Ευρωομόλογα, μαξιλάρια (χρέους), φύκια και μεταξωτές κορδέλλες: Πολιτική αφασία στα χρόνια της χολέρας


Του Διογένη Λόππα



Πριν ο πατροπαράδοτος γερμανικός ρεαλισμός προσγειώσει τους απανταχού αφελείς στη ζοφερή πραγματικότητα της σύγχρονης ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, εγχώρια και όχι μόνο media καλλιεργούσαν μια αίσθηση προσδοκίας. Ο τριτοκοσμικός μαυρογυαλουρισμός που έχει καταλάβει το πολιτικό σύστημα (κυβέρνηση και αντιπολίτευση) της δύστυχης χώρας μας, ανακάλυψε εν μέσω μιας τέλειας οικονομικής καταιγίδας έναν μεταμοντέρνο »Θείο από την Αμερική» στη χίμαιρα που ακούει στο όνομα »coronabonds».

Κάποιοι περισσότερο Βαλκάνιοι από τους υπόλοιπους, που δυστυχώς τυγχάνει να τους έχουν εμπιστευθεί και θέσεις υψηλού συμβολισμού, προχώρησαν το παραμύθι ακόμα πιο μακριά: Δε ζητάμε, λένε, χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων, αλλά μόνο τη δυνατότητα να δανειζόμαστε με τα δικά τους (μηδενικά) επιτόκια. Προφανώς οι (αργόμισθοι) σύμβουλοί τους ξέχασαν να τους ενημερώσουν πως στην (πολύ πιθανή) περίπτωση που κάποια από τις υπερχρεωμένες χώρες του νότου αδυνατεί μελλοντικά να αποπληρώσει αυτό το χρέος, τότε αυτό θα πληρωθεί από τους Βόρειους φορολογούμενους μέχρι το τελευταίο cent.

Τρίζουν τα κόκαλα του Τσαουσέσκου

Είναι περισσότερο από προφανές ότι η κυβέρνηση αρχίζει να αντιλαμβάνεται τις επιπτώσεις μιας επερχόμενης κρίσης η οποία θα είναι ταυτόχρονα δημοσιονομική, τραπεζική, εργασιακή και πιθανώς γεωστρατηγική (Τουρκία). Αρχίζει επίσης να συνειδητοποιεί ότι το ιδιοφυές σύστημα επικοινωνιακής επιβολής τύπου Τσαουσέσκου που περιβάλλει το κυβερνητικό έργο ίσως δεν αποδειχθεί επαρκές στην επόμενη φάση της τραγωδίας.

Οι παλαιότεροι ίσως θυμούνται ότι μεσούσης της πολύπλευρης κρίσης που βίωνε η Ρουμανία, τα media της χώρας συνέχιζαν να υμνούν το έργο και την προσωπικότητα του λαοπρόβλητου ηγέτη. Ακόμα και την ώρα που μαχητικοί διαδηλωτές είχαν περικυκλώσει το προεδρικό μέγαρο, η τηλεόραση έπαιζε τις μεγαλειώδεις οικονομικές επιτυχίες του καθεστώτος και καταδίκαζε τους ξένους πράκτορες που επεδίωκαν την αστάθεια.

Όσοι σήμερα επενδύουν στο επικοινωνιακό »θαύμα» και μετέρχονται των πρακτικών της διακυβέρνησης Τσαουσέσκου, καλό θα είναι να θυμούνται και την κατάληξή του, τόσο του »θαύματος», όσο και του ίδιου του δικτάτορα. Το blitzkrieg στο μιντιακό σύστημα της χώρας (και στο θυμικό του πόπολου) είναι αναγκαία συνθήκη πολιτικής επικράτησης αλλά όχι ικανή. Ιδίως όταν το »πόπολο» βιώνει οριακές καταστάσεις. Ιδιαίτερα όταν το »πόπολο» διαθέτει εναλλακτικές πηγές ενημέρωσης και υψηλό επίπεδο μόρφωσης.

