηλέ” του λεγα .

“Τα βουνά είναι ατέλειωτα, φίλε μου. Τα έχουν όλα” μου απαντούσε

‘Στο κάτω κάτω, ρε ψηλέ, τι να μας διδάξει Αισχυλο-Ευρυπιδικά η γερμανόφωνη νεοφαρανωική πυραμίδα που να μην μας Αισχυλο-χαμογελω-ξεχειλίσει ;”

…Και μετά;

Μετά υποδυόμουν χαράματα τον διάβολο που ξεπρόβαλε μέσα από το δάσος, φορώντας στο κατακαλόκαιρό μια ποιμενική κάπα, που τον επισκέπτονταν μέσα στον ύπνο του για να τον δελεάσει;

“Παντεληηηηή ! Σου δίνωωωω όοοοολο το χρήμα που μπορείς να ονειρευτείς … Αρκεί και μόνο να βάφεις για τους Ίάπωνες μόνο με γαλάζιο χρώμα τον καμβά τους για τα επόμενα 10 χρόνια ” του απήγγειλα μέσα στον ύπνο του ξημερώματα”.

“¨Φύγε απο δω, ρε Γκαίτε, πρωί πρωί παναθεμάσε!” μου απάνταγε. “Μην μασάς το πνευματικό οξυγόνο μου”.

Έπρεπε να περάσουν κάποιες δεκαετίες για να πουλάει εκεί πλέον ο τοπικός φούρνος ψωμί πολυτελείας ενώ στα Χαυτεία στο καρακέντρο της Αθήνας να νοιώθουμε την ανάγκη να αγοράσουμε στη γωνία Πανεπιστημίου και Πατησίων ψωμί χωριάτικο μαύρο. Γερμανικό!

«To Solex τι θα το κάνεις, ρε μουρλέ, εδώ πάνω;» τον ρώταγα γεμάτος περιέργεια. «Το μόνο άθλημα που ‘παίζει’ εδώ 2 χλμ ψηλά, και χειμωνιάτικα μάλιστα , είναι το Super G slalom κατάβαση χωρίς φρένα για να ξεδοντιάζεις ριζικά την άνω και κάτω γνάθο και να πλαγιάσεις σαν περισπωμένη, φαρδύς πλατύς μέσα στο απέραντο δάσος των κολοσσιαίων οδοντοφλυφίδων απο οξιές».

«Η απόλυτη ηρεμία και το καθάριο οξυγόνο, ρε Γιώργο, είναι η αιτία! Για αυτό δεν μπορείς να κλείσεις μάτι ρε μπαγάσα εδώ πάνω… Γι’ αυτό σου κουβαλάω το solex πάνω στον Ιταμο!».

Πραγματικά με τον ήχο αλλά και το βρώμικο λαδο-καυσέριο από το Ευρωπίνο του, κοιμήθηκα το ίδιο βράδυ σαν πουλάκι. Άντε τώρα να σκεφτώ την περίοδο που φοιτούσα σε Εφηρμοσμένη Ψυχολογία να συνταγο-χαπο-γραφήσεις τον ήχο απο Solex και Ευρωπίνο για να καταπολεμήσεις την αυπνία.

Εμ, βέβαια. Τότε για ένα δυο φεγγάρια έμενα στα Ιλίσια στην Μικράς Ασίας κοντά στο νοσηρό θορυβώδες ποτάμι της Μιχαλακοπούλου και συχνά ξυπνούσα τα βράδια στο ημιυπόγειο μέσα σε κυριολεκτικά σύννεφο απο μαύρο πυκνό καυσαέριο. Που και πως να κοιμηθώ εγώ σε κυριο-λεκτική απόλυτη σιγή;

Σήμερα που δεν υπάρχει θερμός, αλλά ούτε ψυχρός πόλεμος αλλά μόνο πικρός και γλυκόξινος, η νέα πρωθυπουργός της Αγγλίας δήλωσε με θάρρος για να πείσει σαφέστατα και ανδρικά τους κοινωνούς της ηλεκτρονικής τροχιοδηκτικής ενημερωτικής βολής που τονώνει εξ ίσου τον παγκόσμιο κοινό φόβο και που οφείλει φοβικά να αυτοδιαφημίζεται

«Ναι, θα έριχνα ατομική βόμβα αν χρειάζονταν».

Σε μια περίοδο που αιμορραγούμε χωρίς να κυοφορούμε τουλάχιστον άμεσα και ακόμα την τελική αναμέτρηση του πλανήτη που μέλλει κατοικηθεί αργά ή γρήγορα μόνο απο κατσαρίδες, το τοίχος μεν στο Βερολίνο δεν υπάρχει αλλά τα κατεδαφιζόμενα υλικά μεταφέρθηκαν με φορτηγά Mercedes σε άλλα μέρη.

«Θέλετε Τοίχο στην Βουδαπέστη; Μάλιστα θα τον έχετε… και ένα ντουβάρ’ στα νότια Βαλκάνια που φυλούν Σκοπιά;»

«Έεεερχεται! Αμέσωωωωως!»

Η τεχνογνωσία υπάρχει εδώ γύρω μας. Είναι υπαρκτή και προέρχεται από τον αν-ύπαρκτο Σοσιαλισμό που ορθώνονταν μπροστά και απέναντι στον εξ ίσου -πάντα- υπαρκτό τραπουλόχαρτο κεκλιμένο τραπεζικό πύργο που διέθετε τάχα μας πανίσχυρη μόνωση από εύφλεκτα εύκαμπτα και ευάερα… τραπεζογραμμάτια. Αχ, το αμάντρωτο ευρω-μάντρα μας μαντρώνεται από μάντρα. Πανταχόθεν.

Κρατάγαμε πρακτικά σε θεωρητική παιδική τσουλήθρα. Ήμασταν κομπάρσοι και το παίζαμε σκηνοθέτες. Τα υπαρκτά ντουβάρια όλων των πλευρών πέφτουν. Αυτά όμως στις μάντρες του μυαλού παραμένουν αναλλοίωτα και σαφώς περισσότερο αποκλειστικά από ο,τιδήποτε.

 

*Παραγωγός ραδιοφώνου- κλινικός ψυχολόγος.

LinkedIn