
Του Δημήτρη Τσίρκα
ι
π
ρ
α
Dimitris Tsirkas
Ο Τσίπρας, στη συνέντευξή του στον Χατζηνικολάου, είπε ότι έπρεπε να είχε επιβάλλει capital controls από την αρχή της διακυβέρνησής του και να μην περιμένει το καλοκαίρι του 2015.
Μια τέτοια κίνηση ως τακτική επιλογή το 2015 θα ήταν σωστή. Ως πολιτική τοποθέτηση το 2026, είναι αυτογκόλ.
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό ακριβώς το απόσπασμα της συνέντευξης έκαναν σημαία τους η Ομάδα Αλήθειας και όλος ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της ΝΔ.
Ο Τσίπρας δεν έχει καταλάβει πόση ζημιά του έκαναν τα capital controls που αναγκάστηκε να εφαρμόσει – πόσο μεγάλο σοκ είναι για κάθε οικονομία, πόσο μάλλον για μια αδύναμη, εισαγωγική και χρεοκοπημένη οικονομία, όπως ήταν η ελληνική το 2015.
Σημάναν απώλεια εμπιστοσύνης στις τράπεζες και στο κράτος, μείωση ρευστότητας στην αγορά, δυσκολία σε εισαγωγές και πληρωμές προς το εξωτερικό, πίεση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που δεν είχαν ενναλλακτικές χρηματοδότησης.
Αλλά και πτώση κατανάλωσης και επενδύσεων, αύξηση αβεβαιότητας και επιχειρηματικού κινδύνου, πιστωτική ασφυξία, περαιτέρω ύφεση της οικονομικής δραστηριότητας και φθορά της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας.
Αυτό ήταν το οικονομικό σοκ, υπήρχε όμως και το πολιτικό.
Τα capital controls υπονόμευσαν την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα και το κράτος.
Οι πολίτες αισθάνθηκαν ότι δεν έχουν ελεύθερη πρόσβαση στις καταθέσεις τους και ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να τις χάσουν.
Επιπλέον, επέτειναν τον φόβο της εξόδου από το ευρώ που ήταν ιδιαιτέρως έντονος εκείνη την περίοδο, ιδίως στο φιλοευρωπαϊκό, κεντρώο τμήμα του εκλογικού σώματος.
Ο Τσίπρας, προερχόμενος από μια μικροαστική αριστερά που απαρτίζεται κυρίως από δημοσίους υπαλλήλους, πανεπιστημιακούς και φοιτητές, δεν συνειδητοποιεί τις συνέπειες ενός τέτοιου μέτρου στην οικονομία.
Τα μέλη και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ τότε έβλεπαν τα capital controls μόνο από τη σκοπιά του μικροκαταθέτη.
Έδειχναν το 90% των καταθετών που είχαν κάτω από 3.000 ευρώ καταθέσεις και ρωτούσαν πόσο θα τους επηρεάσει το όριο των 60 ευρώ στις ημερήσιες αναλήψεις;
Δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τις ευρύτερες οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις.
Το να μην τις αντιλαμβάνεται, ωστόσο, ο πρώην πρωθυπουργός, 11 χρόνια μετά και να δίνει τέτοιες εύκολες πάσες στους αντιπάλους του, δεν δείχνει έναν πολιτικό που έχει μάθει από τα λάθη του.
Ο Τσίπρας όφειλε να αναγνωρίσει ότι το μέτρο ήταν επώδυνο και παράλληλα, να υποδείξει τους πραγματικούς υπεύθυνους για την επιβολή του:
την ΕΚΤ που επιχείρησε να πνίξει τις ελληνικές τράπεζες διακόπτοντας τον έκτακτο μηχανισμό ρευστότητας (ELA), τα στελέχη της ΝΔ και τον Στουρνάρα που με δηλώσεις τους ήδη από τα τέλη του 2014 προέτρεπαν τον κόσμο να πάρει τα χρήματά του από τις τράπεζες.
Είχαμε μάλιστα το πρωτοφανές φαινόμενο Κεντρικού Τραπεζίτη να υπονομεύει ανοικτά το τραπεζικό σύστημα, τη σταθερότητα του οποίου, υποτίθεται, είναι η δουλειά του να διασφαλίζει.
Αυτός είναι ο πατριωτισμός των δεξιών και των ακροκεντρών – θα πουλήσουν ακόμα και τη μάνα τους προκειμένου να μη χάσουν την πρόσβαση στην εξουσία και τα προνόμιά της.
Αντίστοιχη είναι και η στάση του Τσίπρα απέναντι στο δημοψήφισμα που προκήρυξε το 2015.
Επιμένει να το εμφανίζει σαν «κίνηση μεγάλου παίκτου» που του επέτρεψε να εξασφαλίσει μια βιώσιμη συμφωνία με τους δανειστές (τρίτο μνημόνιο).
Συνεχίζει να μην κατανοεί ότι ήταν και αυτό, όπως τα capital controls, ένα μεγάλο τραύμα, τόσο για τους αντιπάλους, όσο και για τους οπαδούς του.
Για τους αντιπάλους του διότι εκείνες τις μέρες είδαν κυριολεκτικά τον χάρο με τα μάτια τους, αφού πίστεψαν ότι η Ελλάδα θα βγει από το ευρώ και από πολιτισμένοι Ευρωπαίοι θα γίνουν ξαφνικά τριτοκοσμικοί βαλκάνιοι.
Για την πλειονότητα των οπαδών του, αντιθέτως, το δημοψήφισμα ήταν μια ύψιστη δημοκρατική στιγμή και πράξη αντίστασης ενός ταπεινωμένο λαού – μια ιστορική ελπίδα που ματαιώθηκε βίαια.
Εξ ου και βίωσαν τόσο τραυματικά τη συνθηκολόγηση λίγες μέρες μετά. Κάποιοι δεν την έχουν ξεπεράσει ακόμα.
Μόνο μια μικρή μειοψηφία των υποστηρικτών του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 αντιλήφθηκαν το δημοψήφισμα ως τακτικό ελιγμό στις διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές.
Καλώς ή κακώς, το δημοψήφισμα έχει πολλούς εχθρούς και λίγους φίλους, οι περισσότεροι θα ήθελαν απλώς να το ξεχάσουν.
Όταν τους το θυμίζει, όλο καμάρι, ο Τσίπρας, δεν κερδίζει πολιτικούς πόντους, αλλά πυροβολεί τα πόδια του.
Εξυπακούεται ότι και εδώ η στάση του θα έπρεπε να είναι αμυντική, να αναδεικνύει τις ευθύνες των πιστωτών και του παλαιού δικομματισμού για τη χρεοκοπία της χώρας, την οποία κλήθηκε να διαχειριστεί εκείνος, σε ένα πλήρως ναρκοθετημένο πεδίο.
Τα δύο αυτά παραδείγματα δείχνουν ότι το περιβόητο rebranding του Τσίπρα παραμένει μετέωρο.
Ο πρώην πρωθυπουργός δεν έχει καταλήξει αν θέλει πρωτίστως να υπερασπιστεί την κυβερνητική του κληρονομιά ή να δώσει μια προοπτική σε εκείνο το τμήμα της ελληνικής κοινωνίας που ασφυκτικά κάτω από την κλεπτοκρατία Μητσοτάκη.
Όσο θα επιμένει στο πρώτο, τόσο θα υπονομεύει το δεύτερο.
Ο Τσίπρας πρέπει να αποφασίσει αν θέλει να ξανά-γράψει την ιστορία του ή να δοκιμάσει να γράψει μια νέα ιστορία.
AΠΟ ΤΟ FACEBOOK
/