Θα μπορούσε κάποιος ακόμα να είναι ελάχιστα αισιόδοξος, επιρρίπτοντας της ευθύνη αυτού του εκφυλισμού της πολιτικής που ζούμε τις τελευταίες εβδομάδες στην παροιμιώδη ανικανότητα και ατημελησία μιας κακής κυβέρνησης που, αν θυμάστε, επέδειξε ιδιαίτερα χαμηλά αντανακλαστικά αντιληπτικότητας κυρίως σε κρίσιμα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής με αλλεπάλληλες γκάφες που θα μείνουν στην ιστορία, πριν τρέξει να κρυφτεί πίσω από το επικοινωνικό παραβάν πραγματικών ή όχι τόσο πραγματικών »πολέμων».

Φευ. Η αξιωματική αντιπολίτευση αποφάσισε να κινηθεί στον ίδιο δρόμο. Παράδοξο: Ένα πολιτικό κόμμα του προοδευτικού χώρου (θέλει μάλιστα να αποκαλείται ριζοσπαστικό), με καταγεγραμμένα εκλογικά ποσοστά στο 32% και με δυνητική απήχηση στο 45% – 50% του εκλογικού σώματος, κάνει λόγο επισήμως για ευρωπαϊκή αλληλεγγύη (κάτι σαν έφοδο στον ουρανό δηλαδή) και coronabonds, ενώ την ίδια ώρα καταρτίζει και παρουσιάζει υποτιθέμενο bail out βασιζόμενο στο λεγόμενο »μαξιλάρι χρέους» ξεχνώντας μάλιστα να συμπεριλάβει στους υπολογισμούς κόστους την (προφανή) κατάρρευση των δημοσίων εσόδων.

Ο δε υπερπροβεβλημένος πρώην υπουργός οικονομικών και νυν επίσημος υπερδελφίνος, αποκαλεί χωρίς αιδώ την επερχόμενη κατάρρευση των εσόδων »ταμειακό ζήτημα», λες και υπάρχει περίπτωση στο τελευταίο τρίμηνο να έχουμε εισροές που θα αναπληρώσουν τα προηγούμενα. Παρεμπιπτόντως πρόκειται για το ίδιο κόμμα, τον ίδιο πρωθυπουργό και τον ίδιο υπουργό οικονομικών που εξαναγκάστηκαν από τους θεσμούς στη δημιουργία του »μαξιλαριού» και γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα ότι η χρησιμοποίησή του προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη των εταίρων και (δυστυχώς) πρωτίστως της Γερμανίας. Η όποια δυνατότητα της όποιας Ελληνικής κυβέρνησης να κάνει χρήση αυτόνομων χρηματοοικονομικών εργαλείων, χάθηκε οριστικά πίσω στο χρόνο. Ας θυμηθούμε πώς και γιατί:

Το γιλέκο με τα εκρηκτικά

Το 2015 ο κ. Βαρουφάκης με τις ευλογίες και την υποστήριξη του κ. Τσίπρα ανέλαβε μια επίπονη και ευλόγως δίκαιη διαπραγμάτευση έχοντας σαφή και νωπή εντολή από ένα μαχητικό πλειοψηφικό ρεύμα που πίστεψε ότι μπορεί να διεκδικήσει την ανακατάληψη κυριαρχικών δικαιωμάτων που ήδη είχαν εκχωρήσει προηγούμενες κυβερνήσεις μέσω των μνημονίων και να ανατρέψει τον ρου της ιστορίας.

