Ωστόσο πρέπει να παραδεχτούμε ότι κάθε φυσική καταστροφή στον τόπο μας, εκτός από τις τραγικές συνέπειες που έχει στο περιβάλλον, στην κοινωνία και στην οικονομία, αναδεικνύει – ή καλύτερα ξεσκεπάζει – την ηλιθιότητα των αναπτυξιακών επιλογών μας διαχρονικά. Αυτή τη φορά η πυρκαγιά στην ανατολική Αττική ξεσκέπασε το παζλ διαχρονικών ατομικών και συλλογικών ευθυνών με αφορμή την πολεοδομική αυθαιρεσία στις καμένες περιοχές της Αττικής, ιδίως στο Μάτι, όπου εγκλωβίστηκαν ανύποπτοι άνθρωποι και έχασαν με φρικτό τρόπο τη ζωή τους.

Μετά τον φονικό όλεθρο που προκάλεσε η μεγάλη πυρκαγιά στην ανατολική Αττική και κυρίως στην περιοχή Μάτι, ανοίγει πελώριο το θέμα για τα αυθαίρετα κτίσματα, από μικρά εξοχικά μέχρι πολυτελείς βίλες και ξενοδοχειακά συγκροτήματα, που έχουν ανεγερθεί παράνομα και αυθαίρετα σε δασικές εκτάσεις, χωρίς ισχυρούς τίτλους ιδιοκτησίας, άδεια από το Δασαρχείο, πράξεις αποχαρακτηρισμού και νόμιμη οικοδομική άδεια, η οποία να αντιστοιχεί με το πραγματικό κτίσμα.

Μετά από δεκαετίες ανοχής και συγκάλυψης από την πλευρά της Πολιτείας οι υπεύθυνοι (φυσικά πρόσωπα, διοίκηση, Αυτοδιοίκηση) έρχονται τώρα αντιμέτωποι με τις ευθύνες τους και τις βαριές συνέπειες του νόμου.

Ειδικότερα το Μάτι υπαγόταν έως το 2011 στον Δήμο Νέας Μάκρης, στη 10η Πολεοδομική Ενότητα, ενώ από το 2011 και μετά αποτελεί τμήμα του ευρύτερου καλλικρατικού Δήμου Μαραθώνα. Συνορεύει στα βόρεια με τον παραθεριστικό στρατιωτικό οικισμό Άγιο Ανδρέα Νέας Μάκρης, νότια με τη Ραφήνα, δυτικά με το Νέο Βουτζά Ραφήνας και ανατολικά βρέχεται από τον κόλπο των Πεταλίων στον νότιο Ευβοϊκό.

Τα χαρακτηριστικά του οικισμού

Για να αντιληφθούμε τα βασικά χαρακτηριστικά του οικισμού αυτού πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι κατοικήθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1960, στην αρχή ως αραιοκατοικημένος παραθεριστικός οικισμός με εξοχικές κατοικίες, ιδιαίτερα παραθεριστών από την Αθήνα. Το 1965 ιδρύθηκε ο Ναυτικός Όμιλος Μάτι Αττικής (ΝΑΟΜΑ) και την ίδια εποχή αποφασίστηκε με βασιλικό διάταγμα (1962) η ένταξη της περιοχής σε θρησκευτική ενορία και η ανέγερση εκκλησίας, του ιερού ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου.

Την δεκαετία του 1990 το αρμόδιο υπουργείο προωθούσε ήδη εντατικά την πολεοδομική ανασυγκρότηση της χώρας με την εκπόνηση καταρχήν των Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΓΠΣ) και κατά προτεραιότητα των περιοχών πρώτης κατοικίας και στη συνέχεια και των περιοχών παραθεριστικής κατοικίας ξεκινώντας από την Αττική.

Ο Δήμος Νέας Μάκρης ήταν ένας από αυτούς τους δήμους που είχαν ανάπτυξη από την εποχή του 1980 – 1990 και έπρεπε να μπουν κανόνες. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός και η νομοθεσία έδιναν ακριβώς αυτά που πρέπει να προβλέψει κάποιος προκειμένου να εξασφαλίσει βιώσιμους οικισμούς, ασφαλείς οικισμούς με προστασία του περιβάλλοντος.

Την ευθύνη εκπόνησης του ΓΠΣ Δήμου Νέας Μάκρης, στον οποίο υπαγόταν και η πληγείσα περιοχή Μάτι, την είχα εγώ προσωπικά. Το μεγαλύτερο ποσοστό του δήμου δεν μπορούσε να ενταχθεί στο σχέδιο πόλης λόγω του δασικού του χαρακτήρα, αλλά και μη οριοθετημένων ρεμάτων. Έτσι το τελικό σχέδιο συμπεριέλαβε μεγάλο αριθμό δασικών θυλάκων, μεταξύ των οποίων και της περιοχής στο Μάτι.

