
Toυ Γιαννάκη Λ. Ομήρου
Η πρόσφατη επίθεση στη Βρετανική βάση Ακρωτηρίου επανέφερε στη δημόσια συζήτηση τις υποχρεώσεις των Βρετανών προς την Κύπρο, το καθεστώς των βάσεων και την ανάγκη μιας νέας προσέγγισης της Κύπρου για τα θέματα αυτά. Ας ξεκινήσουμε από τις οφειλές τα Βρετανίας προς την Κύπρο.
Πέραν των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας καθώς και της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης υπάρχει μια σημαντική ανεξάρτητη συμφωνία μεταξύ Κύπρου και Η.Β η οποία συνοδεύει τα άλλα έγγραφα και συνθήκες που ρυθμίζουν το καθεστώς της Κύπρου και η οποία προβλέπει την καταβολή χρηματικών ποσών προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα ποσά αυτά εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες:
α) Εκείνα που καθορίζονται ρητά στη συμφωνία και αφορούν ποσά που καλύπτουν κυρίως την πρώτη πενταετία μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλα ειδικά καθορισμένα ποσά για ορισμένους σκοπούς. Αυτά έχουν πληρωθεί το 1965.
β) Εκείνα τα ποσά που θα έπρεπε να καταβάλλονταν ανά πενταετία μετά το 1965 από την Αγγλική Κυβέρνηση κατόπιν διαβουλεύσεων με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Βρετανική Κυβέρνηση αρνείται συστηματικά, παρά τα επανειλημμένα διαβήματα των Κυπριακών Κυβερνήσεων, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της σε σχέση με τα πιο πάνω ποσά.
Η άρνηση της Βρετανίας να εκπληρώσει αυτή τη ρητή νομική της υποχρέωση καταβάλλοντας ανά πενταετία οικονομική βοήθεια προς την Κυπριακή Δημοκρατία για κάθε πενταετία μετά το 1965 συνιστά παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης για την οποία η Κυπριακή Κυβέρνηση οφείλει πλέον να κινηθεί με όλα τα προσφερόμενα νομικά μέσα.
Είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι το ποσό που κατεβλήθη για την πενταετία 1960 – 65 ανήλθε στα 12 εκατομμύρια αγγλικές λίρες. Συνεπώς είναι φανερό ότι τα ποσά που οφείλονται από τους Άγγλους για τη χρονική περίοδο από το 1965 μέχρι σήμερα ανέρχονται σε πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια λίρες.
Το παράρτημα R (Appendix R) και συγκεκριμένα στην υποπαράγραφο (γ) της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ου τιτλοφορείται «Οικονομική Βοήθεια στην Κυπριακή Δημοκρατία» αποτελούν δύο επιστολές, οι οποίες ενσωματώθηκαν στη Συνθήκη. Η πρώτη είναι γραμμένη από τον τελευταίο Βρετανό κυβερνήτη της νήσου, το σερ Χιου Φουτ και απευθύνεται προς τον Πρόεδρο Μακάριο και τον αντιπρόεδρο Κουτσιούκ και η δεύτερη είναι η απαντητική των δύο προς το Φουτ. Η υποπαράγραφος (γ) βρίσκεται στην επιστολή του Βρετανού αξιωματούχου. Επί λέξει αναφέρει:
« Εντός της περιόδου των έξι μηνών που προηγούνται της 31ης Μαρτίου, 1965, και πριν το τέλος κάθε επόμενης περιόδου πέντε χρόνων, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα επανεξετάζει, σε συνεννόηση με την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας, τις πρόνοιες της υποπαραγράφου (α) αυτής της παραγράφου και, λαμβάνοντας όλους τους παράγοντες υπόψιν, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών απαιτήσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα καθορίζει το ποσόν της οικονομικής βοήθειας που θα παρέχεται σε αυτή την Κυβέρνηση στην επόμενη περίοδο πέντε χρόνων».
Στην υποπαράγραφο (α) καθορίζεται ότι στην πρώτη πενταετή περίοδο η Βρετανία θα παραχωρούσε «υπό τη μορφή χορηγίας το ποσό των 12 εκατ. Λιρών (4 εκατ. λίρες για το 1961, 3 εκατ. για το 1962, 2 εκατ. για το 1963, 1,5 εκατ. για το 1965). Τα χρήματα αυτά για την πρώτη πενταετή περίοδο καταβλήθηκαν. Έκτοτε η Βρετανία δεν έδωσε άλλα χρήματα.
Η Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με σημείωμα που ετοίμασε το Υπουργείο εξωτερικών, απαντώντας σε σχετικά ερωτήματα των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Εξωτερικών και Νομικών, θεωρεί ότι «από την γραμματική ερμηνεία» της υποπαραγράφου (γ) «προκύπτει ότι οι οικονομικές υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου προϋποτίθενται (θεωρούνται δεδομένες).
