Γιατί πυροβολείτε τον trapper;

Του Στέλιου Καλογεράκη

Ας ξεκινήσουμε το άρθρο με λίγο sex, θα ακολουθήσουν τα drugs και το rock and roll.

To 1974, o Malcolm McLaren μαζί με τη σχεδιάστρια μόδας Vivienne Westwood άνοιξαν το κατάστημα «SEX» στην King’s Road του Λονδίνου, που τα επόμενα χρόνια διαμόρφωσε την αισθητική της Punk υποκουλτούρας. Εφαρμοστά παντελόνια βινυλίου και αξεσουάρ σαδομαζοχιστικής αισθητικής, σκισμένα ρούχα, παραμάνες αντί για σκουλαρίκια, διαμόρφωναν ένα ενδυματολογικό κώδικα που λάτρεψαν οι εναλλακτικοί νέοι της εποχής, αλλά ήταν απεχθής στους πρεσβύτερους. Όταν οι έφηβοι βρετανοί Punks στα τέλη της δεκαετίας του ’70 φορούσαν μπλουζάκια με σχισμένες βρετανικές σημαίες και σβάστικες, δεν το έκαναν επειδή ενστερνίζονταν το ναζισμό, αλλά επειδή ήξεραν ότι θα προκαλέσουν το κοινό αίσθημα. Η πρόκληση ήταν το ζητούμενο, και όσο σηκώνονταν από αποστροφή οι τρίχες στα μαλλιά των μεσήλικων, τόσο πιο επιτυχής ήταν η ενδυματολογική συνταγή.

Κάτι ανάλογο συνέβη και με τη σκληροπυρηνική metal σκηνή των ’80s. Κάποια συγκροτήματα ενστερνίστηκαν οπτικούς κώδικες που παρέπεμπαν στο σατανισμό ή στον αποκρυφισμό. Αρκετά μέλη των τότε συγκροτημάτων παραδέχονται πλέον ότι οι πεντάλφες ήταν απλά ένας κώδικας αντίδρασης προς ένα συντηρητικό κατεστημένο. Αυτά τα συγκροτήματα είχαν ευρύτατο εφηβικό κοινό. Η πουριτανική, θρησκευόμενη και βαθιά συντηρητική κοινωνία αντέδρασε άμεσα κατακρίνοντας και παράλληλα κάνοντας τον σταυρό της. Αυτή η αντίδραση ήταν το ζητούμενο.

To 1985, η Αμερικανική Ένωση Δισκογραφικών Εταιριών, για να προειδοποιήσει τους αγοραστές αποφάσισε να κολλάει τα γνωστά «Parental Advisory» αυτοκολλητάκια πάνω σε μουσικά άλμπουμ, ανεξαρτήτως είδους, που περιέιχαν «απρεπές» περιεχόμενο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, τα συγκεριμένα αυτοκολλητάκια να αποτέλεσουν την καλύτερη διαφήμιση για το προϊόν στις νεότερες ηλικίες καταναλωτών. Όσο πιο «απρεπές» ήταν το περιεχόμενο τόσο πιο δελεαστικό ήταν για τα εφηβικά κοινά. Και αυτά τα αυτοκολλητάκια έφεραν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από το προσδοκούμενο.

Όλη η αστική pop κουλτούρα του 20ου αιώνα έχει χτιστεί μεθοδικά πάνω στην πρόκληση, και η μουσική ήταν το πιο κατάλληλο μέσο για να σχηματοποιήσει και να αναδείξει τις απόλυτα φυσιολογικές διαφορές στην ψυχοσύνθεση των νέων σε σχέση με τους μεγαλύτερους. Είναι ακριβώς αυτό που μάθαμε στο σχολείο ως «χάσμα των γενεών».

Δεν θα επιχειρήσω σε καμία περίπτωση να συσχετίσω την Trap με το Punk ή το Metal ως μουσικά είδη, άλλωστε ξεκίνησαν με εντελώς διαφορετικές κοινωνικές αφετηρίες, συσχετίζω όμως τις συμπεριφορές που εκρέουν από τις εφηβικές ορμόνες.