Αυτή η διαπραγμάτευση ήταν θεωρητικώς σωστή και πλήρως στοιχειοθετημένη από τον δημοφιλέστερο (τότε) Έλληνα πολιτικό και ικανότατο διεθνώς αναγνωρισμένο οικονομολόγο (Βαρουφάκης). Ως γνωστόν η διαπραγμάτευση απέτυχε παταγωδώς και μάλιστα σε πολλαπλά επίπεδα, κλείσιμο τραπεζών, αποπομπή Βαρουφάκη με υπόδειξη των δανειστών, τζούφιο δημοψήφισμα, εκλογές και νέο μνημόνιο. Τι πήγε στραβά;

Η τότε πολιτική ηγεσία πίστευε ότι οι Ευρωπαίοι υπάρχει περίπτωση να συγκινηθούν από τα βάσανα των Ελλήνων και να συναινέσουν σε αποφάσεις αντιδημοφιλείς στο εσωτερικό των χωρών τους. Η πεποίθησή τους βασίζονταν κυρίως στο ρίσκο που θα αναλάμβανε η Ε.Ε. μπροστά σε μια ενδεχόμενη άτακτη κατάρρευση της Ελλάδας. Πλην όμως η ελληνική πλευρά εισήλθε σε αυτή τη διαπραγμάτευση έχοντας ήδη εκχωρήσει το οπλοστάσιό της. Συνεπώς είχε μικρές ελπίδες στη βάση μιας υποτιθέμενης ευρωπαϊκής αλληλεγγύης (έφοδος στον ουρανό) αλλά καμία ελπίδα στη βάση της ρεαλιστικής διπλωματίας που ορίζει τις (πάντα ανταγωνιστικές) σχέσεις των κρατών από την εποχή του Θουκυδίδη.

Η καθολική αποτυχία της διαπραγμάτευσης του 2015 δε βασίζεται στις ικανότητες του κ. Βαρουφάκη ή στις αστοχίες της αριστερής κυβέρνησης του κ. Τσίπρα: Εδράζεται πάνω σε μια παλαιότερη ολέθρια επιλογή που ονομάζεται PSI. Για όσους δε γνωρίζουν, να θυμίσω ότι η κυβέρνηση Παπαδήμου με δρώντες δύο κατεξοχήν θιασώτες του τριτοκοσμικού μαυρογυαλουρισμού, αντάλλαξε χρέος εθνικού δικαίου προς ιδιώτες με χρέος αγγλικού δικαίου προς κράτη (!!!).

Αν ο κ. Βαρουφάκης εισέρχονταν στη διαπραγμάτευση του 2015 χωρίς να έχει προηγηθεί ο όλεθρος του PSI, θα μπορούσε να παρομοιαστεί με κάποιον που ναι μεν διαπραγματεύεται με τον Δον Κορλεόνε και 27 οπλισμένους μπράβους, πλην όμως φοράει ένα γιλέκο με εκρηκτικά του οποίου κρατάει στα χέρια του τη λαβή πυροδότησης. Συνεπώς η μαφιόζικη μπάντα γνωρίζει βέβαια ότι έχει την ισχυρή θέση στη διαπραγμάτευση, αλλά την ίδια ώρα έχει το φόβο ότι αν συμβεί κάτι στον επίδοξο βομβιστή, θα τιναχθούν όλα στον αέρα.

Δυστυχώς, όταν ο κ. Βαρουφάκης και η κυβέρνηση Τσίπρα εισήλθαν στη διαπραγμάτευση, μια προηγούμενη κυβέρνηση ειδικού σκοπού ολετήρων, εκπροσωπώντας τα πιο σκοτεινά κίνητρα των λιγουρο-ελίτ, είχαν ήδη εκχωρήσει τη λαβή πυροδότησης του γιλέκου των εκρηκτικών στους μαφιόζους του παραδείγματος. Έτσι η »διαπραγμάτευση» ήταν εξ αρχής καταδικασμένη και κατέληξε στο γνωστό φιάσκο. Δεν είναι δόκιμο να υποθέτουμε εκ των υστέρων, αλλά αν ο κ. Βαρουφάκης διέθετε την ατομική βόμβα ενός απροσδιόριστα νομικά χρέους, πιθανότατα θα είχε βγει νικητής. Καθώς οι Ιταλοί δεν έχουν εκχωρήσει (ακόμα) το δικό τους γιλέκο, ίσως σύντομα μάθουμε αν ο πρώην υπουργός είχε δίκιο ή όχι.

