Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η ελληνική κόπωση και τα «παλιά, καλά χρόνια»

Του Νικόλα Σεβαστάκη

Αν έχουν ένα ενδιαφέρον οι συγκριτικές πολυεθνικές έρευνες για τη στάση των πολιτών στο ένα ή στο άλλο ερώτημα, είναι γιατί προσφέρουν ένα μείγμα αναμενόμενων και απροσδόκητων απαντήσεων. Διαβάζοντας το ερώτημα μπορεί να ξέρεις από πριν τι περίπου θα συναντήσεις και την ίδια στιγμή να νιώθεις παράξενα. Να επιβεβαιώνεσαι και, παρ’ όλα αυτά, να προβληματίζεσαι ξανά και ξανά.

Έτσι και με αυτή την έρευνα «παγκόσμιων στάσεων» του Pew Research Center για το αν η ζωή ήταν καλύτερη το ’60 ή αν, αντιθέτως, έχουμε κάνει μεγάλα βήματα προόδου, η έκπληξη πάει μαζί με το προβλέψιμο. Μας φαίνεται, ας πούμε, απολύτως λογικό που οι Βιετναμέζοι δεν πιστεύουν καθόλου πως «ήταν καλύτερα τότε». Στο κάτω-κάτω, πώς θα μπορούσε κάποιος να νοσταλγεί τον καιρό που έπεφταν βόμβες και καιγόταν με ναπάλμ η χώρα του ή τους καιρούς που η αθλιότητα ήταν σαρωτική, δίχως ακόμα τα οφέλη (έστω με πολύ άνισο τρόπο μοιρασμένα) της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης;

 

Η Ελλάδα όμως; Ή η Ιταλία, και αυτή, όπως φαίνεται, πολύ κοντά στην δική μας αίσθηση απώλειας; Υπάρχουν, νομίζω, δύο εκδοχές. Η πρώτη έχει να κάνει με τις εντυπώσεις από την πρόσφατη κρίση. Όλες οι δυσφορίες της συγκυρίας την οποία ζούμε θα μπορούσαν να είναι η αιτία για τη φυγή προς τα πίσω, προς το περίφημο «ναι, υπήρχε φτώχεια, αλλά ήμασταν πιο κοντά ο ένας στον άλλον». Με άλλα λόγια, το παρελθόν ως προστατευτική αγκαλιά και θερμοκοιτίδα νοήματος, παρά τις στερήσεις και τις χοντροκοπιές του.

 

Η άλλη εκδοχή αφορά την πολυσυζητημένη εδώ και χρόνια και διεθνώς νοσταλγία για τις «χρυσές μεταπολεμικές» δεκαετίες: ένα γιγάντιο κύμα εικονομανίας, vintage συλλεκτικών, ποπ μυθοποίησης και στυλιστικής φετιχοποίησης της εποχής, η οποία ανακάλυπτε τις ποικιλίες της vita moderna: από το ροκ εν ρολ και τη νεότητα ως ξεχωριστή πολιτισμική κατηγορία ως την κοινωνική συνείδηση και την πολιτική ευαισθησία. Αυτή η διαμεσολαβημένη από ταινίες και άλλα πολιτιστικά τεκμήρια «γνώση του παρελθόντος» βαραίνει αναμφίβολα στην αποτίμηση του παρόντος. Εν πάση περιπτώσει, είναι τάση που εμφανίζεται σε πολλές χώρες του κόσμου, ανεξάρτητα από το εάν τελικά κερδίζει τη μάχη το παρόν ή αν, όπως στην ελληνική περίπτωση, υπερισχύει η ιδέα πως στο χτες ήμασταν καλύτερα.

 

Από τη μια, λοιπόν, ένα αποτέλεσμα της ύφεσης και της ζημιάς που έχει υποστεί το στόρι της ευημερίας και της μεσοαστικής επιτυχίας. Τα πιο πρόσφατα βιώματα είτε λειαίνουν τις δυσάρεστες αναμνήσεις (για όσους ζούσαν τότε) είτε σπρώχνουν τους νεότερους σε ειδυλλιακές σκηνοθεσίες του «κάποτε». Οι αλλοτινές εποχές αποκτούν έτσι το κύρος μιας χαμένης πατρίδας και ως γνωστόν οι χαμένες πατρίδες δημιουργούν περισσότερους κραδασμούς μέσα μας απ’ όσο η υπαρκτή μας χώρα ‒ το παρόν και τα προβλήματά του.  Γοργόνες και μάγκες και ζόμπι του παλιού σινεμά Από την άλλη, έχουμε το εφέ μιας ψυχικής διάθεσης που φαίνεται να ριζώνει διεθνώς, τουλάχιστον σε πολλές προηγμένες χώρες.

