Η Κύπρος εγκαταλείπει το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης με Ελλάδα και Ισραήλ

Toυ Μελέτη Ρεντούμη

Η ανακοίνωση της Λευκωσίας ότι “το έργο του καλωδίου δεν είναι βιώσιμο” για την ηλεκτρική διασύνδεση με Ελλάδα και Ισραήλ, έρχεται να σφραγίσει το τέλος μιας εκ των σημαντικότερων ενεργειακών πρωτοβουλιών της περιοχής. Το έργο Great Sea Interconnector (GSI), που κάποτε εκλαμβανόταν ως μείζον έργο κοινού ενδιαφέροντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταρρέει μετά από χρόνια καθυστερήσεων, οικονομικών προβλημάτων και γεωπολιτικών πιέσεων.

Το GSI, με συνολικό μήκος 1.208 χιλιομέτρων υποβρύχιου καλωδίου, σχεδιάστηκε να συνδέει τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, προσφέροντας ενεργειακή ασφάλεια και διαφοροποίηση στην περιοχή. Παρόλα αυτά, το έργο αντιμετώπισε διαδοχικά εμπόδια που το οδήγησαν στην κατάρρευση. Οι πρώτες ενδείξεις προβλημάτων εμφανίστηκαν τον Μάρτιο του 2025, όταν ο Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ) πάγωσε 70 εκατομμύρια ευρώ πληρωμών προς τη γαλλική εταιρεία Nexans. Την ίδια περίοδο, το Ισραήλ άρχισε να επαναξιολογεί τη συμμετοχή του στο έργο, εξετάζοντας την πιθανότητα να σταματήσει η διασύνδεση στην Κύπρο.

Παράλληλα, η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω με τις τουρκικές απειλές και παρεμβάσεις. Η Τουρκία εξέδωσε ανακοίνωση ότι “εμποδίζει οποιαδήποτε μη εξουσιοδοτημένη δραστηριότητα στην ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα της”, αναφερόμενη στο έργο GSI. Η στάση της Άγκυρας απέναντι στο έργο υπήρξε εξ αρχής σταθερά εχθρική, καθώς ισχυρίζεται ότι η ηλεκτρική διασύνδεση παραβιάζει τα δικαιώματά της, σύμφωνα με το μνημόνιο συνεργασίας για τις θαλάσσιες ζώνες που υπέγραψε με την προσωρινή λιβυκή κυβέρνηση. Παρότι η Αθήνα θεωρεί αυτό το μνημόνιο παράνομο, η Τουρκία συνέχισε τις πιέσεις. Το καλοκαίρι του 2025, η ένταση κλιμακώθηκε περαιτέρω όταν η Τουρκία σταμάτησε εργασίες έρευνας για άλλα υποβρύχια έργα καλωδίων στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Άγκυρα βλέπει αυτά τα έργα ως απόπειρα παράκαμψής της και μείωσης της περιφερειακής της επιρροής, γεγονός που οδήγησε σε σοβαρές επιπτώσεις για τα ελληνικά συμφέροντα.

Στο πλαίσιο αυτό, η εγκατάλειψη του GSI συνιστά σημαντικό πλήγμα για τα ελληνικά εθνικά και γεωπολιτικά συμφέροντα. Από ενεργειακή άποψη, η Ελλάδα χάνει τη δυνατότητα να καταστεί κεντρικός κόμβος ενεργειακής διαμετακόμισης στην περιοχή. Το έργο θα της παρείχε στρατηγικό ρόλο ως γέφυρα μεταξύ των ενεργειακών πόρων του Ισραήλ και της ευρωπαϊκής αγοράς. Ταυτόχρονα, από γεωπολιτικής σκοπιάς, η αποτυχία ενισχύει την τουρκική επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο και αποδεικνύει την ικανότητα της Άγκυρας να ματαιώνει έργα που θεωρεί αντίθετα προς τα συμφέροντά της. Αυτό υπονομεύει την ελληνική στρατηγική για δημιουργία εναλλακτικών αξόνων συνεργασίας που αποκλείουν την Τουρκία.