Η αναδρομή είναι αναγκαία για να συνειδητοποιήσουμε όλοι σήμερα τι είναι εφικτό και τι όχι. Η Ελλάδα δεσμεύεται με απεχθείς όρους επιτροπείας με διεθνείς συνθήκες απέναντι στους εταίρους της και οι δυνατότητες ελιγμών της όποιας κυβέρνησης είναι πρακτικά μηδενικές, βασίζονται δε αποκλειστικά σε υποτιθέμενα ένστικτα συμπάθειας ή κατανόησης ισχυρών χωρών που μαθηματικά δεν υπάρχουν στις διεθνείς σχέσεις.

Κάθε προσπάθεια κυβέρνησης ή αντιπολίτευσης να κρυφτεί η δυσάρεστη αυτή κατάσταση θα προσκρούει στον τοίχο της απλής λογικής. Αυτό που όλοι επιθυμούν να ξορκίσουν μέσω των ευσεβών πόθων ευρωομολόγων, μαξιλαριών και λοιπών ανοησιών είναι η αναπόφευκτη έλευση ενός νέου μνημονίου που είναι καθοδόν, δεν αρέσει σε κανένα, έχει αυστηρότερους όρους και πιθανόν να ονομαστεί αλλιώς (cinditionality). Άλλωστε όσο και αν το »σύστημα Τσαουσέσκου» κραυγάζει, αυτό ήταν και το σαφέστατο μήνυμα του τελευταίου (δύσκολου) eurogroup: Μπορείτε να δανειστείτε εκτάκτως, αλλά μόνο για συγκεκριμένες δαπάνες και μόνο με συγκεκριμένους μνημονιακούς όρους.

Για να χρυσωθεί το πικρό ιταλικό χάπι και για να καμφθούν οι γαλλικές αντιστάσεις (οι μοναδικές άξιες λόγου με βάση την κατανομή ισχύος) υπήρξε μια υπόσχεση για μια ενδεχόμενη συζήτηση σε κάποιο μακρινό μέλλον περί κοινού χρέους.

Ε.Ε., αριστερά, δεξιά και ευσεβείς πόθοι

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Ο καθένας από εμάς δικαιούται να έχει τις προσωπικές του ιδεολογικές απόψεις, τον τρόπο που επιθυμεί να ορίζει την ύπαρξή του γύρω από το ζήτημα του τι είναι και τι οφείλει να είναι η ευρωπαϊκή ιδέα. Προφανώς είναι άλλες οι προτεραιότητες του δεξιού, άλλες του αριστερού, άλλες του σοσιαλιστή και άλλες του ευρωφοβικού σαλβινικού ψηφοφόρου.

Προσωπικός μου πόθος είναι μια ομόσπονδη Ευρώπη με νότες σοσιαλισμού. Οφείλουμε όμως όλοι ιδιαίτερα σε ώρες κρίσης ή »πολέμου» όπως αρέσκονται να ονομάζουν κάποιοι, ότι άλλο πράγμα οι ευσεβείς μας πόθοι και άλλο η ζοφερή πραγματικότητα των συσχετισμών. Ασφαλώς και θα παλέψουμε είτε ατομικά, είτε ομαδικά για την Ευρώπη που επιθυμούμε, όμως ταυτόχρονα πρέπει να είμαστε προσγειωμένοι στο τι μπορούμε και κυρίως στο τι δεν μπορούμε να πετύχουμε. Για τα πολιτικά κόμματα αυτό θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Φαίνεται όμως ότι η ενηλικίωση αργεί ακόμα…