Θυμάμαι ότι το ΓΠΣ Ν. Μάκρης εγκρίθηκε από το ΣτΕ μετ’ επαίνων, καθώς υπήρχε απόλυτος σεβασμός των δασικών περιοχών, των ρεμάτων και της ζώνης αιγιαλού – παραλίας μεταξύ άλλων.

Η περιοχή είναι δάσος όχι μόνο γιατί έχει πυκνή βλάστηση, αλλά και διότι δεν διαθέτει ούτε καν υποτυπώδη ρυμοτομία. Υπάρχουν μόνο κάτι παράλληλες μεταξύ τους, κάθετες προς τη λεωφόρο Μαραθώνος, οδοί που καταλήγουν λίγο πριν από την παραλία, χωρίς ουσιαστικά να υπάρχουν κάθετοι προς αυτές δρόμοι που να τις τέμνουν και να επιτρέπουν τη μεταξύ τους επικοινωνία.

Πρόκειται για δρόμους εξαιρετικά στενούς που δεν έχουν καθόλου πεζοδρόμια, στους περισσότερους από τους οποίους με βία χωράνε να περάσουν δύο αυτοκίνητα. Στην πραγματικότητα οι οδοί αυτές είναι τα παλιά μονοπάτια ή τα παλιά ρέματα που υπήρχαν την εποχή που το δάσος ήταν παρθένο και ακατοίκητο.

Από τη δεκαετία του 2000 ο οικισμός σημείωσε μεγάλη ανάπτυξη, έγινε πολύ περισσότερο πυκνοκατοικημένος, αλλά δεν έχασε ποτέ τον παραθεριστικό του χαρακτήρα. Σήμερα στην περιοχή εδρεύουν πολυτελή ξενοδοχεία με πολλούς τουρίστες όλο τον χρόνο, καθώς και παραθεριστικές και ναυταθλητικές υποδομές.

Οι πιέσεις

Από το 2006 – 2008 άρχισαν ξανά οι πιέσεις για την ένταξη στο σχέδιο πόλης σε μία περιοχή που είχε ήδη οικοδομηθεί πάρα πολύ έντονα με τα γνωστά αυθαίρετα, ενώ ταυτόχρονα η οικοδόμηση είχε φτάσει μέχρι την παραλία έχοντας κλείσει είτε με κατοικίες, είτε με κέντρα, είτε με ξενοδοχεία την παραλία σε όλο της το μήκος. Στην περιοχή στο Μάτι, όπου έγινε η τραγωδία, από ό,τι φαίνεται δεν υπήρχε καμία διέξοδος προς την παραλία γιατί είχαν γίνει μάντρες.

Ωστόσο η καταστροφή που έγινε δεν ήταν καθόλου απρόσμενη. Όσοι γνώριζαν την περιοχή και κυρίως όσοι ζούσαν σε αυτήν θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι είναι παράλογο να ζεις σε μια περιοχή μέσα στο δάσος με καταπατήσεις και αυθαίρετα, που συνδυάζει την ποντικοπαγίδα και τον λαβύρινθο, που θα παγιδεύσουν αθώους και θα τους εξοντώσουν ως κάτι εξωκόσμιο και παράλογο.

Διερεύνησα το ιστορικό και διαπίστωσα ότι η ουσιαστική ένταξη στο σχέδιο πόλεως της περιοχής της Νέας Μάκρης ξεκίνησε πολύ αργότερα, το 2006, όταν εκλήθησαν οι ιδιοκτήτες να προσκομίσουν τους τίτλους ιδιοκτησίας τους, ενώ την ίδια εποχή υπήρχε σε εξέλιξη το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (προφανώς τροποποίηση) για τις περιοχές Μάτι, Αγία Μαρίνα, Φως και Αμπελόκηποι, μετά από έγκριση του Οργανισμού Αθήνας, και αναμενόταν η μελέτη για τα ρέματα.

Την «επόμενη μέρα» θα πρέπει να εκπονηθεί και να εφαρμοστεί, για όλη την περιοχή, ένα ρυμοτομικό σχέδιο το οποίο θα απαλλοτριώσει, με δαψίλεια, όσο έδαφος είναι απαραίτητο για τη διάνοιξη νέων δρόμων, κάθετων και οριζόντιων, και για τη δημιουργία πεζοδρομίων ικανοποιητικού εύρους.

Ο προγραμματισμός ήταν να ολοκληρωθεί η ένταξη στο σχέδιο πόλης 150.000 στρεμμάτων στην περιοχή της ανατολικής Αττικής με χρονικό ορίζοντα από το τέλος του 2009 για όσες ήταν στη φάση των ενστάσεων και εντός της επόμενης πενταετίας για όσες βρίσκονταν στο στάδιο της μελέτης.