Ακόμη σημαντικότερη είναι η ευρωπαϊκή διάσταση της αποτυχίας. Η κατάρρευση ενός μείζονος ευρωπαϊκού έργου λόγω τουρκικών πιέσεων θέτει υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα της ελληνικής διπλωματίας στο ευρωπαϊκό περιβάλλον. Με τον ίδιο τρόπο, για την Κύπρο, η εγκατάλειψη του έργου έχει ακόμη πιο άμεσες και επώδυνες συνέπειες. Το νησί παραμένει ενεργειακά απομονωμένο, εξαρτώμενο από εισαγωγές υγρών καυσίμων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η Κύπρος δεν έχει ακόμη πρόσβαση σε φυσικό αέριο, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε ενεργειακές κρίσεις. Η αποτυχία του GSI επίσης υπονομεύει την κυπριακή στρατηγική ενεργειακής διαφοροποίησης και ενδυναμώνει το αίσθημα απομόνωσης του νησιού. Παράλληλα, υπάρχουν σχέδια για καλώδιο που θα συνδέει την Τουρκία με τα κατεχόμενα, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω την τουρκική επιρροή στο νησί.

Οι επιπτώσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι εξίσου σημαντικές. Η εγκατάλειψη του GSI παράλληλα με τις τουρκικές απειλές αναδεικνύει τη διορατικότητα της Άγκυρας στη χρήση “σκληρής διπλωματίας” για την επίτευξη γεωπολιτικών στόχων. Παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εξέφρασε “έντονη δυσαρέσκεια” για τις τουρκικές απειλές, αυτό δεν απέτρεψε την κατάρρευση του έργου. Επιπρόσθετα, η επιτυχία της Τουρκίας στην ματαίωση του έργου ενδέχεται να την ενθαρρύνει σε περαιτέρω παρεμβάσεις σε άλλα ελληνοκυπριακά ή ελληνικά έργα στην περιοχή. Παράλληλα, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης προειδοποίησε για “συνέπειες” εάν τρίτη χώρα παρεμποδίσει το έργο, αλλά αυτές οι προειδοποιήσεις δεν φαίνεται να είχαν ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Σε συνοπτική ανάλυση, η εγκατάλειψη του Great Sea Interconnector αντικατοπτρίζει τις ευρύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική εξωτερική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο. Παρά τις εντατικές διπλωματικές προσπάθειες και την ευρωπαϊκή υποστήριξη, η Τουρκία κατάφερε να ματαιώσει ένα έργο κλειδί για τα ελληνικά και κυπριακά συμφέροντα. Η αποτυχία αυτή θέτει σε αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής που βασίζεται σε συμμαχίες με χώρες όπως το Ισραήλ για την αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει την ανάγκη για πιο ρεαλιστική προσέγγιση στον σχεδιασμό ενεργειακών και υποδομών έργων που λαμβάνει υπόψη τις γεωπολιτικές πραγματικότητες της περιοχής.

Συμπερασματικά, η εγκατάλειψη του GSI δεν είναι απλώς η αποτυχία ενός τεχνικού έργου, αλλά συμβολίζει μία ευρύτερη γεωπολιτική αποτυχία που θα έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις για την ενεργειακή ασφάλεια και την περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Η επιτυχία της τουρκικής διπλωματίας στην ματαίωση του έργου επιβεβαιώνει τη δυνατότητά της να επηρεάζει αποφασιστικά την ενεργειακή γεωγραφία της περιοχής, ενώ παράλληλα καταδεικνύει τις αδυναμίες των ελληνοκυπριακών αντι-στρατηγικών και την ανεπάρκεια της ευρωπαϊκής απάντησης στις περιφερειακές προκλήσεις.