Ενεργειακή παγίδα, διπλωματική ήττα: Το στοίχημα που χάνει η Ελλάδα

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει διαλύσει την ενεργειακή, οικονομική και γεωπολιτική σταθερότητα της Ευρώπης περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη σύγκρουση των τελευταίων δεκαετιών. Με την σχεδόν σίγουρη πλέον επικράτηση των Ρώσων, το βέβαιο είναι ότι οι ενεργειακές ισορροπίες που διαμορφώθηκαν μετά το 2022 βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο και απέχουν πολύ από το να είναι βιώσιμες. Η κατάσταση είναι σαφώς πιο σύνθετη από τα κυρίαρχα αφηγήματα.

Στην πραγματικότητα, όλοι οι βασικοί παίκτες (Ουκρανοί-Ρώσοι- Αμερικανοί-Ευρωπαίοι) υπέστησαν ασύμμετρο κόστος. Σε αυτή τη φάση  Ρώσοι και Αμερικανοί,  προσπαθούν  να κατοχυρώσουν πλεονεκτήματα στη μεταπολεμική εποχή που διαφαίνεται στον ορίζοντα.

Μετά την κήρυξη του πολέμου και την ανατίναξη των αγωγών στη Βαλτική, η Ευρώπη στράφηκε μαζικά στο αμερικανικό LNG, πληρώνοντας υψηλότατες τιμές με σκοπό να καλύψει το ενεργειακό κενό που άφησε πίσω της η αποκοπή από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Η Ελλάδα δια χειλέων Μητσοτάκη παρουσιάστηκε πρόσφατα ως επίκεντρο αυτής της νέας αρχιτεκτονικής. Έγινε λόγος για την κατασκευή και λειτουργία  του λεγόμενου «ενεργειακού διαδρόμου» προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη.

Ωστόσο, ο αποκαλούμενος «ενεργειακός διάδρομος» αποτελεί περισσότερο  πολιτική αφήγηση παρά οικονομικά βιώσιμο σχεδιασμό. Ο λόγος είναι απλός: το αμερικανικό LNG που έρχεται από μακριά δια του Ατλαντικού, είναι σημαντικά ακριβότερο από το ρωσικό αγωγό-αέριο, και η εξάρτηση από αυτό συμπίεσε δραματικά την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών. Οι υψηλές τιμές ρεύματος και φυσικού αερίου οδήγησαν σε:

-αποβιομηχάνιση,

-μετεγκατάσταση παραγωγής προς ΗΠΑ και Ασία,

-συρρίκνωση κερδών και αύξηση πληθωρισμού,

-πίεση στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και πολιτική αστάθεια.

Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις —ακόμα και οι πιο αντιρωσικές— σκέφτονται τώρα πώς θα διαμορφώσουν μια μεταπολεμική εξομάλυνση, η οποία θα επιτρέψει τη μείωση του κόστους ενέργειας. Η ιστορία δείχνει ότι, μετά από περιόδους σύγκρουσης, κράτη με στενή ενεργειακή διασύνδεση συχνά επαναφέρουν συνεργασίες για καθαρά οικονομικούς λόγους. Η Ρωσία διαθέτει άφθονους πόρους, χαμηλό κόστος παραγωγής και υποδομές ήδη ανεπτυγμένες. Είναι αναπόφευκτο ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες θα εξετάσουν —άμεσα ή έμμεσα— την πιθανότητα σταδιακής επιστροφής στο φθηνό ρωσικό αέριο, ιδίως εάν υπάρξει κατάπαυση του πυρός ή και- πολύ περισσότερο- ειρήνη.

Άμα  συμβεί αυτό, ο «ελληνικός ενεργειακός διάδρομος LNG» κινδυνεύει να αποδειχθεί μεγαλύτερος σε κόστος παρά σε στρατηγικό ή και οικονομικό όφελος. Η Ελλάδα επένδυσε σε μια αρχιτεκτονική που στηρίζεται στην παραδοχή ότι το ρωσικό αέριο θα μείνει εκτός αγοράς για δεκαετίες — κάτι πιθανόν ανυπόστατο.