Για να το πω αλλιώς, αξίες όπως αυτή της απλής ζωής, της αυθεντικότητας ή της αίσθησης της κοινότητας ασκούν μια εκ του μακρόθεν γοητεία. Το ’50 και το ’60 εμφανίζονται ως εποχές όπου όλα τα πράγματα ήταν λιγότερο περίπλοκα κι επομένως περισσότερο προσιτά. Ο κόσμος είχε σαφή περιγράμματα, οι γειτονιές αποτελούνταν από γνωστούς της οικογένειας, η πολιτική είχε στέρεα στρατόπεδα, οι επιθυμίες των ανθρώπων δεν χάνονταν σε κουραστικές ρευστότητες και αμφιθυμίες. Έτσι, τουλάχιστον, πιστεύουν οι επίγονοι για τους προγόνους τους, ασχέτως του αν αυτό αληθεύει ή όχι. Απέναντι σε αυτά, η αντίδραση πολλών, και κυρίως ανθρώπων που θέλουν να είναι ορθολογιστές, είναι η ειρωνική κριτική. Ειπώθηκε έτσι ότι αυτή η ελληνική αίσθηση πως πάμε προς το χειρότερο ή πως τα χρόνια του ’50 και του ’60 ήταν καλύτερα, στεγάζει μια τεράστια παρεξήγηση, ότι αποκαλύπτει έναν λαό που θέλει να παραβλέπει τις μορφές καθυστέρησης, τις ελλείψεις και τις πολιτικές ασχήμιες της Ελλάδας των μετεμφυλιακών καιρών.

Η διάσημη πλέον φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα, Χριστούγεννα στην Αθήνα τη δεκαετία του ’60. Και αυτή η τυφλότητα και η σύγχυση πάει, λένε πολλοί, μαζί με την υποκρισία. Άνθρωποι που δεν μπορούν να λειτουργήσουν ούτε μια μέρα χωρίς τον φορτιστή του κινητού τους προσποιούνται τους νοσταλγούς του τηλεφώνου στο μπακαλικάκι. Γενιές που θεωρούν αδιανόητη τη μια ή την άλλη έλλειψη καμώνονται πως θα ήθελαν να ζουν στις λιτοδίαιτες εποχές.

Πολλές φορές έχω σταθεί κι εγώ απέναντι από αυτή την περιφρόνηση για τα παρόντα και την ανύψωση των περασμένων. Απέναντι σε αυτό που μοιάζει με ένα κράμα αχαριστίας, άγνοιας, ιδεολογικής ψευδαίσθησης και ποπ ελαφρότητας. Οι πιο ενδιαφέρουσες σκέψεις έρχονται όμως αφού έχουμε σταματήσει να επιδοκιμάζουμε ή να κατακρίνουμε. Όταν η κατεδάφιση δίνει τη θέση της στην απόπειρα για κατανόηση. Γιατί, λοιπόν, αυτή η στροφή, έστω υποκριτική και γεμάτη στερεότυπα, προς το ’50 ή το ’60; Είναι απλώς η αιώνια λιακάδα των ελληνικών ταινιών, ο Ζήκος και η Βουγιουκλάκη, η ποδιά του παγωτατζή και οι εικόνες εκείνης της λαμπρής, νυχτερινής Σταδίου κάποια Χριστούγεννα του 1960; Είναι απλώς η διακίνηση χαπιών μνήμης και επινοημένης αισθαντικότητας; Ή είναι απλώς και μόνο κούραση; Η κόπωση από κάτι που νιώθουμε πως μας ξεφεύγει από τα χέρια και δεν το ελέγχουμε πια;

Πιστεύω πως είναι εν τέλει αυτή η αίσθηση πως τότε, στην αρχή της σύγχρονης ζωής μας, στην πρωτόγονη αφετηρία όλων αυτών που γίναμε, είχαμε περισσότερες δυνάμεις. Είχαμε, πώς να το πω, περισσότερη ενέργεια, για να χρησιμοποιήσω τη λέξη του μεταμοντέρνου συρμού. Είχαμε όρεξη για πράγματα. Αν κάτι μας φοβίζει περισσότερο στο σήμερα, είναι η απουσία πάθους και η ανορεξία. Αυτή την έλλειψη αναπληρώνει η στροφή προς τις εποχές που βγαίναμε από τις λάσπες και όμως χαιρόμασταν με κάθε βήμα και κάθε καινούργια κατάκτηση.

 

Πηγή: www.lifo.gr