
Του Χάρη Τσιόκα
Η «εικονική» ανανέωση και ο αποπροσανατολισµός της συζήτησης
Στην πολιτική ατζέντα των ηµερών, ως απάντηση στην πολύπλευρη κρίση, επανέρχεται από διάφορες πλευρές όχι το ζήτηµα της αλλαγής πολιτικής, αλλά εκείνο της εναλλαγής προσώπων µέσω εκλογών και της λεγόµενης «ανανέωσης». Πρόκειται για µια «εικονική» αντιπαράθεση, που εξυπηρετεί όσους επιδιώκουν να αποσυνδέσουν τα πρόσωπα από το περιεχόµενο των πολιτικών που υπηρετούν.
Η πρόσφατη ειδησεογραφία των συστηµικών κέντρων περιορίζει τη συζήτηση στην ενδεχόµενη
αλλαγή του Πρωθυπουργού ή επιµέρους υπουργών της ΝΔ. Αποσιωπάται, ωστόσο, ότι το βασικό
πρόβληµα αφορά το ίδιο το νεοφιλελεύθερο πρόγραµµα, καθώς και τους πολιτικούς του εκφραστές
(Ακροδεξιά – δεξιά σοσιαλδηµοκρατία).
Η ανανέωση στην πολιτική δεν µπορεί να εξαντλείται στα πρόσωπα. Οφείλει να αφορά πρωτίστως
τις κοινωνικές και παραγωγικές ανάγκες. Με βάση αυτές πρέπει να κρίνονται και τα πρόσωπα που
καλούνται να τις υλοποιήσουν.
Κρίση, κοινωνικές ανισότητες και εκλογικά σενάρια
Σε µια περίοδο έντονων γεωπολιτικών µεταβολών και ραγδαίων επιστηµονικών και τεχνολογικών
εξελίξεων, η έννοια της ανανέωσης αποκτά ουσιαστικό περιεχόµενο µόνο όταν συνδέεται µε την
αλλαγή ενός µοντέλου που διευρύνει τις ανισότητες, αποδυναµώνει την παραγωγή και οδηγεί την
περιφέρεια σε ερήµωση.
Το δηµογραφικό πρόβληµα και η µετανάστευση της νέας γενιάς αποτελούν ήδη σοβαρές
προειδοποιήσεις. Την ίδια στιγµή, βασικά κοινωνικά αγαθά —υγεία, παιδεία, ασφάλιση, υποδοµές
— υποχωρούν απέναντι στην ιδιωτικοποίηση και την κερδοσκοπία. Το κράτος γίνεται ολοένα
λιγότερο προσβάσιµο για τους πολλούς, πιο φιλικό για τους λίγους και πιο κατασταλτικό για την
κοινωνία.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα κέντρα που επιδιώκουν να διατηρήσουν ρόλο στις εξελίξεις
διαµορφώνουν σενάρια για την «επόµενη ηµέρα»:
Ήδη ένα τµήµα των συστηµικών κέντρων, επικαλούµενο και τις διεθνείς πολεµικές
εξελίξεις, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόµενο αιφνιδιαστικής επίσπευσης των εκλογών. Στόχος
ενός τέτοιου σεναρίου είναι να περιοριστεί το αίτηµα για αλλαγή πολιτικής και να
µετατοπιστεί η συζήτηση στη λεγόµενη «πολιτική σταθερότητα», µέσω επαναληπτικών
εκλογών που θα µπορούσαν να οδηγήσουν σε µονοκοµµατική αυτοδυναµία.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα κέντρα που ωφελούνται από την ασκούµενη πολιτική της ΝΔ εντάσσουν
αυτό το ενδεχόµενο στην επικοινωνιακή τους ατζέντα. Επιδιώκουν να αποτρέψουν την ουσιαστική
αντιπαράθεση εναλλακτικών προγραµµάτων διακυβέρνησης. Γνωρίζουν ότι όταν αυτή απουσιάζει,
περιορίζεται η συµµετοχή των πολιτών και ενισχύονται τα κόµµατα που στηρίζουν το υπάρχον
σύστηµα.
Έτσι, η «ανανέωση» περιορίζεται αφενός στην επικαιροποίηση της λαϊκής εντολής και αφετέρου
συνοδεύεται από το επιχείρηµα ότι οι επαναληπτικές εκλογές θα ενισχύσουν και το δεύτερο κόµµα
— ένα σενάριο που αφορά κυρίως εσωκοµµατικές ισορροπίες και όχι τις ανάγκες της κοινωνίας.
Παράλληλα, εξετάζεται και µια δεύτερη εκδοχή για την επόµενη ηµέρα των εκλογών, σε
περίπτωση µη αυτοδυναµίας. Με δεδοµένη την επιδίωξη διατήρησης της ίδιας πολιτικής,
προωθείται το ενδεχόµενο η «ανανέωση» να εκτονωθεί µέσω «κυβερνήσεων ειδικού
σκοπού», οι οποίες παρουσιάζονται ως λύσεις «σταθερότητας».
Η αυξανόµενη κοινωνική δυσαρέσκεια οδηγεί τα ίδια κέντρα να εξετάζουν σοβαρά και αυτό το
σενάριο. Στην πράξη, πρόκειται για µια µορφή συγκυβέρνησης —άµεση ή έµµεση— µε τη στήριξη
της ΝΔ, ώστε να διασφαλιστεί η συνέχιση της ίδιας πολιτικής
Τα σενάρια αυτά αλλοιώνουν τον χαρακτήρα των εκλογών και αποµακρύνουν τη χώρα από µια
βασική κατάκτηση της µεταπολίτευσης: την αντιπαράθεση προγραµµάτων που εκφράζουν
διαφορετικές κοινωνικές πλειοψηφίες και καθιστούν τον πολίτη ενεργό και ουσιαστικό ρυθµιστή
των εξελίξεων.
Η πρόκληση για τον προοδευτικό χώρο
Σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύεται µε ένταση η ευθύνη του προοδευτικού χώρου.
Για να ενεργοποιηθεί το µεγάλο ποσοστό αποχής, που πλέον υπερβαίνει το 60%, είναι αναγκαίο να καταστεί σαφής και διακριτή µια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Η ανανέωση, για να αποκτήσει πραγµατικό περιεχόµενο, πρέπει να συνδέεται µε ένα συνεκτικό
πολιτικό σχέδιο που θα απαντά σε κοινωνικές, παραγωγικές και εθνικές ανάγκες ανάταξης. Τα
πρόσωπα οφείλουν να κρίνονται µε βάση τη συµβολή τους σε αυτό το σχέδιο και όχι ως
«άφθαρτοι» διαχειριστές µιας αποτυχηµένης πορείας.
Η ανανέωση χρειάζεται να αποκτήσει χαρακτήρα κοινωνικής και πολιτικής ανασύνθεσης. Η
πολιτική πρέπει να επανέλθει ως εργαλείο λύσεων στα χέρια της κοινωνίας.
Γι’ αυτό, στις επερχόµενες εκλογές, καθίσταται ζήτηµα δηµοκρατίας να ενισχυθεί εκλογικά µια
πρόταση διακυβέρνησης που θα αποτρέπει την εµπλοκή της ΝΔ σε κυβερνητικά σχήµατα, είτε
«ειδικού σκοπού» είτε άλλης µορφής.
Είναι η στιγµή για µια ουσιαστική αλλαγή του κοινωνικού και παραγωγικού µοντέλου, σε
συνδυασµό µε µια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.