Είναι γεγονός ότι περιοχές όπως η Αρτέμιδα, η Νέα Μάκρη, το Μαρκόπουλο, το Πόρτο Ράφτη και η Κερατέα θεωρούνταν πάντα «δύσκολες» καθώς είχε ήδη δομηθεί το μεγαλύτερο μέρος τους, ενώ το μεγαλύτερο «αγκάθι» ήταν η αυθαίρετη δόμηση, καθώς η ανατολική Αττική έχει -μαζί με τη Χαλκιδική- την «πρωτιά» στο θέμα αυτό. Σύμφωνα με εκτιμήσεις στην περιοχή υπάρχουν πάνω από 250.000 αυθαίρετα.

Με στόχο λοιπόν τη λειτουργικότητα των πόλεων με βάση τις ανάγκες των πολιτών η τότε νομαρχία προώθησε επεξεργασίες και διαδικασίες με βάση τα νέα δεδομένα που επικρατούσαν στην ευρύτερη περιοχή και σε συνεργασία με τους δήμους.

Τακτοποιήσεις…

Σήμερα αναρωτιέμαι πώς χρησιμοποιήθηκαν οι διάφοροι νόμοι περί τακτοποίησης ή και νομιμοποίησης αυθαίρετων σε περιοχές σαν το Μάτι, όπου, εκτός των άλλων, δεν έχει υλοποιηθεί πολεοδομικός σχεδιασμός, ακόμη κι αν υπάρχει, καθώς πράξεις εφαρμογής σπάνια έχουν προχωρήσει και εγκριθεί.

Αναρωτιέμαι ακόμα γιατί σωπαίνουμε τελικά όταν αυθαίρετες κατοικίες και παντός είδους κατασκευές χτίζονται πάνω στο κύμα και αποκόπτουν την επικοινωνία με την ακτή… Γιατί σωπαίνουμε όταν κάθε καλοκαίρι βιώνουμε την ασυνειδησία όλων αυτών των αυθαιρετούχων, αλλά και των παραθεριστών που φράζουν με τα αυτοκίνητά τους τις διεξόδους προς τις παραλίες και όχι μόνο…

Από διάφορες άλλες μεγάλες πυρκαγιές που ήταν κοντά σε δάση, από αυτές που άρχισαν να εμφανίζονται στην Ελλάδα κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετά, είχα μάθει ότι, αν θέλεις να αποφύγεις τις πιθανές καταστροφικές συνέπειες της πυρκαγιάς, θα πρέπει να έχεις εξοπλίσει το σπίτι σου κατάλληλα. Να μην έχει ξύλινες πέργκολες, ξύλινα κάγκελα, πλαστικά παραθυρόφυλλα ή ακόμη και μεγάλες βαριές κουρτίνες στο εσωτερικό.

Να καθαρίζεις την αυλή σου σχολαστικά από τα ξερόχορτα και από τα ξερόκλαδα, όπως κάνουν στον στρατό όταν διενεργούν την αποψίλωση. Και να έχεις κάπου διαθέσιμη πηγή νερού που θα μπορέσει να σε βοηθήσει απέναντι στη φωτιά. Ομολογώ, λοιπόν, ότι για χρόνια έβλεπα τον τρόπο με τον οποίον έχτιζαν και εξόπλιζαν τα σπίτια τους οι κάτοικοι της περιοχής και πραγματικά απορούσα γιατί αυτό που έκαναν έμοιαζε με προσπάθεια να τα μετατρέψουν σε προσάναμμα (ακόμη και όταν δεν ήταν ξύλινα).

Στη χώρα της Σικίνου ή στα Ζαγοροχώρια, παρά το άγριο τοπίο, οι οικισμοί δεν διατρέχουν κινδύνους γιατί έχουν δημιουργηθεί λειτουργικά, με προσαρμογή στο περιβάλλον, και ως εκ τούτου σύμφωνα και με τους κανόνες της καλαισθησίας και της αισθητικής. Στην περιοχή της συμφοράς, όμως, ανάμεσα στο Κόκκινο Λιμανάκι και το Μάτι, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο διότι ένας οικισμός αυθαιρέτων, μέσα στο δάσος, που δεν συμβαδίζει με τη λειτουργικότητα του οικοσυστήματος, είναι αναπόφευκτο να παραβιάζει και τους κανόνες της αισθητικής.

Τρεις εναλλακτικές

Νομίζω πως η συνέχεια που θα δοθεί στην καταστροφή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη γιατί, κατά κάποιον τρόπο, συμβολίζει και τις επιλογές που θα καθορίσουν το μέλλον της χώρας. Κατ’ αναλογίαν με ό,τι συμβαίνει στο εθνικό επίπεδο, έτσι και για τη συγκεκριμένη περιοχή υπάρχουν τρεις εναλλακτικές πορείες. Οι δύο είναι καλές (αλλά και δύσκολες), ενώ η μία είναι κακή (πλην όμως και εύκολη).

