Δευτέρα 5 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Delenda est populismus (2): Οι ιστορικές ρίζες του λαϊκισμού στην Ελλάδα

Τα φιλορωσικά συναισθήματα επιβιώνουν έντονα ως και σήμερα. Η στάση συνολικά του λαϊκού ρεύματος αυτού δεν επηρεάστηκε ούτε από μια σειρά αρνητικών συνεπειών λόγω των παρεμβάσεων της Σοβιετικής Ένωσης/Ρωσίας στα Ελληνικά θέματα. (ΦΩΤΟ: ΑΠΕ- ΜΠΕ / ΑNDREA BONETTIΤα φιλορωσικά συναισθήματα επιβιώνουν έντονα ως και σήμερα. Η στάση συνολικά του λαϊκού ρεύματος αυτού δεν επηρεάστηκε ούτε από μια σειρά αρνητικών συνεπειών λόγω των παρεμβάσεων της Σοβιετικής Ένωσης/Ρωσίας στα Ελληνικά θέματα. (ΦΩΤΟ: ΑΠΕ- ΜΠΕ / ΑNDREA BONETTI

Του Κωνσταντίνου Ν. Φουντουλάκη

ΦΟΥΝΤΟΥΛΑΚΗΣ

 

Μετά την ανεξαρτησία δύο κύρια ρεύματα θα κυριαρχήσουν στην Ελληνική κοινωνία. Το πρώτο περιλάμβανε τους μορφωμένους δυτικόφιλους και προοδευτικούς, αλλά τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού φαίνεται να εκφραζόταν από το δεύτερο ρεύμα που περιλάμβανε χαμηλής μόρφωσης ή εντελώς αμόρφωτο κόσμο, βαθιά θρησκευόμενο και ρωσόφιλο. Το δεύτερο αυτό ρεύμα αποτέλεσε έκτοτε το βασικό ρεύμα προσανατολισμού του Ελληνικού λαού αν και όχι της εξωτερικής πολιτικής του Ελληνικού κράτους. Αντανακλούσε ένα ισχυρό αντιδυτικισμό και ένα αντικαθολικό θρησκευτικό αίσθημα, σε συνδυασμό με ενα ισχυρό φιλορωσικό προσανατολισμό.

Οι ρίζες του ρεύματος αυτού μπορεί να αναζητηθούν στο πολύ μακρύ παρελθόν, μέχρι τον ανταγωνισμό Αρχαίας Ρώμης και Ελλάδας, αλλά πιθανότατα οι βάσεις του τέθηκαν πιο καθαρά μέσα από τον ανταγωνισμό τον διαφόρων Πατριαρχείων για την πρωτοκαθεδρία. Η πτώση μεγάλου μέρους της αυτοκρατορίας στο Ισλάμ αφήνει μόνο δύο ανταγωνιστές: Την Κωνσταντινούπολη και τη Ρώμη. Η επόμενη φάση του ανταγωνισμού περιλαμβάνει την στέψη του Καρλομάγνου από τον Πάπα και την ανακήρυξη ενός «καινούριου δυτικού κράτους», της Αγιας Ρωμαικής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους, χωρίς την έγκριση ή την αναγνώριση του ανατολικού κράτους που θεωρούσε τον εαυτό του θεματοφύλακα. Ακολουθεί η κατάκτηση της Βυζαντικής νότιας Ιταλίας από τους Νορμανδους τον 11ο αιώνα και η οριστική ανεξάρτητη στροφή της Ρώμης προς τα δυτικά.

Το ανάθεμα και το σχίσμα των Εκκλησιών το 1057 θα ακολουθήσει η βίαιη δυτικοποίηση της θρησκευτικότητας στη νότιο Ιταλία, η σφαγή των λατίνων στην Κωνσταντινούπολη το 1182 (που δε διδάσκεται στα Ελληνικά σχολεία), η σε αντίποινα λεηλασία της Θεσσαλονίκης το 1185 και τελικά η άλωση της Κωνσταντινούπολης κατά την Δ Σταυροφορία το 1204. Μέχρι και την άλωση της Κωνσταντινούπολης απο τους Οθωμανούς η σχέση Βυζαντίου-Δύσης θα είναι δύσκολη και τελικά η ένωση που θα επιτευχθεί λίγο πριν την αλωση δε θα έχει κανένα αποτέλεσμα. Ο ίδιος ο μεγάλος Δούκας Λουκάς Νοταράς, «πρωθυπουργός» του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου θα συνοψίσει την λαική άποψη της εποχής: Καλύτερα τουρκικο σαρίκι παρά η τιάρα του Πάπα. Διαχρονική ρήση που επανέρχεται συνέχεια με παραλλαγές που αφορούν την εκάστοτε εποχή.

