Από τη Wall Street στην Καισαριανή

Του Κώστα Βαξεβάνη

facebook sharing button
twitter sharing button

Οι φωτογραφίες µε τους «ορθοστατούντες και ορθοβαδίζοντες» κοµµουνιστές της Καισαριανής δεν αποτυπώνουν τίποτα το ανατριχιαστικό. ∆εν έχουν αίµα, δεν έχουν νεκρά σώµατα, δεν έχουν βία. Ακόµη και η βία που υπονοείται όταν σε µια φωτογραφία φαίνονται άνθρωποι µπροστά στο εκτελεστικό απόσπασµα θα µπορούσε να χαρακτηριστεί ιστορική καταγραφή, η οποία έρχεται µάλιστα στο φως σε µια εποχή που είµαστε εξοικειωµένοι µε τη βία.

Τι είναι αυτό στις συγκεκριµένες φωτογραφίες που συνήγειρε και συγκλόνισε ανθρώπους µέσα κι έξω από την Ελλάδα;

Ο θάνατος είναι οριακή κατάσταση και τελικό στάδιο της ζωής. Οταν ένας άνθρωπος φτάνει στον θάνατο βίαια, γνωρίζοντας µάλιστα µε ακρίβεια το ραντεβού µαζί του, ότι σε λίγο δεν θα υπάρχει, τότε τα πράγµατα δεν κρίνονται µόνο βιολογικά. Η ηθική υπόσταση και η αξιοπρέπεια του µελλοθάνατου είναι τελευταία του συνειδητή ζωτική ένδειξη. Το πώς προσέρχεται κάποιος στον θάνατο που του επιβάλλουν φανερώνει και ποιος είναι και πώς έζησε. Αν ο θάνατος είναι σκληρός, ο επιβεβληµένος και προγραµµατισµένος γίνεται σκληρό µέτρο της ανθρώπινης αξίας.

∆εν είναι η αποτύπωση των φρικτών ιστορικών στιγµών λοιπόν που συγκλονίζει. Είναι τα βλέµµατα, αυτά τα βλέµµατα που κοιτάνε τον φακό. Ξέρουν ποιο είναι το τέλος, αλλά δεν το αντιµετωπίζουν ως τέλος. Είναι σαν να κοιτάνε εσένα, 82 χρόνια µετά, και να ρωτάνε «εσύ τι έκανες;» κι όχι αν και πόσο τους λυπάσαι.

Οι παλιές φωτογραφίες του 1944 δεν είναι απλώς και µόνο οι συγκλονιστικές φωτογραφίες ηρώων που σπανίζουν έτσι κι αλλιώς στην Ιστορία. Είναι το µέλλον που ανανεώνεται µέσα από τα απλά ανθρώπινα υλικά. Τον άνθρωπο που αξιολογεί όσα αξίζουν και θέλει να προσφέρει. Οι κουρελήδες που πάνε για εκτέλεση και περπατάνε προς τον θάνατο όρθιοι. Κι εσύ φοβάσαι µη βρέξει την ώρα που πας να πιεις καφέ.

Στη µορφή τους δεν διακρίνεις κάποια υλικά προδιαγεγραµµένης σπουδαιότητας ούτε την υπόσχεση της αντοχής. ∆ιακρίνεις τον απλό άνθρωπο που πιστεύει πως τη ζωή την ορίζουν οι άνθρωποι και έχουν την ευθύνη της.

Οι «200» επιστρέφουν για να πάρουν το αίµα τους πίσω. ∆εν πρόκειται για κάποια εκδίκηση, αλλά για αιµατοδοσία της αλήθειας. Στην Ελλάδα την Ιστορία δεν την έγραψαν οι νικητές, αλλά οι προδότες και συνεργάτες των Γερµανών. Τους εκτελεσµένους στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής παρέδωσαν στους Γερµανούς κατακτητές οι Ελληνες που τους είχαν φυλακισµένους στην Ακροναυπλία για τις ιδέες τους. Οι µαυραγορίτες της Κατοχής και οι δωσίλογοι έγιναν το επίσηµο κράτος µετά τον πόλεµο. Τους απορρόφησε ο συµµαχικός αντικοµµουνισµός και, για να δικαιολογήσει την ανήθικη νέα συνεργασία, τους έκανε κατ’ απονοµή «πατριώτες» . Οσοι απελευθέρωσαν την Ελλάδα βαφτίστηκαν ανθέλληνες και συνέχισαν να φυλακίζονται και να εκτελούνται. Τα πρόσωπα των 200, µε τη λεβεντιά, το θάρρος, την αξιοπρέπεια, είναι τα πρόσωπα της πραγµατικής ιστορίας που άλλαξαν και κακοποίησαν. Τα βλέµµατα που µέσα τους δεν βλέπεις σκοτάδι θανάτου αλλά φως είναι η νίκη των ηττηµένων και προδοµένων. Την ιστορία την έκρυψαν, αλλά αυτά τα πρόσωπα δεν κρύβονται, λένε αυθόρµητα την αλήθεια.

Παρότι εγγονός ενός από αυτούς τους µετέπειτα εκτελεσµένους, θα αποφύγω την καταγραφή των επιχειρηµάτων για την ιστορική αξία των φωτογραφιών και τους συµβολισµούς σε σχέση µε τον αγώνα εκείνης της εποχής. Υπάρχει ένας συµβολισµός, σύγχρονος και πολύ σηµαντικός.

