
Του Μελέτη Ρεντούμη
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ το 2025 και η άμεση πρωτοβουλία του για διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία σχετικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία, χωρίς τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με περιορισμένη την παρουσία της Ουκρανίας, έχουν προκαλέσει έντονο προβληματισμό στην Αθήνα. Η ελληνική κυβέρνηση, παρακολουθώντας στενά τις εξελίξεις, αξιολογεί τις πιθανές επιπτώσεις αυτών των κινήσεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την ασφάλεια στην περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.
Η απόφαση του Προέδρου Τραμπ να διεξάγει απευθείας συνομιλίες με τον Ρώσο Πρόεδρο Πούτιν στη Σαουδική Αραβία, αποκλείοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση και με περιορισμένη συμμετοχή της Ουκρανίας, υπονομεύει την ενότητα και την επιρροή της Ευρώπης στα διεθνή ζητήματα ασφαλείας. Αυτή η εξέλιξη μπορεί να ενθαρρύνει την Τουρκία να προωθήσει τις αναθεωρητικές της βλέψεις, θεωρώντας ότι η ΕΕ είναι αδύναμη να αντιδράσει αποτελεσματικά σε μονομερείς ενέργειες.
Επίσης, η Άγκυρα, διατηρώντας ισχυρούς δεσμούς τόσο με τη Δύση όσο και με τη Ρωσία, μπορεί να αξιοποιήσει την τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία για να ενισχύσει τη θέση της ως απαραίτητος σύμμαχος. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένη τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, με την πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ, επιδιώκοντας τη διατήρηση της Τουρκίας στο δυτικό στρατόπεδο, δεν θα αντιδράσουν αποφασιστικά σε πιθανές προκλήσεις κατά της ελληνικής κυριαρχίας.
Με βάση τα παραπάνω, η παράκαμψη διεθνών οργανισμών και η διεξαγωγή διμερών διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας δημιουργεί προηγούμενο που υπονομεύει το διεθνές δίκαιο. Η Τουρκία μπορεί να εκλάβει αυτή την πρακτική ως ευκαιρία να επιβάλει διμερείς διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα, αγνοώντας πολυμερείς δομές και διαδικασίες, με στόχο την αναθεώρηση των υφιστάμενων συνθηκών προς όφελός της.
Πιο συγκεκριμένα, οι πιθανές αλλαγές στις διεθνείς ενεργειακές ισορροπίες, ως αποτέλεσμα των αμερικανο-ρωσικών διαπραγματεύσεων, μπορεί να οδηγήσουν την Τουρκία σε εντατικοποίηση των διεκδικήσεών της στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Άγκυρα, εκμεταλλευόμενη την απουσία ενιαίας ευρωπαϊκής στάσης και την εστίαση των ΗΠΑ σε άλλες προτεραιότητες, ενδέχεται να προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες, όπως έρευνες και γεωτρήσεις σε αμφισβητούμενες περιοχές, αυξάνοντας την ένταση στην περιοχή.
Κάποιες ενδιαφέρουσες προτάσεις για την ελληνική στρατηγική στην παρούσα συγκυρία είναι οι ακόλουθες:
- Ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας: Συνεχής αναβάθμιση των ενόπλων δυνάμεων και ενίσχυση των αμυντικών συνεργασιών με χώρες όπως η Γαλλία και οι ΗΠΑ, διασφαλίζοντας την ετοιμότητα απέναντι σε πιθανές προκλήσεις.
- Διπλωματική κινητοποίηση: Προώθηση πολυμερών συνεργασιών με χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και του Κόλπου, καθώς και ενεργός συμμετοχή σε διεθνή φόρα, με στόχο την ανάδειξη των ελληνικών θέσεων και την απομόνωση του τουρκικού αναθεωρητισμού.
- Ανάδειξη της σημασίας του διεθνούς δικαίου: Συστηματική προβολή της προσήλωσης της Ελλάδας στο διεθνές δίκαιο, υπογραμμίζοντας ότι η σταθερότητα και η ειρήνη στην περιοχή εξαρτώνται από τον σεβασμό των διεθνών συνθηκών και κανόνων.
- Ενεργειακή στρατηγική: Αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων σε συνεργασία με γειτονικές χώρες και διεθνείς εταιρείες, δημιουργώντας ένα πλέγμα συμφερόντων που θα λειτουργεί αποτρεπτικά σε τουρκικές προκλήσεις.
Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα, σε αυτό το ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον, οφείλει να παραμείνει σε εγρήγορση, ενισχύοντας την εθνική της ασφάλεια και προωθώντας ενεργά τις θέσεις της στη διεθνή σκηνή, προκειμένου να διασφαλίσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα και τη σταθερότητα στην περιοχή.