Η πιο σημαντική όμως διεργασία θα λάβει χώρα κατά την Τουρκοκρατία. Στο θεοκρατικό Οθωμανικό κράτος η εκκλησία θα πάρει ρόλο ηγέτη των χριστιανών (βασικά των Ρωμιών-Ελλήνων) όμως αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο ρόλος αυτός οργανώνεται ως επίσημος θεσμός του κράτους και η εκκλησία ως ταγός των υπόδουλων αναλαμβάνει υποχρεώσεις και προνόμια και λογοδοτεί στο Σουλτάνο.

Τους αιώνες που ακολουθούν αναπτύσσεται ένας πολιτισμικός χώρος βασισμένος στην ορθόδοξη θρησκευτικότητα, τον αντιδυτικισμό και την καταδίκη του νεωτερισμού (με αποκορύφωμα τον αφορισμό της άλγεβρας το 1819, το κλείσιμο πολλών σχολείων – όχι όμως από τους Τούρκους – και την απόπειρα  προληπτικής θεολογικής λογοκρισίας σε όλα τα ελληνικά βιβλιοπωλεία της Κωνσταντινούπολης). Αυτό εξυπηρετεί τόσο τον Σουλτάνο όσο και την εκκλησία καθώς και οι δύο βασίζονται σε θεοκρατική προσέγγιση.

Ο περίφημος «ελληνικός διαφωτισμός» δεν είναι παρά ενα κουτσουρεμένο κίνημα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της παραπάνω κατάστασης, το οποίο με ελάχιστες εξαιρέσεις π.χ. ίσως ο Κοραής) στερείται των βασικών ποιοτικών χαρακτηριστικών του δυτικού διαφωτισμού και ουμανισμού. Την κατάσταση επιδεινώνει η αδυναμία ανάπτυξης αστικής τάξης στην Οθωμανική αυτοκρατορία και κατ’ επέκταση στον Ελληνικό χώρο κυρίως λόγω της ανομίας που κυριαρχεί και η οποία κάνει αδύνατη τη συσσώρευση και επένδυση κεφαλαίων τα οποία μοιραία φεύγουν προς τη Βιέννη, το Βουκουρέστι και την Οδυσσό.

Εκτός από τη μάστιγα των ληστρικών συμμοριών, στον Ελληνικό χώρο την περίοδο αυτή κυριαρχεί ένα παραγωγικό μοντέλο που προσομοιάζει πολύ σε αυτό της «μανιφακτούρας» με έντονα αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά. Έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον η θέση της Τσαρικής Ρωσίας στο οικοδόμημα αυτό. Παρά την ανταγωνιστική σχέση της με τους Οθωμανούς και παρά τις κατ’ επανάληψη τυχοδιωκτικές ενέργειες το «ξανθό ομόδοξο γένος» απολαμβάνει μιας ιδιότυπης ασυλίας, πιθανόν επειδή ανήκει και αυτό στον αντιδυτικό χώρο.

Μετά την απελευθέρωση, η θέση της εκκλησίας στο ελεύθερο πλέον Ελληνικό κράτος που είχε ήδη διατυπώσει ένα ριζοσπαστικό σύνταγμα κατά τις εθνοσυνελεύσεις των επαναστατικών χρόνων, απετέλεσε σημαντικό ερώτημα, και ένας από τους κύριους διακηρυγμένους στόχους του Ρωσόφιλου κόμματος ήταν η υπεράσπιση της Ορθόδοξης εκκλησίας. Το ρεύμα αυτό πήρε πολλές μορφές στους δυο αιώνες της εθνικής ανεξαρτησίας, με την αντιδυτική διάθεση να είναι ένα σταθερό χαρακτηριστικό. Ανάλογα με την περίοδο περιέλαβε φιλορωσικές ή κουμμουνιστικές απόψεις μαζί με αντιβρεττανικά ή αντιαμερικανικά/αντι-ιμπεριαλιστικά αισθήματα και κατά παράξενο τρόπο τα συνδύαζε με εθνικισμό και θρησκευτικότητα.

Τα φιλορωσικά συναισθήματα επιβιώνουν έντονα ως και σήμερα, και σ’ αυτό το πλαίσιο είναι κατανοητή -αν και δεν παύει να είναι εντυπωσιακή- π.χ. η στάση του ΚΚΕ απέναντι στην ολιγαρχική καπιταλιστική Ρωσία του Πούτιν. Η στάση συνολικά του λαϊκού ρεύματος αυτού δεν επηρεάστηκε ούτε από μια σειρά αρνητικών συνεπειών λόγω των παρεμβάσεων της Σοβιετικής Ένωσης/Ρωσίας στα Ελληνικά θέματα, από την κατ’ επανάληψη εξώθηση σε επανάσταση και εγκατάλειψη κατά την Τουρκοκρατία, τη στήριξη των σλαβικών κρατών σε βάρος της Ελλάδος (π.χ. Βουλγαρία), το ρόλο της ΕΣΣΔ στην καταστροφή του 1922 και μέχρι την περιπλοκή και τραγωδία του Κυπριακού.

