Σάββατο 19 Αυγούστου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η Συνθήκη της Λωζάνης και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις μέχρι σήμερα

 

Του υπουργού Εξωτερικών  Νίκου Κοτζιά*

Η Ελλάδα, και αυτό αφορά και την βόρεια γείτονα μας, είναι σταθερά υπέρ της σταθερότητας στην περιοχή. Είμαστε σταθερά υπέρ της ύπαρξης της ενότητας της FYROM, είμαστε οι μόνοι που δεν μπερδευτήκαμε ακόμα και σήμερα στα εσωτερικά της και θα υπερασπιστούμε την ύπαρξη της. Δεν είμαστε πλέον στο μεσοπόλεμο, αλλά «σε μία εποχή που υπάρχει σταθερότητα και απαιτείται σταθερότητα στους διεθνείς κανόνες και στην εφαρμογή των διεθνών σχέσεων, αλλά απαιτείται πριν απ’ όλα μεγάλος σεβασμός απέναντι στα σύνορα.

Όποιος επεμβαίνει στα εσωτερικά της Ελλάδος -κάτι που ουδείς δικαιούται- και όποιος δεν εφαρμόζει τις συμφωνίες EE-ΟΙΣ (Οργανισμός Ισλαμικής Συνεργασίας), σύμφωνα με τις οποίες η μία πλευρά δεν έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει στα εσωτερικά της άλλης, θα αντιμετωπίσει συνέπειες σε τομείς των ευρωπαϊκών πολιτικών. Η εποχή που κάποιες χώρες αδίκως καταδίκαζαν την Ελλάδα στηριζόμενες σε ψεύδη τρίτης χώρας, τελείωσε.

Κάθε χρόνο πηγαίνει η Τουρκία και θέτει ζήτημα περί δήθεν καταπιεσμένης μειονότητας στη Θράκη και προσπαθεί να θέσει και θέμα στη Δωδεκάνησο, ισχυριζόμενη ότι και εκεί δήθεν υπάρχει μειονότητα. Και εμείς κάνουμε κρούσεις σε φιλικές προς εμάς χώρες που λένε ναι, ναι, αλλά όταν έρχεται η στιγμή της ψηφοφορίας μας ξεχνάνε, η συμπεριφορά αυτών των χωρών δεν μπορεί παρά να έχει κόστος και στις σχέσεις τους με την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς υπάρχει ρητή συμφωνία που προβλέπει ότι ο ένας Οργανισμός δεν μπορεί να παρεμβαίνει στα εσωτερικά του άλλου.

Αναφερόμενος στον Τούρκο Πρόεδρο Ρεζέπ Ταγίπ Ερντογάν και στις αναφορές του για την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης είπε ότι «συχνά ξεχνιόμαστε ότι πριν την καταστρατήγηση της, υπήρξε η μη εφαρμογή της». Λόγος για τον οποίο τα τελευταία δύο χρόνια η ελληνική διπλωματία υπενθυμίζει στους Τούρκους -όταν ανοίγουν συζητήσεις για τις διεθνείς συνθήκες- τις παραβιάσεις που έκαναν στην Ίμβρο και στην Τένεδο.

Και στον κ. Τσαβούσογλου τον οποίο είδα το περασμένο Σάββατο στη Μάλτα αυτό του είπα: Μεβλούτ, εμείς σας θέλουμε στην Ευρώπη, εσείς θέλετε να είστε Ευρωπαίοι, θα παλέψετε να είστε Ευρωπαίοι; Μην προσπαθείτε να βάλετε πάνω σε εμάς το δίλημμα σας αν σας θέλουμε ή όχι. Απαντήστε οι ίδιοι το δίλημμα του τι ακριβώς θέλετε: περιφερειακή αυτόνομη ηγετική δύναμη ή κομμάτι του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι. Ας το επιλέξετε οι ίδιοι. Αν θελήσετε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό εμείς θα σας βοηθήσουμε.

Οι παραβιάσεις και η υπογράμμισή τους δεν αφορά μόνο την Ίμβρο και την Τένεδο, αφορά την υπεράσπιση των διεθνών συνθηκών και του διεθνούς δικαίου ως προς το αυτοδιοίκητο από τον ιθαγενή πληθυσμό αλλά και τις προβλέψεις για την αστυνόμευση των νησιών.

Αυτά όλα παραβιάστηκαν και η παραβίαση άρχισε με ένα χαρακτηριστικό πανικού που είναι κακός σύμβουλος στην εξωτερική πολιτική. Παραδόθηκε η Τένεδος πριν καν επικυρωθεί η συνθήκη της Λωζάννης από τα κοινοβούλια της Τουρκίας και της Ελλάδας. Δεν παραδόθηκε στους ιθαγενείς δηλαδή στον ελληνικό κατά πλειοψηφία πληθυσμό, αλλά παραδόθηκε στον τουρκικό στρατό.

