Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Έμφυλες ταυτότητες: Υπάρχει «ενδιάμεσο» φύλο;

Του Γ. Καραβάνα*

 

Το φύλο δεν είναι κάτι που αποφασίζεις ούτε κάτι που μαθαίνεις – είναι κάτι που σου συμβαίνει, κάτι που νιώθεις. Δεν αφορά μόνο στη γενετήσια λειτουργία αλλά και σε πολύ περισσότερα. Φυλετικός διμορφισμός (διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα) εμφανίζεται σε πολλά διαφορετικά όργανα και συστήματα οργάνων, όπως το μυοσκελετικό σύστημα, το καρδιαγγειακό σύστημα, το νευρικό σύστημα, το αναπνευστικό σύστημα, το δέρμα και άλλα. Φυλετικός διμορφισμός εμφανίζεται επίσης στην ανθρώπινη συμπεριφορά: Από τον τρόπο που παίζουμε, τον τρόπο που κάνουμε φίλους και τον τρόπο που μαλώνουμε, μέχρι τον τρόπο που μαθαίνουμε και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα διάφορα ερεθίσματα.

Κάποιες από τις παραπάνω διαφορές, ειδικά αυτές που αφορούν στη συμπεριφορά και τα συναισθήματα, παλιότερα αποδίδονταν περισσότερο στη μάθηση παρά στη βιολογία. Έτσι, σύμφωνα με την παλιά θεωρία, τα κορίτσια μάθαιναν να είναι πιο ευαίσθητα, μάθαιναν να είναι πιο συμπονετικά, μάθαιναν να ξεχωρίζουν καλύτερα τα χρώματα, ενώ αντίστοιχα αποθαρρύνονταν από την ενασχόληση με τα μαθηματικά, τις επιστήμες και άλλες δραστηριότητες που ήταν στερεοτυπικά πιο ανδρικές.

Η θεωρία αυτή, παρότι μερικώς αληθής, φαίνεται να καταρρέει στη βιολογική της βάση. Ευρήματα που προέρχονται από άτομα σε διαδικασία ορμονικής αναπλήρωσης, φαίνεται να υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη: πως η γενική έμφυλη συμπεριφορά είναι περισσότερο ζήτημα ορμονικού προφίλ και λιγότερο ζήτημα διαπαιδαγώγησης. Θηλυκά άτομα στα οποία χορηγούνται δόσεις της ανδρικής ορμόνης τεστοστερόνης, φαίνεται να επιτυγχάνουν σταδιακά υψηλότερα σκορ σε διανοητικά τεστ στα οποία μεσοσταθμικά πηγαίνουν καλύτερα οι άρρενες, με ταυτόχρονη απώλεια(!) προηγούμενων ικανοτήτων, στις οποίες σημειώνουν μεσοσταθμικά υψηλότερα σκορ τα θήλεα. Είναι σαφές λοιπόν, πως η ενδοκρινολογία του καθενός, μπορεί να επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται, αντιλαμβάνεται και νιώθει.

Είναι γνωστό εδώ και αιώνες, πως ένας αριθμός ατόμων γεννιέται με φαινοτυπικά χαρακτηριστικά ενδιάμεσα των δύο φύλων. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι ο γενετικός καθορισμός του φύλου (ή ύπαρξη ή απουσία του ανδρικού χρωμοσώματος Υ) δεν συνεπάγεται πάντοτε τη φαινοτυπική του έκφραση. Με άλλα λόγια, η ύπαρξή του αποτελεί αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για τη δημιουργία ανδρών. Η ανάπτυξη των φυλετικών χαρακτηριστικών είναι μια σταδιακή και πολύπλοκη διαδικασία, που εμπλέκει πολλά γονίδια, με διαφορετικές αλλαγές να είναι προγραμματισμένες σε διαφορετικό χρόνο για διαφορετικά όργανα.

Κατά τη διαδικασία αυτή, πολλά είναι τα πράγματα που μπορεί να μην εξελιχθούν κατά το συνηθισμένο τρόπο: μπορεί το προϊόν ενός γονιδίου να παράγεται αλλά να μην εκκρίνεται από το κύτταρο παραγωγό. Μπορεί επίσης να παράγεται και να εκκρίνεται σε μικρότερη ή μεγαλύτερη ποσότητα από το συνηθισμένο. Μπορεί επίσης να εκκρίνεται αλλά να μην γίνεται αντιληπτό από τους ιστούς που στοχεύει, εξαιτίας της μη έκφρασης σε αυτούς, των κατάλληλων κυτταρικών υποδοχέων (μια ορμόνη για να δράσει, προϋποθέτει την ύπαρξη στο κύτταρο – στόχο μιας δομής που ονομάζεται υποδοχέας και ταιριάζει με την ορμόνη, όπως το κλειδί στην κλειδαριά). Οι υποδοχείς μπορεί επίσης να παράγονται σε μεγαλύτερη ή μικρότερη του κανονικού ποσότητες ή να εμφανίζουν μεταλλάξεις που αλλοιώνουν την αποτελεσματικότητά τους. Για να γίνει το σύστημα ακόμα πολυπλοκότερο, κάποιες ορμόνες υφίστανται περαιτέρω μετατροπές, με τα παράγωγά τους να στοχεύουν διαφορετικούς ιστούς το καθένα.

