Η υπερεκτιμημένη πρόοδος της ελληνικής οικονομίας

Του Φραγκίσκου Κουτεντάκη

Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 7 χρόνια από τον Αύγουστο του 2018 που ολοκληρώθηκαν επίσημα τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής της Ελλάδας, τα κατά κόσμο μνημόνια. Εχει ενδιαφέρον να συγκρίνει κανείς την τότε κατάσταση της ελληνικής οικονομίας με τη σημερινή, επιχειρώντας να εντοπίσει την πρόοδο που έχει ή δεν έχει σημειωθεί.

Ξεκινώντας από τα πιο στοιχειώδη μεγέθη, το 2018 η ελληνική οικονομία κατέγραψε ρυθμό μεγέθυνσης 2,1% και πρωτογενές πλεόνασμα 4,3% του ΑΕΠ. Το 2024 τα αντίστοιχα μεγέθη ήταν 2,3% και 4,8%. Εκ πρώτης όψεως η ελληνική οικονομία βρίσκεται λίγο-πολύ στην ίδια κατάσταση με εκείνην του 2018. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει πως δεν έχει υπάρξει πρόοδος. Το ΑΕΠ του 2018 ήταν 180,4 δισ. ευρώ και το ΑΕΠ του 2024 έφτασε τα 201,5 δισ. ευρώ, σε σταθερές τιμές 2020. Η ανεργία έχει μειωθεί από 19,7% το 2018 σε 10,1% το 2024. Και, βέβαια, το δημόσιο χρέος το 2018 ήταν 189% του ΑΕΠ και το 2024 είχε πέσει στο 153,6% του ΑΕΠ.

Ομως και η πρόοδος είναι σχετική. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας το 2018 ήταν στο 66,1% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το τέταρτο χαμηλότερο. Το 2024 είχε αυξηθεί στο 70,1%, αλλά είχε πέσει στη δεύτερη χαμηλότερη θέση (μας ξεπέρασαν η Κροατία και η Ρουμανία). Ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης το 2018 ήταν 15.900 ευρώ, στο 50% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στην ένατη θέση από το τέλος. Το 2023 (τελευταία στοιχεία) είχε αυξηθεί στα 17.000 ευρώ, 45% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά βρίσκεται πλέον στην τρίτη θέση από το τέλος (μας ξεπέρασαν Ρουμανία, Πολωνία, Λιθουανία, Λετονία, Κροατία και Σλοβακία).

Οσον αφορά τα δημοσιονομικά, τα έσοδα έχουν μειωθεί οριακά από 49,5% του ΑΕΠ το 2018 σε 49,3% το 2014, ενώ οι πρωτογενείς δαπάνες έχουν μειωθεί από 48,6% του ΑΕΠ το 2018 σε 48% το 2024. Η σύνθεση τόσο των εσόδων όσο και των πρωτογενών δαπανών έχει αλλάξει. Για παράδειγμα, τα έσοδα ΦΠΑ έχουν αυξηθεί από 8,5% σε 9% του ΑΕΠ, τα έσοδα από φόρους εισοδήματος-περιουσίας έχουν επίσης αυξηθεί από 10,3% σε 11,1% του ΑΕΠ, ενώ οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν μειωθεί από 6,6% σε 6,1% του ΑΕΠ. Αντίστοιχα, οι μισθοί των δημόσιων υπαλλήλων έχουν μειωθεί από 8,2% σε 7,4% του ΑΕΠ, οι κοινωνικές παροχές από 19% σε 16,7% του ΑΕΠ και οι δημόσιες επενδύσεις αυξήθηκαν από 3,2% σε 3,7% του ΑΕΠ.

Αξίζει να σημειωθούν δύο πράγματα. Το πρώτο είναι η μάλλον περιορισμένη πρόοδος της ελληνικής οικονομίας από το 2018 μέχρι σήμερα. Παρότι η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται, όπως κάνουν όλες οι οικονομίες, ο ρυθμός είναι σαφώς βραδύτερος από άλλες παρόμοιες οικονομίες, με αποτέλεσμα την υποβάθμισή της στην κατάταξη μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το δεύτερο είναι η αλλαγή στη δημόσια συζήτηση για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας τότε και σήμερα.

Τότε, όπως όλοι θυμόμαστε, η άποψη που προωθούνταν από πολλούς οικονομολόγους, έγκριτους και μη, ήταν πως η ελληνική οικονομία είναι σε απογοητευτική κατάσταση, υπάρχει υπερφορολόγηση, υπερπλεονάσματα, στασιμότητα, ύφεση κ.λπ. Σήμερα, οι ίδιοι σχεδόν οικονομολόγοι βλέπουν την ελληνική οικονομία περίπου σαν το οικονομικό θαύμα της Ευρώπης, απογείωση και δημοσιονομική επιτυχία.

Είναι εντυπωσιακό πως η επικοινωνιακή στρατηγική μπορεί να διαμορφώσει την κοινή γνώμη ενός ακροατηρίου που δεν μπαίνει στον κόπο να κοιτάξει τα οικονομικά στοιχεία.

Ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης είναι επ. καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης

ΑΠΟ ΤΗΝ EΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