Η ελληνική κυβέρνηση, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ευθυγραμμίστηκε πλήρως με τη γραμμή του Ζελένσκι και των ΗΠΑ του Μπάιντεν, χωρίς να αφήσει περιθώριο για εναλλακτικές στρατηγικές. Η επιλογή αυτή είχε διπλή διάσταση: γεωπολιτική πίστη προς την Ουάσιγκτον και προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου της χώρας ως ενεργειακού διαμετακομιστή.

Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή: η Ευρώπη πληρώνει τον πόλεμο ακριβά, η ενεργειακή της βάση έχει αποσταθεροποιηθεί, και το στρατηγικό αφήγημα που ακολούθησε η Αθήνα δεν περιλαμβάνει ένα ξεκάθαρο «plan B».

Γι’ αυτό και αρκετοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα «στέκεται μετέωρη»: από τη μια, δέθηκε στο άρμα της πολιτικής Ζελένσκι και από την άλλη, ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του με όρους που είναι πιθανό να ακυρώσουν τις ελληνικές επιλογές. Εάν η Ευρώπη επανέλθει —έστω μερικώς— σε ρωσικές ενεργειακές ροές, το ελληνικό μοντέλο LNG θα αποδειχθεί υπερτιμημένο και δυσανάλογο σε σχέση με τα γεωπολιτικά ρίσκα που αναλήφθηκαν.

Είναι άραγε κακή διπλωματική εκτίμηση ή μήπως υποκρύπτονται και άλλοι λόγοι; Απάντηση επί του παρόντος δεν υπάρχει…

Ωστόσο, ο κόσμος αλλάζει για τρίτη φορά μετά τον Β` παγκόσμιο πόλεμο, και η Ελλάδα χάνει για ακόμη μια φορά το τρένο των εξελίξεων, απομονωμένη από τις υπερδυνάμεις και κυρίως από τη Ρωσία που συχνά υπενθυμίζει την «προσφορά» οπλικών συστημάτων στην Ουκρανία.

Να θυμίσω ότι μετά την κρίση του `96, τότε που σύμφωνα με τον μακαρίτη Πάγκαλο, ο   υφυπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ του είχε εκμυστηρευτεί πως ακόμη και αν  δινόταν εντολή πυρός από την ελληνική πλευρά,  τα αμερικανικά όπλα ήταν μπλοκαρισμένα, η κυβέρνηση Σημίτη στράφηκε στη Ρωσία. Προμηθεύτηκε τότε οπλικά συστήματα (TOR-M1, S-300, OSA‑AK / OSA‑AKM) επί των οποίων αρθρώθηκε η νέα και ισχυρή γραμμή αποτροπής του Αιγαίου. Αποτροπή που περιλάμβανε αντιπυραυλική ασπίδα, αεράμυνα,  αντιαρματική ικανότητα, αποβατική αποτροπή και βασική οπλική ισχύ πεζικού.

Από πληροφορίες αλλά και επίσημες  αναφορές Ουκρανών, από την Ελλάδα  έχουν παραλάβει μέρος- κατά πολλούς μεγάλο- αυτού του οπλισμού.

Σε λίγο καιρό όλα δείχνουν ότι ο Ζελένσκι θα απομακρυνθεί, οι ΗΠΑ χαράζουν νέους δρόμους εμπορίου και συνεργασιών και η Ρωσία θα ανακάμψει ως ηγέτιδα δύναμη όχι μόνο στα ενεργειακά αλλά και στα τρόφιμα καθώς και στις σπάνιες γαίες. Και είναι ενδεχόμενο να μην ξεχάσουν τη στάση Μητσοτάκη, που δυστυχώς εκπροσωπούσε την Ελλάδα…