
Του Χρήστου Λουτράδη
Θα είναι σαν να κλέβουμε εκκλησία ή κατά το πιο πολιτικά ορθότερο, σαν να πέφτουμε στην παγίδα της αναπαραγωγής του αυτονόητου και της περιαυτολογίας, αν οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει, στο σύνολο του, το πολιτικό μας σύστημα , είναι η απονομιμοποιήση του από ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας, ως ένας μηχανισμός επίλυσης κοινωνικών προβληματων και άμβλυνσης κοινωνικής ανισοτήτων.
Η ειδοποιός όμως διαφορά σε σχέση με τις προηγούμενες κρίσεις που έχει αντιμετωπίσει το πολιτικό μας σύστημα είναι ότι η κρίση αυτή απονομιμοποίησης δεν βρίσκει μια κοινωνία που έρχεται πρώτη φορα σε επαφη με κρισεις νομιμοποιησης και ανικανοτήτας. Είναι μια κοινωνία κουρασμένη, απογοητευμένη , που εχει αποιεροποιήση την ιδια την δημοκρατια , απογυμνώνοντας με αυτόν τον τρόπο τον ιδιο της τον εαυτό από οποιαδήποτε έννοια συλλογικότητας και αισθησης κοινου καλου, συστατικά απαραίτητα για την διαμόρφωση της ίδιας της κοινωνίας ως συλλογικότητας που θα αντέξει στον διάβα του χρόνου.
Για αυτό τον λογο η αποιεροποίηση της δημοκρατίας και των συλλογικών διαδικασίων δεν μπορούν να οριστούν ως μια ακόμη έκφανση μιας κρίσης αντιπροσώπευσης , που παρόμοιες έχει αντιμετωπίσει το πολιτικό μας συστημα και στο παρελθον, αλλα ως ένα βαθυ ρήγμα ανάμεσα στο πολιτικό δημοσιογραφικο συστημα και την κοινωνία , που δεν απαιτουν απλώς προσπάθεια από τους πολιτικούς ταγους για να περιοριστούν οι επιπτώσεις του ρήγματος αλλά ολοκληρωτική αλλαγή παραδείγματος και επανανοηματοδοτησης ιδεολογιών και κοινωνικών παραδειγμάτων , οπου θα ξανα φέρουν την πολιτική στο προσκήνιο ως μηχανισμό επίλυσης κοινωνικής ανισότητων και όχι ως παρα μηχανισμό πλουτισμού και επιβεβαιωσης ναρκισισμών και αλλών ψυχοπαθολογικών ασθενειών , που έχουν κανονικοποιηθει τα τελευταια χρόνια στην πολιτική μας ζωή.
Το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο τα υπάρχοντα πολιτικά κομματα και οι κομματικοί τους εκφραστές μπορουν να μετατραπουν από υπηρέτες ενός αρτιοσκληρωτικού, ανίκανου και κοινωνικά απαξιώμενου πολιτικού συστήματος σε εκφραστές του νέου. Για να καταστουν όμως εκφραστες της νεας κοινωνικης ραγματικοτητας θα ρεει να εχουν ζημωθει στο εδιο των κοινωνικών αναγκών, ζύμωση που όπως έχει δείξει η πρόσφατη ιστορια όχι μονο δεν εχουν εργαστει προς την κατευθυνση αυτή , αλλά ισως δεν εχουν και τα εργαλεια εκεινα που θα τους επιτρέψουν στο να συμμετάσχουν με επιτυχία στην ζύμωση αυτή , αφενος μεν γιατι δεν εχουν τα αναλυτικα εργαλεια και το πολιτικο προσωπικο το οποίο θα μπορουσε να προσδωσει ένα συγκριτικό όφελος στην ανάγνωση της νέας κοινωνικής πραγματικότητας. Αφετερου, και εδώ ίσως έγκειται και η διαχρονική παθογένεια του πολιτικού μας συστήματος, εχουν απωλέσει εδώ και δεκαετιες κάθε έννοια καθήκοντος απέναντι στην κοινωνια , που θα τους κινητοποιουσε προς αυτή την κατευθυνση.