Η Κυβέρνηση κατέχει τις γνωμοδοτήσεις της Νομικής Υπηρεσίας πάνω στο θέμα της νομικής δυνατότητας διεκδίκησης των πιο πάνω ποσών Ήλθε η ώρα η Κυβέρνηση να αξιοποιήσει αυτές τις γνωμοδοτήσεις που είναι απόλυτα θετικές ως προς το βάσιμο και δικαιολογημένο της διεκδίκησης από τους Βρετανούς καταβολής προς την Κυπριακή Δημοκρατία αυτών των ποσών. Είναι δυνατό να επιδεικνύουμε τέτοια ανοχή και παθητική στάση απέναντι στην εξοργιστική άρνηση της Βρετανίας να καταβάλλει οφειλόμενα ποσά προς την Κύπρο δυνάμει ρητής συμβατικής τους υποχρέωσης.
Υπάρχει και το θέμα της λεγόμενης κυριαρχίας των Βρετανικών Βάσεων. Οι Βάσεις δεν είναι κυρίαρχες και όχι μόνο για κατάδηλα και αυτόδηλα πολιτικούς λόγους.
Οι ίδιοι οι Βρετανοί μέσα από επίσημα έγγραφα του Υπουργείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας και του Γραφείου Αποικιών και τα οποία έχουν αποδεσμευθεί από χρόνια, ουσιαστικά παραδέχονται ότι δεν τίθεται θέμα κυριαρχίας παρά το ότι δεν αναμένεται ότι θα δηλώσουν δημοσίως κάτι τέτοιο.
Αναφέρεται στα έγγραφα αυτά:
« Οι Βρετανικές Βάσεις, σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης παραμένουν Βρετανικό έδαφος και για λόγους διεθνών καταστάσεων θα είναι σαν «αποικίες» αν και εσωτερικά η Κυπριακή Δημοκρατία θα εφαρμόζει πολλές από τις Κυβερνητικές της αρμοδιότητες. Για τους ίδιους λόγους το υπεύθυνο Τμήμα στο White Hall δεν θα είναι το Γραφείο Αποικιών αλλά το Υπουργείο Αεροπορίας».
Από αυτή την ασαφή και εν συγχύσει δομημένη διατύπωση προκύπτει ότι ούτε οι ίδιοι οι Άγγλοι δεν θεωρούν τις Βάσεις κυρίαρχες. Διαφορετικά θα όριζαν σαν αρμόδιο το Υπουργείο Εσωτερικών ή τμήμα του. Σε άλλο σχετικό Βρετανικό έγγραφο περί του «νομικού καθεστώτος των Βάσεων» οι Βρετανοί παρουσιάζονται αβέβαιοι για τη διεθνή ονομασία τους. Σε εσωτερική αλληλογραφία που είδε το φως της δημοσιότητας, διερωτούνται κατά πόσο οι Βάσεις είναι «μη αυτοδιοικούμενες περιοχές» σύμφωνα με το άρθρο 73 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Εάν όμως θεωρούταν «μη αυτοδιοικούμενες περιοχές», οι Βρετανοί θα βρίσκονταν στην εξαιρετικά δυσχερή θέση να είναι υποχρεωμένοι να πληροφορούν το Γενικό Γραμματέα του Διεθνούς Οργανισμού με αναφορές για την οικονομία και τις κοινωνικές και εκπαιδευτικές καταστάσεις σε αυτές τις περιοχές όπως ορίζει το άρθρο 73(ε) του Καταστατικού Χάρτη.
Είναι φανερό από όλα αυτά ότι, πέραν της σαφούς θέσης του ΟΗΕ, από άποψη Διεθνούς Δικαίου, οι Βρετανοί έχουν τρομακτική δυσκολία να θεμελιώσουν νομικά βάσιμη άποψη περί κυριαρχίας των Βάσεων. Κάτι που εκπηγάζει ως ερμηνεία από τα πιο πάνω έγγραφα.
Η Κυβέρνηση της Βρετανίας θα πρέπει να πάρει το μήνυμα ότι δεν μπορεί να συμπεριφέρεται με την αυθαιρεσία της ισχύος απέναντι σε ένα τόπο που είχε χρέος να προστατεύει. Ούτε ότι μπορεί να εφαρμόζει αντιλήψεις παρωχημένες και νοοτροπίες σκουριασμένες, στις οποίες παρέμεινε δογματικά προσκολλημένη από την εποχή της αγγλικής παντοκρατορίας.
Πέραν των πιο πάνω ανοικτό παραμένει το θέμα της κατάργησης των αναχρονιστικών εγγυήσεων του 1960 και ασφαλώς του τερματισμού της παρουσίας των Βρετανικών στρατιωτικών Βάσεων, που σύμφωνα με επανειλημμένες αποφάσεις της Γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ, αλλά και του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην υπόθεση «Μαυρικίου» συνιστούν κατάλοιπο αποικισμού πρώην αποικιοκρατικής δύναμης σε πρώην αποικία και ως εκ τούτου είναι παράνομες.
Πρώην Προέδρου Βουλής των Αντιπροσώπων

