Σάββατο 23 Ιουνίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η αφόρητη σκέψη

Μια οικονομική και νομισματική ένωση μπορεί να κρατηθεί μόνο αν οι οικονομικές πολιτικές πλησιάσουν μεταξύ τους.

Του Angelo Bolaffi (*)

Στη συνείδηση των σημερινών Γερμανών, η ίδια η ιδέα της χρησιμοποίησης ανθρώπων, ή ακόμη και πιθήκων, ως πειραματόζωων σε αποκαλούμενα «επιστημονικά» πειράματα είναι αφόρητη. Κι αυτό, για ιστορικούς λόγους που συμπυκνώνονται στη θεωρία της Χάνα Αρεντ περί «κοινοτοπίας του κακού». Αλλά και για πολιτισμικούς λόγους: κανένα σύγχρονο κράτος, τόσο της Γηραιάς όσο και της Νέας Ηπείρου, δεν έχει βιώσει (και πληρώσει) όπως η Γερμανία την επώδυνη αντίφαση ανάμεσα στην ακατανίκητη λατρεία της τεχνολογίας και το ρομαντικό όνειρο της ανθρώπινης ύπαρξης σε πλήρη αντίθεση προς τις τεχνολογικές προόδους.

Γι’ αυτόν τον λόγο, η φρίκη που εξέφρασε η Αγγελα Μέρκελ για το γεγονός ότι η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία δοκίμασε τις επιπτώσεις των καυσαερίων σε ανθρώπους και πιθήκους αποτελεί μια έκφραση της επώδυνης επίγνωσης αυτού του «παρελθόντος που δεν παρέρχεται» (ούτε μπορεί να παρέλθει) στη γερμανική ιστορία. Αλλά και της πεποίθησης ότι το μέλλον όχι μόνο της Γερμανίας αλλά ολόκληρου του πλανήτη μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο από ένα νέο σύμφωνο ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, στο πλαίσιο εκείνης της «δεύτερης νεωτερικότητας» στην οποία αναφέρθηκε ο Ούλριχ Μπεκ. Μόνο έτσι θα καταστεί δυνατή η διαφυγή από τη διπλή ψευδαίσθηση του συντηρητικού ρομαντισμού και της άκριτης λατρείας της τεχνικής.

Ολόκληρο το πολιτικο-κομματικό σύστημα της Γερμανίας, που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε ένα είδος μοντέλου, γνωρίζει μετά την αποτυχία της «Τζαμάικα» μια φάση βαθιάς μεταμόρφωσης

Είναι δύσκολο να αξιολογηθεί αυτή τη στιγμή η επίπτωση που θα έχει στο πολιτικό μέλλον της Γερμανίας και της ίδιας της Ευρώπης η αποκάλυψη του νέου σκανδάλου της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας. Όπως είναι δύσκολο να αποκωδικοποιηθούν και οι διαθέσεις των μελών του SPD που θα κληθούν τις επόμενες εβδομάδες να αποφασίσουν σε δημοψήφισμα για το αν θα δεχθούν ή όχι μια νέα κυβέρνηση συνασπισμού με τους Χριστιανοδημοκράτες. Το βέβαιο είναι ότι ολόκληρο το πολιτικο-κομματικό σύστημα της Γερμανίας, που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε ένα είδος μοντέλου λόγω της σταθερότητας και της προβλεψιμότητάς του, γνωρίζει μετά την αποτυχία της «Τζαμάικα» μια φάση βαθιάς μεταμόρφωσης.

Για τον λόγο αυτό είναι θεμιτό να διακρίνει κανείς στην κατηγορηματική δήλωση της καγκελαρίου το σχεδιάγραμμα ενός μέλλοντος που θα θέτει τέλος στην ανωμαλία ενός σχεδόν αιώνιου μοντέλου «μεγάλου συνασπισμού». Δεν αποτελεί άλλωστε μυστικό ότι ήδη μετά τις εκλογές του 2013 θα μπορούσε, αντί για τον Μεγάλο Συνασπισμό, να έχει συγκροτηθεί μια πλειοψηφία που θα στηρίζεται από τους Πράσινους. Το ήθελε η ίδια η Μέρκελ. Αλλά οι εσωτερικές αντιθέσεις μεταξύ «ρεαλιστών» και «αδιάλλακτων» (μαζί με τη δυσφορία των Βαυαρών) εμπόδισαν το οικολογικό κόμμα να κάνει το μεγάλο βήμα.

Σήμερα η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική. Και το συνέδριο των Πρασίνων που διεξήχθη πρόσφατα στο Αννόβερο σηματοδότησε μια στροφή που θα έχει συνέπειες: την οριστική εγκατάλειψη του παλιού ονείρου περί επανάληψης μιας κοκκινοπράσινης κυβέρνησης όπως εκείνη του Γκέρχαρντ Σρέντερ και του Γιόσκα Φίσερ (1998-2003). Κατά κάποιον τρόπο, οι Πράσινοι ξαναρχίζουν την «πορεία μέσα από τους θεσμούς» για την οποία είχε μιλήσει ο Ρούντι Ντούτσκε. Μια πορεία που οδήγησε σε ένα πραγματικό δημοκρατικό θαύμα στα ερείπια του ναζισμού και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

(*) Ο Αντζελο Μπολάφι είναι ιταλός φιλόσοφος της πολιτικής και ειδικός για τη Γερμανία. Υπήρξε διευθυντής του Ιταλικού Ινστιτούτου Πολιτισμού του Βερολίνου.

Πηγή: La Repubblica – ΑΠΕ