Η εύκολη και κακή επιλογή θα αποτελούσε και προσβολή στη μνήμη των θυμάτων, γιατί η απώλειά τους θα τιμηθεί πραγματικά μόνο αν αντιληφθούμε, συλλογικά, τα λάθη μας και συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη να αλλάξουμε πορεία. Γι’ αυτό ολέθρια, αλλά και εύκολη, θα ήταν η επιλογή να συνεχίσει η περιοχή (και κατ’ αναλογίαν και η χώρα) στον ίδιο δρόμο. Να επιδιορθωθούν, δηλαδή, όπως – όπως τα κατεστραμμένα, να δοθούν και μερικές περαιτέρω διευκολύνσεις στους πληγέντες και μη (ώστε να συνεχίσουν στην ίδια κατεύθυνση) και η ζωή σιγά – σιγά να επανέλθει στον παλιό της ρυθμό, μέσα στους στενούς δρόμους, με τα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα.

Μόνο που αυτό, δηλαδή το «συνεχίζουμε πάλι με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο φτάσαμε έως εδώ», θα είναι η επιλογή της καταστροφής, όχι μόνο για το παραθαλάσσιο δάσος και για την περιοχή, αλλά και για τους κατοίκους που θα συνεχίσουν να ζουν εκεί, εν αναμονή, αργά ή γρήγορα, κάποιας άλλης τραγωδίας. (Κατ’ αναλογίαν το ίδιο καταστροφική θα είναι η πορεία και για την Ελλάδα αν συνεχίσει να ζει και να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο έφτασε έως εδώ).

Το σχέδιο για την επόμενη μέρα

Η δεύτερη επιλογή, η «ορθολογική» και «εκσυγχρονιστική», είναι πολύ απλή. Είναι βεβαίως και «αντιλαϊκή» με βάση τις επικρατούσες απόψεις.

Συνίσταται στο εξής: Την «επόμενη μέρα» θα πρέπει να εκπονηθεί και να εφαρμοστεί, για όλη την περιοχή, ένα ρυμοτομικό σχέδιο το οποίο θα απαλλοτριώσει, με δαψίλεια, όσο έδαφος είναι απαραίτητο για τη διάνοιξη νέων δρόμων, κάθετων και οριζόντιων, και για τη δημιουργία πεζοδρομίων ικανοποιητικού εύρους. Και ένας νέος αρχιτεκτονικός κανονισμός που θα ορίζει με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο θα ανεγείρονται οι νέες κατοικίες ώστε να είναι κόσμιες, καλαίσθητες και συμφιλιωμένες με το περιβάλλον.

Πρόκειται για μία απόφαση που θέλει μπουλντόζες, θέλει εκσκαφείς (και -δυστυχώς- κοπή δέντρων), αλλά κυρίως θέλει καταπάτηση μέχρι συντριβής του δικαιώματος της ιεράς ιδιοκτησίας των νεοελλήνων καταπατητών επί του δάσους. Αλλά είναι η πολιτισμένη και ορθολογική λύση για μία κοινωνία η οποία ισχυρίζεται ότι ανήκει στον ευρωπαϊκό κορμό.

Η επαναστατική λύση

Ίσως όμως η καλύτερη και η πιο επαναστατική λύση θα ήταν η τρίτη: Όλο το δάσος, από τη Ραφήνα μέχρι τη Νέα Μάκρη, να επανέλθει στη φυσική του μορφή. Όλα τα οικοδομήματα που βρίσκονται μέσα σε αυτό να κατεδαφιστούν και να ισοπεδωθούν ώστε ο χώρος να αποδοθεί στις αλεπούδες και τους σκαντζόχοιρους. Σαν μια συμβολική χειρονομία στη μνήμη των θυμάτων της καταστροφής, και ιδιαίτερα στη μνήμη του μικρού εκείνου παιδιού που δεν έφταιγε για τίποτα και δεν είχε κάνει κανένα σφάλμα στη σύντομη ζωή του και απλά το πήγε η μητέρα του στη θάλασσα για να κολυμπήσουν, με αποτέλεσμα να χαθούν και οι δύο από τη φωτιά.

Να γίνει ένα όμορφο δάσος στη μνήμη του και στη μνήμη της ζωής που δεν έζησε. Αλλά και ως μία συμβολική αναγνώριση του γεγονότος ότι η επιθυμία και η βούληση του νεοέλληνα δεν μπορεί να παραβιάζει ατιμώρητα τους νόμους της φύσης, της οικολογίας, της οικονομίας και της κοινωνίας.

* Η Μαργαρίτα Καραβασίλη είναι πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Πολιτών για την Αειφόρο Ανάπτυξη (CISD)

Πηγή: Αυγή