Έτσι, για παράδειγμα, η τεστοστερόνη ελέγχει την ανάπτυξη των πρωτογενών ανδρικών χαρακτηριστικών (πέος, όσχεο, επιδιδυμίδα, σπερματικός πόρος κ.α.) ενώ ένα παράγωγό της, η διυδροτεστοστερόνη, που εμφανίζεται στην κυκλοφορία μόνο μετά την έναρξη της εφηβείας, ελέγχει την ανάπτυξη των δευτερογενών χαρακτηριστικών του ανδρικού σώματος (καταστολή ανάπτυξης μαστού, τριχοφυΐα προσώπου, εκβάθυνση της φωνής κ.α.). Διαφορετικές ορμόνες προϋποθέτουν και διαφορετικούς υποδοχείς. Έτσι, αν κάποιο άτομο φέρει μια μετάλλαξη στον υποδοχέα της διυδροτεστοστερόνης, θα αναπτύξει ανδρικά γεννητικά όργανα και ταυτόχρονα γυναικείο στήθος, ενώ θα έχει πιθανότατα ψηλή φωνή και απουσία τριχοφυΐας στο πρόσωπο. Αντίστροφα, ένα άτομο με μετάλλαξη στον υποδοχέα της Τεστοστερόνης αλλά φυσιολογική παραγωγή διυδροτεστοστερόνης και του υποδοχέα της, πιθανόν να έχει γυναικεία εξωτερικά γεννητικά όργανα, με αιδοίο και κόλπο (που όμως θα είναι «τυφλός» και δεν θα οδηγεί σε τράχηλο, μήτρα και σάλπιγγες) και θα έχει ταυτόχρονα βαριά φωνή, ανδρικό στήθος και τριχοφυΐα προσώπου.

Το παραπάνω παράδειγμα αφορά λίγα μόνο από τα δεκάδες ή και εκατοντάδες γονίδια που εμπλέκονται στην ανάπτυξη των χαρακτηριστικών του φύλου (πολλά από τα οποία παραμένουν άλλωστε άγνωστα). Ένα από τα όργανα που επηρεάζεται είναι και ο εγκέφαλος. Δυστυχώς, είναι ακόμα σχετικά λίγα αυτά που γνωρίζουμε για τα γονίδια που εμπλέκονται στην ανάπτυξή του και στον φυλετικό διμορφισμό του. Άτομα ωστόσο της κάστας των «ευνούχων» της Ινδίας, στα οποία διενεργήθηκαν νεκροψίες, βρέθηκαν να έχουν νευροανατομικά χαρακτηριστικά (έμφαση δόθηκε σε μια περιοχή του Υποθάλαμου, που σχετίζεται στενά με την εκδήλωση συναισθημάτων) που πλησιάζουν περισσότερο αυτά των γυναικών, ενώ αντίθετα νεκροψίες σε εγκεφάλους των «ορκισμένων παρθένων» (κοινωνική ομάδα στην Αλβανία, από γενετικά θηλυκά άτομα, που όμως αισθάνονται, ντύνονται και αναλαμβάνουν αμιγώς «αντρικούς» ρόλους και τρόπο ζωής) που, αν και ενδιάμεσα, πλησιάζει περισσότερο στην ανατομία των αντρικών εγκεφάλων.

Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή επιστημονικός τρόπος να μετρηθεί το πως νιώθει κανείς. Δεν υπάρχει επίσης τρόπος να μετρηθεί η αρρενωπότητα ή η θηλυκότητα ενός ανθρώπου και πιθανότατα δεν χρειάζεται να υπάρχει: ο αριθμός των εμπλεκόμενων γενετικών παραγόντων και οι συνδυασμοί που μπορούν να εμφανιστούν είναι τόσο πολλοί, που συνεπάγονται μια σχεδόν απεριόριστη ποικιλία μεταξύ του «απόλυτα ανδρικού» και του «απόλυτα γυναικείου» φαινότυπου. Η ανάγκη κατάταξης των ανθρώπων υποχρεωτικά σε μια από αυτές τις δύο κατηγορίες, γίνεται καθαρά για λόγους δικής μας κατανόησης και εξαιτίας του τρόπου λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου. Όμως ο φυσικός κόσμος είναι αναλογικός – όχι ψηφιακός και δεν μπαίνει σε κουτάκια. Καιρός να το συνειδητοποιήσουμε.

*Ο Γιώργος Καραβάνας, MSc, PhD, είναι βιολόγος με μεταπτυχιακή ειδίκευση στη Μοριακή Βιολογία και Ανοσολογία και διδακτορική έρευνα στη Γενετική ανασυνδυασμένων ρετροϊών, στα πλαίσια πρωτοκόλλων γονιδιακής θεραπείας.

ΑΠΟ ΤΟ LIBERAL.GR