Για τις ευθύνες της ελληνικής πλευράς έκανε λόγο για «επιπολαιότητα υπό τον πανικό να μην διεκδικούμε την εφαρμογή της συνθήκης της Λωζάννης με την οποία είχαμε προβεί σε παραχωρήσεις κατ΄ ανάγκη λόγω της μεγάλης στρατιωτικής ήττας», εκφράζοντας την άποψη ότι «δεν πρέπει ποτέ κανείς να κάνει εξωτερική πολιτική σε συνθήκες πανικού και ανασφάλειας, ότι πρέπει να μιλά λίγο και να σκέφτεται περισσότερο και να διασφαλίζει ότι δεν πέφτει τίποτα κάτω από το τραπέζι».

Σε αυτή τη λογική,  το υπουργείο Εξωτερικών στα δυόμισι χρόνια που είμαι επικεφαλής του, σε 70 περιπτώσεις προχώρησε με συγκεκριμένα μέτρα σε αυστηρότατες παρατηρήσεις και συστάσεις, αλλά και ενέργειες σε ξένες χώρες που παραβίαζαν η προσκρούανε στα δικά μας συμφέροντα, δύο παραδείγματα, την απόσυρση των πρέσβεων μας από την Πράγα και τη Βιέννη για «να συνέλθουν, διότι η Ελλάδα μπορεί να είναι μία χώρα σε οικονομική κρίση αλλά αποτελεί μία ισχυρή δύναμη και στην περιοχή και μία ισχυρή παρουσία στην ίδια την ΕΕ.

Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι όταν συνομιλεί και διαπραγματεύεται με όλους τους γείτονές μας πρέπει έχει καλή γνώση της κατάστασης και των αντιφάσεών τους.

Η Τουρκία είναι γνωστή για τις αντιφάσεις της από τη μία μεριά λέει για τη γενοκτονία των Αρμενίων ότι δεν έχει καμία σχέση με την οθωμανική αυτοκρατορία και από την άλλη ο Πρόεδρος της βγαίνει και λέει ότι ονειρεύεται τα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι γεωγραφικές της αντιθέσεις όπως κατέδειξε το πρόσφατο δημοψήφισμα καθώς το «Όχι» κέρδισαν οι περιοχές των ακτών, όπου ζουν οι πιο ανεπτυγμένες ομάδες της τουρκικής κοινωνίας, η διανόηση της, η εργατική της τάξη, η αστική της ελίτ και είναι σε αντίθεση με τις εσωτερικές περιοχές στις οποίες κέρδισε το ναι με 70-80%.

Οι  αντιφάσεις της Τουρκίας ανάμεσα στο κουρδικό και το τουρκικό στοιχείο, τις θρησκευτικές αντιπαραθέσεις με τους Αλεβίτες,   το σημαντικό στοιχείο που προστέθηκε στην εξωτερική πολιτική είναι οι αντιφάσεις στην ψυχολογία των ίδιων των ηγετικών στρωμάτων της Τουρκίας. Η αίσθηση φόβου και ανασφάλειας, σε αντιπαράθεση με ένα αίσθημα υπεροχής αυτών που νίκησαν απέναντι στο πραξικόπημα.

Η αντιφατική Τουρκία θέλει προσεκτικούς, νηφάλιους, ήρεμους χειρισμούς, είναι καλό και πρέπει να έχουμε ως βασικό προσανατολισμό ότι θέλουμε μία ευρωπαϊκή Τουρκία, καθώς είναι συμφέρον της Ελλάδας μία Τουρκία που συμπεριφέρεται δημοκρατικά και ευρωπαϊκά το αν θα γίνει ευρωπαϊκό κράτος ή όχι το αποφασίζει ίδια.

Και στον κ. Τσαβούσογλου τον οποίο είδα το περασμένο Σάββατο στη Μάλτα  αυτό του είπα: Μεβλούτ, εμείς σας θέλουμε στην Ευρώπη, εσείς θέλετε να είστε Ευρωπαίοι, θα παλέψετε να είστε Ευρωπαίοι; Μην προσπαθείτε να βάλετε πάνω σε εμάς το δίλημμα σας αν σας θέλουμε ή όχι. Απαντήστε οι ίδιοι το δίλημμα του τι ακριβώς θέλετε: περιφερειακή αυτόνομη ηγετική δύναμη ή κομμάτι του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι. Ας το επιλέξετε οι ίδιοι. Αν θελήσετε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό εμείς θα σας βοηθήσουμε.