Οι φωτογραφίες αποκαλύφθηκαν σήµερα σε µια κοινωνία που φοβάται να ζήσει όπως ονειρεύεται, που φοβάται να προσφέρει, που φοβάται να της προσφέρουν, που φοβάται για να φοβάται και φοβάται µη φοβηθεί. Που δεν θέλει να πονέσει, που αρνείται τη συλλογική της φύση, πιστεύοντας ότι έτσι φτιάχνει την προσωπική ασφάλεια και ευτυχία. Στην κοινωνία που θεωρεί ότι αδικία είναι το πέναλτι που δεν σφύριξε υπέρ της οµάδας ο διαιτητής και όχι η αδυναµία της να ζήσει. Που τραβάει σέλφι και καταναλώνει λάικ για ν’ ανέβει στην ιεραρχία της ναρκισσιστικής αυταρέσκειας. Στην κοινωνία όπου το «µαζί» έχει καταλήξει το άθροισµα κάποιας ψευτοευθύνης: να κάνουµε µαζί γιόγκα, µαζί να αυτοβελτιωθούµε, να κλάψουµε ή να ρίξουµε τις ευθύνες στους άλλους µέσα από την εικονική διαδροµή στα «παιδικά τραύµατα» και στην πηχτή ανοησία.

Στην κοινωνία αυτή οι φωτογραφίες φέρνουν, µε το συναισθηµατικό βάρος και τον ισχυρό συµβολισµό, µια άλλη θεώρηση. Η ελευθερία, η ελεύθερη βούληση, τα πράγµατα για τα οποία δίνει µάχη ο άνθρωπος πρέπει να έχουν ένα αξιακό φορτίο. Ελευθερία δεν είναι ο «ετσιθελισµός» του καθενός και το «δικαίωµα» δεν υπερασπίζεται έναν αόριστο και εγωιστικό προσωπικό χώρο. Επιπλέον η ευτυχία και ο πόνος του καθενός δεν διαχωρίζονται κατά το δοκούν και δηµιουργούνται µέσα στο κοινωνικό σύνολο. ∆εν είναι αποτελέσµατα ενδοσκόπησης και µοναχικής πορείας. Αν δεν βελτιωθεί η κοινωνία, ο άνθρωπος θα παραµένει µέσα στο νέφος της προσωπικής αυταπάτης και η συνεχής, πραγµατική δυστυχία του θα είναι το κυνήγι της ευτυχίας που δεν φτάνει.

Γύρω από τον άνθρωπο-οπαδό της κατά φαντασίαν ευτυχίας έχει δηµιουργηθεί το πλαίσιο της ολοκληρωτικής του εκµετάλλευσης. ∆εν εκµεταλλεύονται µόνο την εργασία του, αλλά το σύνολο της ύπαρξής του και τα συναισθήµατά του. Ο ανεκπλήρωτος και αδικαίωτος άνθρωπος προσφεύγει στην προσωπική ερµηνεία και ενοχή, θεωρώντας ότι λύση είναι η αυτοβελτίωση. Ακόµη και η λύση της αυτοβελτίωσης δεν είναι παρά εµπόριο και καταναλωτική παγίδα. Το σύστηµα τρέφεται, γεννά αυταπάτες σε ενοχικούς ανθρώπους, οι οποίοι αναζητούν τη λύση όχι στη συλλογική λειτουργία, αλλά στα άδυτα της ψυχής και στο «τραύµα». Ο φαύλος κύκλος καταλήγει στον εξαντληµένο και απογοητευµένο άνθρωπο.

Η ελευθερία του ανθρώπου δεν είναι µόνο αξία, αλλά πρέπει να παράγει και αξίες. Η ευτυχία δεν είναι αυθύπαρκτη και εύκολη βεβαιότητα, ένα δικαίωµα που παράγει η αυθαίρετη θέληση. Εναλλάσσεται µε τον πόνο και παράγεται από την προσπάθεια. ∆εν υπάρχει ευτυχία απόκοσµη και αποκοινωνικοποιηµένη.

Ο έµπορος ναρκωτικών είναι ικανοποιηµένος όταν πουλάει ναρκωτικά, ο παιδόφιλος όταν βιάζει παιδάκια και ο απατεώνας όταν εξαπατά τους άλλους. Η ικανοποίηση περνάει από τα κοινωνικά φίλτρα, αλλά τελικώς έχει πραγµατική υπόσταση όταν ανταποκρίνεται σε αξίες που υπηρετούν τον άνθρωπο. Οι επιστήµονες που θαυµάζουµε, οι ήρωες που λατρεύουµε, οι άνθρωποι που αγαπάµε µετριούνται µε την προσφορά τους στους άλλους και σε εµάς, όχι πάντως στον εαυτό τους.

Οπως κι αν απλώνεται µπροστά µας η ζωή µε τους σύγχρονους συµβολισµούς της, κανένας στο µέλλον δεν θα εκτιµά τον χρηµατιστή της Wall Street, τον Ιλον Μασκ ή τον Τζεφ Μπέζος. Θα εκτιµάµε περισσότερο τον άγνωστο πολίτη που έπεσε στη θάλασσα για να σώσει ένα παιδάκι που πνιγόταν. Και τους 200 της Καισαριανής. Τη θυσία και την προσφορά, την αξία και την αυταπάρνηση. Με αυτή την έννοια, η Ιστορία εκδικείται.

AΠΟ ΤΟ DOCUMENTO