Αυτές τις μέρες, με αφορμή το δυστύχημα του Mad Clip πέσαμε ως υπερόπτες μεσήλικες με σηκωμένο το φρύδι, να τονίσουμε την καλλιτεχνική άβυσσο που χωρίζει την trap του, με το έργο του μεγάλου εκλιπόντα Μίκη Θεοδωράκη. Εννοείται ότι είναι δύο καθόλου σχετικά, εντελώς ανόμοια πράγματα και μη συγκρίσιμα μεγέθη που δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους. Αυτού του είδους οι συζητήσεις είναι εκτός θέματος και δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα.

Έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε ένα τραγούδι με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι αντιμετωπίζουμε ένα κινηματογραφικό ή λόγοτεχνικό έργο ή ένα βιντεοπαιχνίδι. Στον κινηματογράφο ή στα βιντεοπαιχνίδια η απροκάλυπτη βία είνα απόλυτα αποδεκτή και συνηθισμένη. Τα μουσικά κομμάτια όμως είναι δύσκολο να αποδεχτούμε ότι περιγράφουν ένα σύμπαν φαντασιακό, που δεν είναι απαραίτητο ότι υπόκειται στους κανόνες μίας ρεαλιστικής πραγματικότητας. Ένα τραγούδι περιγράφει μια ιστορία, και ένας τραγουδιστής μπορεί να είναι entertainer που παίζει ένα συγκεκριμένο ρόλο. Εϊναι βαθιά υποκριτικό να επικρίνεις ως ακραία τη μουσική που ακούει το παιδί σου, ενώ παράλληλα σου φαίνεται εντελώς φυσιολογικό να παίζει splatter βιντεοπαιχνίδια με όπλα και αποκεφαλισμούς.

Το trap δεν εντάσσεται καθόλου στις μουσικές μου προτιμήσεις. Για την ακρίβεια, δεν μου είναι πολύ ευχάριστο ως άκουσμα, και αυτό είναι απόλυτα φυσικό, γιατί ως είδος δεν απευθύνεται σε εμένα (και πιθανότατα ούτε σε εσένα που διαβάζεις αυτό το άρθρο και είσαι πάνω από 20 ετών). Όμως, δε θα το απέρριπτα ποτέ σαν «σκουπίδι», επειδή ξέρω ότι κάποιοι άνθρωποι εργάζονται σκληρά για να φτιάξουν τα κομμάτια, εκτιμώ την αρτιότητα στην παραγωγή, την δημιουργική χρήση της τεχνολογίας, και σε κάποιες περιπτώσεις την γλωσσοπλαστική ικανότητα στη στιχουργική. Εντάξει, είναι μια μόδα που αναμφίβολα θα παρέλθει, αλλά ως μουσικό είδος, το θεωρώ πολύ πιο ενδιαφέρον και δημιουργικό από τα περισσότερα mainstream ελαφρολαϊκά που παίζουν οι μεγάλοι ραδιοφωνικοί σταθμοί. Αυτά μου είναι πολύ πιο ανυπόφορα, αλλά περί ορέξεως…

Μάλλον θα πρέπει να μάθουμε να έχουμε εμπιστοσύνη στα πιτσιρίκια. Δεν ακολουθούν τους πρόσκαιρους trappers για αυτά που λένε, αλλά για τον τρόπο που τα λένε. Τα πιτσιρίκια δεν επιβραβεύουν τη μισογυνική θεματολογία, τα ναρκωτικά, τα όπλα, αλλά ευχαριστιούνται αυτό το αναιδές φτύσιμο στα μούτρα των «σοβαρών» και “καθώς πρέπει” επικριτών τους. Και όσο σηκώνεις ψηλά το δάχτυλο για να στηλιτεύσεις την κατάπτωση των ηθών, τόσο περισσότερο βούτυρο θα προσθέτεις στο ψωμί των εφήβων που κάνουν ακριβώς αυτό που επιτάσσει η φύση τους, δε δίνουν δεκάρα για την κριτική σου.

Αυτή, την ίδια κριτική, που θα κάνουν και οι ίδιοι σε μερικά χρόνια στις προτιμήσεις και των δικών τους παιδιών, που επίσης δε θα δίνουν δεκάρα. Και πολύ καλά θα κάνουν!