Και το μεγάλο ερώτημα είναι ποιος θα καλυψει το πολιτικό αυτό κενο , αν υπαρχουν οι πολιτικές εκείνες δυνάμεις , που όντας γειωμενες στην κοινωνια, μπορουν να συμμετάσχουν με εποικοδομητικό τροπο στις κοινωνικές διεργασίες και να λειτουργησουν ως αναχωμα στην γονιδιακη ταση μιας μεριδας της κοινωνίας για τον εύπεπτο λογο του λαϊκισμού.
Χωρίς να διακατέχομαι από έναν οντολογικό πεσιμισμό, θα τολμούσα να πω ότι το ερώτημα, στην καλυτερη των περιπτωσεων είναι ρητορικο. Μια ματία να ριξει κάποιος, και όχι επισταμενα, στα πολιτικά κομματα αλλα και στους πολιτικους που διεκδικούν την ψήφο μας, θα αντιληφθει χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία το ρητορικό του ερωτηματος.
To δευτερο και ουσιαστικότερο ίσως ερώτημα, είναι ποιος θα καλύψει τότε το πολιτικό κενό το οποίο έχει αρχίσει να επεκτείνεται σε τέτοιο βαθμό που κινδυνεύει να θέσει υπό αίρεση την ίδια την δημοκρατία και τους θεσμούς της.
Η πεσιμιστικη όμως αναγνώστη της ιστορίας δεν λαμβάνει υπόψιν την επιστήμη της φυσικής και την κοινη παραδοχή ότι τα κενά καλύπτονται, το ζήτημα με ποιον τρόπο και με ποιους πρωταγωνιστες, και με ποιο ιδεολογικό υπόβαθρο, την ανάγκη για κοινωνική δικαιοσύνη και αλλαγή ή την εμμονή σε μια λαικιστικη αναγνωση της πολιτικής διαδικασίας. Αν η κοινωνία επιλέξει για άλλη μια φορά τον δρόμο ενός βραχυπρόθεσμου κουκουλώματος των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε, ο δρόμος για την απονοηματοδοτηση της δημοκρατίας θα είναι ανοιχτός, αν επιλέξει πολιτικά πρόσωπα και σχηματισμούς, που αργά ή γρήγορα θα έχουν διαμορφωθεί, που έχουν ως επίκεντρο θεσμικές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές νοοτροπιας, ίσως καταφέρουμε να ξεφύγουμε από την εθνική μας κατάρα να είμαστε η Κολομβία της Ευρωπαϊκής ένωσης. Η εκλογή Μαμντανι στην Νέα Υόρκη, δείχνει και τον πρακτικό τρόπο προσέγγισης των ψηφοφόρων , κατεβαίνοντας από το βάθρο του πολιτευτή στους δρόμους που πάλλονται οι αγωνίες της κοινωνίας , αλλά και τον προγραμματικό λόγο με τον οποίο πρέπει να προσεγγίσει κανείς την κοινωνία. Χωρίς όμως τον εκφραστή αυτού του προγραμματικού , ο κίνδυνος για την δημοκρατία παραμένει
Μια δημοκρατία που ως περιεχόμενο και μορφή που θα λάβει στο μέλλον . είναι στο ‘’ιερο ‘’ χέρι της κοινωνίας. Και αυτό είναι το πιο επίφοβο, γιατι όπως η ιστορία ΄΄εχει δείξει πολλάκις, η δημοκρατία καταστρεφεται με την ενεργή βούληση, των κοινωνικών στρωμάτων που θεωρητικώς έχουν μεγαλυτερη αναγκη από την προστασία της. Φαινομενο που στην πατρίδα μας τεινει να καταστει ένα ακόμη εθνικό σπορ αυτοκαταστροφής ,το οποίο μας έχει κατατάξει διαχρονικα στις καχεκτικες δημοκρατιες και στις νεωτερικές κοινωνίες της Ένωσης.
Το αν θα παραμείνουμε , θα το δείξει η ιστορία , ο οποίος αδιάσειστος καταγραφέας που καταγράφει τις βούλες της κοινωνίας, με θετικό ή αρνητικό πρόσημο αλλά και την ανικανότητα ή την ικανότητα του λεγόμενου προοδευτικού χώρου να «ακούσει» τις κραυγές απόγνωσης της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας.
Οι επόμενοι θα είναι κρίσιμοι για να κλείσουμε και με ένα ακόμη χιλιοειπωμένο δημοσιογραφικό κλισέ