Γνωρίζουμε ότι η Τουρκία είναι μία νευρική και αναθεωρητική δύναμη, η οποία έχει την συνήθεια να χτυπά όταν νιώθει ότι η άλλη πλευρά έχει αδυναμία». Κάνοντας μία ιστορική αναδρομή στους βασικούς σταθμούς της οδυνηρής ιστορίας της Ίμβου και της Τενέδου τόνισε ότι η Τουρκία την Συνθήκη της Λωζάννης «δεν την υλοποίησε καθόλου, και μάλιστα χωρίς κόστος. Έχω  επαναφέρει ο ίδιος το ζήτημα και  θα επιμείνω  στο θέμα των δικαιωμάτων του πληθυσμού των δύο νησιών. Παροτρύνω  δε τους δύο συλλόγους να πιέσουν προς όλες τις πλευρές για την υλοποίηση μιας άλλης πολιτικής.

Τα βήματα που υιοθέτησε στο παρελθόν η Τουρκία, τη βαριά φορολόγηση, την απαλλοτρίωση της περιουσίας των Ελλήνων και τέλος στον εποικισμό, την εμφάνιση στρατού και την εγκατάσταση φυλακισμένων, βήματα που οδήγησαν στην εξώθηση των γηγενών και στην αλλαγή της δημογραφικής ταυτότητας των νησιών.

Ένα νησί δεν χάνεται για μία μόνο αιτία. Δεν χάνεται μόνο από τα λάθη που μπορεί να κάνει μία πολιτική ηγεσία. Χρειάζονται πολλές συγκυρίες. Χρειάστηκε η ήττα του στρατού, οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία που φέρνανε και τον πανικό μαζί τους, χρειάστηκε η διπλωματική απομόνωση. Δεν ήταν λάθη μόνο της ελληνικής ηγεσίας αλλά και αντικειμενικές συνθήκες που οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση, καθώς «οι Δυτικοί δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν τους Τούρκους μετά από τη Συνθήκη της Λωζάννης, γιατί χρησιμοποιούσαν τα μεγάλης γεωστρατηγικής σημασίας νησιά στην είσοδο των Δαρδανελίων ως αντίβαρο για να πάρουν δικαιώματα στα Στενά και πρόσβαση στα πετρέλαια της Μοσούλης.

Και γι’ αυτό στη διεθνή πολιτική, χρειάζεται και ο ίδιος να έχεις αντίβαρα αλλά να είσαι και πάρα πολύ προσεκτικός αν σε μία διαπραγμάτευση που κάνεις και σου ακούγονται παράξενα πράγματα και κάποιοι υπόσχονται εύκολες λύσεις για τρίτους προκειμένου να πάρουν ανταλλάγματα αλλού ή για να σε καθησυχάσουν.

Πρέπει να έχουμε ανοιχτά τα μάτια μας,   για την μεγάλη απώλεια των νησιών έπαιξε ρόλο το γεγονός ότι υποκαταστάθηκε το κριτήριο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της εθνικής αυτοδιάθεσης από το κριτήριο των γεωπολιτικών στρατηγικών συμφερόντων της Τουρκίας, αφενός διότι οι Βρετανοί στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου συμπεριφέρθηκαν σε αυτά τα νησιά ως κατακτητές, ενώ ήταν προσωρινά παρόντες στρατιωτικά, και αφετέρου λόγω της μη αξιοποίησης των δυνατοτήτων από την ελληνική πλευρά της Συνθήκης της Λωζάννης από ιδιοτέλειες και αντιφάσεις και στον πολιτικό κόσμο και την Εκκλησία. Αλλά και από τον πανικό και την αυταπάτη ότι οι εγγυήσεις που δίνονταν από τις μεγάλες δυνάμεις για την Ίμβρο και την Τένεδο θα κρατηθούν, ενώ ουδείς της θυμήθηκε μετά.

Κατά συνέπεια νομίζω ότι η Ελλάδα αυτό που διδάσκεται από την Ίμβρο και την Τένεδο είναι πρώτον ότι έχει και σήμερα δυνατότητες να διεκδικεί καλύτερες συνθήκες για τον υπάρχοντα μικρό αριθμό ελληνισμού στα δυο αυτά νησιά αλλά και για την επιστροφή του. Δεύτερον ότι πρέπει να έχει τα μάτια της ψυχής και του μυαλού της ανοιχτά απέναντι στο τι και πού ακριβώς στοχεύουν κάποιοι. Να μην έχει αυταπάτες ότι οι διεθνείς οργανισμοί εξ’ ορισμού είναι με την Ελλάδα, όπως είχε για την Κοινωνία των Εθνών εκείνη την περίοδο, και να επιδιώκει πάντα και να προτάσσει τα μέσα της διπλωματίας και της διαπραγμάτευσης αλλά χωρίς να έχει την αίσθηση ότι κάθε φορά που πιέζεται πρέπει να υποχωρεί. Οι διαπραγματεύσεις και ο διάλογος έχουν τους δικούς τους κανόνες και η κάθε πλευρά πρέπει να τους αξιοποιεί».

 

  • Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλΊου του Νικου Σηφουνάκη » Ίμβρος -Τένεδος : από τη Συνθήκες της Λωζάνης στη δραματική συρρίκνωση τη Ελληνισμού».