Μετά τον πόλεμο της Κριμαίας η Ελλάδα περνά οριστικά πλήρως στην Βρεττανική σφαίρα επιρροής αλλά γίνεται γρήγορα φανερό ότι ο μόνος τρόπος να ελέγξει τα αντι-βρεττανικά και φιλορωσικά αισθήματα (μια ταξιαρχία Ελλήνων εθελοντών είχε πολεμήσει με την πλευρά των Ρώσων στην Κριμαία) ήταν μέσω ενός διεφθαρμένου συστήματος συντεχνιών, ομάδων συμφερόντων και πολιτικών κομμάτων που απευθυνόταν σε «πελάτες-προστατευόμενους» αντί σε ψηφοφόρους. Το δίκτυο αυτό βασιζόταν στη χρηματοδότηση μιας σειράς δανείων από το εξωτερικό τα οποία ποτέ δεν υπηρέτησαν τον πρωταρχικό τους σκοπό. Αντίθετα χρησιμοποιήθηκαν με τελικό προφανή σκοπό την εξαγορά ψήφων. Με βάση το σύστημα αυτό, τα πολιτικά κόμματα είχαν την δυνατότητα να πυροδοτούν κοινωνικές αναταραχές και να επηρεάζουν το πολιτικό σκηνικό με αντιδημοκρατικούς τρόπους. Τελικά, δυστυχώς η μοίρα της Ελλάδος ήταν τις περισσότερες φορές ο ψηφοφόρος να πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε διεφθαρμένους, ανίκανους και σε εντελώς άφρονες εκτός πραγματικότητας πολιτικούς.

Η στοίχιση της Ελλάδος με τις δυτικές δημοκρατίες μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο ακολουθήθηκε από μια σειρά τραγικών πολεμικών περιπετειών με εξαιρετικά υψηλό κόστος τόσο σε ανθρώπινες ζωές όσο και σε καταστροφή υποδομών, ωστόσο εξασφάλισε την εθνική της ολοκλήρωση και την σταθεροποίηση της ύπαρξης και της θέσης της σε σχέση με βόρειους, ανατολικούς και δυτικούς αντιπάλους στην περιοχή. Το χαρακτηριστικό της χώρας ήταν ότι κατά τη διάρκεια του Β ΠΠ ήταν η μόνη χώρα με αντάρτικο κίνημα. Παρόμοια κινήματα παρατηρήθηκαν μόνο στη Σερβία, την Πολωνία και την Σοβιετική Ένωση. Στις άλλες χώρες η «αντίσταση» κατασκευάστηκε εκ των υστέρων πάνω σε μεμονωμένες ενέργειες ώστε να δικαιωθεί ηθικά το μεταπολεμικό κυβερνητικό σχήμα.

Στην Ελλάδα το αντάρτικο ήταν τοσο μαζικό ώστε στην Κρήτη μόνο ο αριθμός των ανταρτών στα βουνά ξεπερνούσε αυτόν σε ολόκληρη τη Γαλλία και πιθανότατα έφτασε κάποια στιγμή έως και το 1% του πληθυσμού. Κάτι τέτοιο θα αντιστοιχούσε σε μισό εκατομμύριο αντάρτες στη Γαλλία, νούμερο εξωπραγματικό (50.000 είναι ο μεγαλύτερος αριθμός που αναφέρεται αλλά μετά την απόβαση στη Νορμανδία ούτε το 1/3 δε φάνηκε να υπήρχε πραγματικά).

Μετά τον πόλεμο το κομμουνιστικό και λαϊκίστικο ρεύμα οικειοποιήθηκε αυτό το μαζικό κίνημα και ως σήμερα χρησιμοποιείται στο ρόλο μιας αντιδυτικής σημαίας και πιο πρόσφατα μιας αντιγερμανικής διάθεσης. Η πραγματικότητα φαίνεται να είναι ότι στον πυρήνα του κινήματος αυτού που είχε μια ευρεία πολιτική συμμετοχή, υπήρχε μια δυναμική μειοψηφία με κρυφή ατζέντα την εγκατάσταση λαϊκής δημοκρατίας με βίαια μέσα. Αυτό επίσης είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στην ιστορία της «αριστεράς»

 

* Delenda est populismus: Ο λαϊκισμός πρέπει να καταστραφεί. Από τη φράση με την οποία τελείωνε ο Κάτων ο Τιμητής τους λόγους του: Delenda est Carthago ή Carthaginem esse delendam (Η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί)

** Το πρώτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

AYΡΙΟ ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

*Ο Κωνσταντίνος Ν. Φουντουλάκης είναι αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ([email protected]).

 

LinkedIn