
Γράφει ο Απόστολος Αποστόλου
Η πρόταση του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη για καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ υπουργού και εκλεγμένου βουλευτή επαναφέρει στο προσκήνιο μια συζήτηση με καθαρά συνταγματικό και διοικητικό ενδιαφέρον, τη διάκριση των λειτουργιών, την ποιότητα της πολιτικής αντιπροσώπευσης και τη διαφύλαξη της δημοκρατικής λογοδοσίας. Στόχος της πρότασης είναι ο διαχωρισμός εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, ώστε οι ρόλοι να μην συγχέονται και η άσκηση εξουσίας να είναι πιο καθαρή και λειτουργική. Ωστόσο, η πρόταση αυτή, παρά την φαινομενική λογική της, κρύβει σοβαρούς κινδύνους για τη δημοκρατική λειτουργία. Ειρήσθω εν παρόδω ο κ. Μητσοτάκης στις 22 Οκτωβρίου του 2025 ξόρκιζε το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή ως ξένο προς το κοινοβουλευτικό πολίτευμα μας και μάλιστα σε συνέντευξή του στον ΣΚΑΙ επιχειρηματολογούσε με στόμφο ότι τέτοιες ρυθμίσεις παραπέμπουν σε προεδρικά συστήματα και δεν έχουν καμία θέση σε μια ευρωπαϊκή κοινοβουλευτική δημοκρατία. Προσφάτως εμφανίστηκε ως υπερασπιστής και μάλιστα ως εισηγητής μεταρρύθμισης όπως εμφανίζεται από το φιλικό τύπο ηλεκτρονικό και έντυπο υπέρ της κυβέρνησης της ΝΔ.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η αποσύνδεση της ιδιότητας του υπουργού από αυτήν του βουλευτή θα μπορούσε να αυξήσει τη λειτουργική αυτονομία της Βουλής. Οι βουλευτές θα μπορούσαν να ασκήσουν έτσι έναν πιο ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο χωρίς την προσδοκία ότι η υπακοή στην ηγεσία θα τους οδηγούσε σε υπουργικές θέσεις. Παράλληλα, η δυνατότητα επιλογής εξωκοινοβουλευτικών υπουργών πιθανά να έδινε τη δυνατότητα αξιοποίησης τεχνοκρατών με εμπειρία σε διοίκηση και πολιτική υλοποίηση.
Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή της πρότασης εγείρει σοβαρά ζητήματα προς εξέταση και αξιολόγηση. Η αντικατάσταση των υπουργών που εκλέγονταν στη Βουλή από τους επιλαχόντες θα δημιουργούσε έμμεση μετατόπιση της λαϊκής εντολής. Και αυτό γιατί ο πολίτης ψηφίζει συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά ενδέχεται να εκπροσωπείται τελικά από άλλους, λιγότερο γνωστούς ή λιγότερο νομιμοποιημένους πολιτικά. Αυτό αποδυναμώνει τη σχέση αντιπροσώπευσης, αυξάνει την αποξένωση των πολιτών και ενισχύει την κομματική πειθαρχία, καθώς οι επιλαχόντες εξαρτώνται από την ηγεσία για την παραμονή τους.
Η συγκέντρωση αυτής της εξουσίας στα χέρια του πρωθυπουργού υπονομεύει επίσης τη διάκριση των εξουσιών. Ο διαχωρισμός, αντί να θωρακίζει τη δημοκρατία, ενδέχεται να δημιουργεί έναν ισχυρό, σχεδόν απόλυτο εκτελεστικό έλεγχο. Έτσι λοιπόν, χωρίς επαρκείς θεσμικές δικλείδες, η πρόταση μετατοπίζει τη λογοδοσία από τους πολίτες προς την εκτελεστική εξουσία, ενισχύοντας την εξάρτηση των βουλευτών από την κομματική γραμμή και όχι από την εκλογική βάση.
Συγκριτικά, χώρες που διατηρούν την ενότητα βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας δείχνουν ότι η άμεση πολιτική λογοδοσία είναι κρίσιμη. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι υπουργοί είναι μέλη του Κοινοβουλίου και υπόκεινται σε διαρκή έλεγχο μέσω του Prime Minister’s Questions και των Select Committees, γεγονός που εξασφαλίζει συνεχή επαφή με το κοινοβούλιο. Στη Γερμανία, παρότι η εξωκοινοβουλευτική επιλογή είναι επιτρεπτή, το άρθρο 43 του Grundgesetz και οι μόνιμες επιτροπές (Ausschüsse) διασφαλίζουν ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία και έλεγχο. Στην Ελλάδα, το Σύνταγμα (άρθρα 68 και 70) προβλέπει εξεταστικές επιτροπές και επεξεργασία νομοσχεδίων σε επιτροπές, μηχανισμούς που απαιτούν ενεργή συμμετοχή πολιτικά νομιμοποιημένων υπουργών.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, παρατηρείται μια ποικιλομορφία. Για παράδειγμα σε χώρες όπως η Σουηδία και η Φινλανδία, οι υπουργοί προέρχονται από το κοινοβούλιο και υπόκεινται σε συνεχείς κοινοβουλευτικούς ελέγχους, ενώ σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία, οι εξωκοινοβουλευτικοί υπουργοί επιλέγονται για συγκεκριμένες τεχνοκρατικές ικανότητες αλλά η ισχυρή κοινοβουλευτική εποπτεία διασφαλίζει τη λογοδοσία. Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ότι η θεσμική ισορροπία και η συνεχιζόμενη κοινοβουλευτική επιτήρηση είναι καθοριστικές για τη διασφάλιση της δημοκρατίας, ανεξάρτητα από την τεχνοκρατική στελέχωση.
Η εμπειρία χωρών με διαφορετικές πρακτικές έχει δείξει ότι η αποδυνάμωση θεσμικών ελέγχων οδηγεί σε αυξημένη εξάρτηση από κομματικά κέντρα και εντάσεις λογοδοσίας. Αντίθετα, η διατήρηση στενής σχέσης μεταξύ κοινοβουλίου και κυβέρνησης εξασφαλίζει ότι οι αποφάσεις παραμένουν υπό έλεγχο και νομιμοποιούνται πολιτικά.
Συνολικά, η πρόταση για ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή δεν θωρακίζει τη δημοκρατία, αλλά κινδυνεύει να ενισχύσει την κομματική πειθαρχία και τη συγκέντρωση εξουσίας. Η πραγματική ενίσχυση της δημοκρατίας απαιτεί ισχυρές κοινοβουλευτικές επιτροπές, διαφάνεια, πολιτική λογοδοσία και θεσμική ισορροπία. Η τεχνοκρατική αξιοποίηση εξωκοινοβουλευτικών προσώπων μπορεί να είναι χρήσιμη, αλλά όχι εις βάρος της δημοκρατικής νομιμοποίησης και της συμμετοχής των εκλεγμένων αντιπροσώπων στην άσκηση πολιτικής εξουσίας.
Ο Απόστολος Αποστόλου είναι Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας.
ΑΠΟ ΤΟ DOCUMENTO

