Αγροτικές κινητοποιήσεις και πρωτογενής τομέας

Του Μελέτη Ρεντούμη

Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των αγροτών, που ήδη οδήγησαν σε μπλόκα στην Εθνική οδό, αποτελούν έκφραση μιας βαθιάς και συσσωρευμένης δυσαρέσκειας. Οι παραγωγοί αισθάνονται ότι βρίσκονται σε αδιέξοδο, καθώς το αυξανόμενο κόστος παραγωγής, η αστάθεια στις τιμές των αγροτικών προϊόντων και τα συχνά προβλήματα με τις επιδοτήσεις και το πρόσφατο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. Η κρίσιμη σχέση μεταξύ τιμών πώλησης και κόστους παραγωγής έχει διαταραχθεί, με αποτέλεσμα το εισόδημα πολλών αγροτών να μην καλύπτει ούτε τα βασικά έξοδα καλλιέργειας και ζωικής παραγωγής.

Πιο συγκεκριμένα, τα καύσιμα, τα λιπάσματα, η ενέργεια και τα ζωοτροφικά υλικά έχουν σημειώσει σημαντικές αυξήσεις τα τελευταία χρόνια, ενώ παράλληλα οι τιμές στα ράφια συναρτώνται συχνά περισσότερο από τις αλυσίδες διανομής και λιγότερο από τους ίδιους τους παραγωγούς.

Τα ζητήματα των επιδοτήσεων αποτελούν ξεχωριστή πηγή έντασης. Πολλοί αγρότες καταγγέλλουν καθυστερήσεις, ασάφειες ή μειώσεις στα ποσά που λαμβάνουν, ενώ ο ρόλος του ΟΠΕΚΕΠΕ βρίσκεται στο επίκεντρο της κριτικής λόγω των συνεχών αλλαγών στους κανόνες, του γραφειοκρατικού φόρτου και της έλλειψης σαφών απαντήσεων για τις αποκλίσεις που παρατηρούνται.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι αγρότες νιώθουν ότι η ευρωπαϊκή Κοινή Αγροτική Πολιτική δεν τους προστατεύει επαρκώς και ότι η πράσινη μετάβαση, αν και αναγκαία, επιβαρύνει δυσανάλογα τον παραγωγό που δεν διαθέτει τα εργαλεία ή την οικονομική ευχέρεια να προσαρμοστεί.

Οι κινητοποιήσεις αυτές δεν είναι μόνο μια μορφή πίεσης προς την κυβέρνηση, αλλά και ένα μήνυμα ότι ο πρωτογενής τομέας βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι.

Παρόλα αυτά και οι αγρότες, ανεξάρτητα από το δίκαιο των αιτημάτων τους, θα πρέπει να δείξουν μεγαλύτερη κοινωνική κατανόηση και ενσυναίσθηση χωρίς να εμποδίζουν την ελεύθερη διέλευση των οχημάτων των πολιτών, ιδιωτών και επαγγελματιών.

Με βάση τα παραπάνω, η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, δημοσιονομικούς περιορισμούς και την ανάγκη να ενισχύσει ουσιαστικά τους αγρότες. Μια λύση μπορεί να προκύψει μέσα από στοχευμένα μέτρα ανακούφισης όπως η μείωση του κόστους παραγωγής μέσω επιδότησης καυσίμων και ενέργειας, η απλοποίηση των διαδικασιών του ΟΠΕΚΕΠΕ με ψηφιακές λύσεις που περιορίζουν παρερμηνείες, καθώς και η θέσπιση πιο σταθερών κανόνων στην αποτίμηση των τιμών ώστε ο παραγωγός να έχει προβλεψιμότητα.

Παράλληλα, η δημιουργία μηχανισμών διαφάνειας στην εφοδιαστική αλυσίδα και η αυστηρή επιθεώρηση των ενδιάμεσων διακινητών θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν τη σχέση ανάμεσα στην πραγματική αξία του προϊόντος και την τελική τιμή που λαμβάνει ο αγρότης.

Τα επόμενα βήματα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να προχωρήσει σε ένα νέο πλαίσιο πολιτικής για τον πρωτογενή τομέα. Αυτό χρειάζεται να ενσωματώνει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις στην αγροτική τεχνολογία, υποστήριξη των συνεταιριστικών σχημάτων και στρατηγικό διάλογο με τους ίδιους τους παραγωγούς. Αν δεν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος, οι κινητοποιήσεις είναι πιθανό να ενταθούν και να αποκτήσουν πιο μεσοπρόθεσμο χαρακτήρα, επηρεάζοντας ευρύτερα την οικονομική δραστηριότητα.

Συμπερασματικά, οι αγροτικές κινητοποιήσεις δεν αποτελούν μια μεμονωμένη αντίδραση, αλλά το σύμπτωμα μιας βαθύτερης ανισορροπίας στον πρωτογενή τομέα. Η κυβέρνηση έχει την ευκαιρία να μετατρέψει την κρίση σε αφετηρία για μια νέα αγροτική πολιτική που θα δώσει σταθερότητα, αξιοπρέπεια και προοπτική στους παραγωγούς, προτού το χάσμα μεταξύ πολιτείας και αγροτικού κόσμου γίνει ακόμη πιο δύσκολο να γεφυρωθεί, με απρόβλεπτες κοινωνικές συνέπειες.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός