
Του Γιάννη Μυλόπουλου
Δεν είναι υποκρισία να έρχεται σήμερα η κυβέρνηση και να προτείνει ιδιωτικά πανεπιστήμια για να επιστρέψουν, λέει, από το εξωτερικό τα παιδιά που σπουδάζουν, τα οποία η δική της πολιτική έστειλε εκτός δημόσιων πανεπιστημίων
Το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί με την εκτός Συντάγματος ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων στη χώρα μας δεν είναι ένα πρόβλημα που αφορά μόνο σε αυτά καθαυτά τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Πολύ περισσότερο δεν είναι ένα πρόβλημα που έχει ως αρχή μια ιδεοληψία για την ιδιωτική εκπαίδευση, όπως η προπαγάνδα της κυβέρνησης ανεπιτυχώς υποστηρίζει.
Είναι ένα πρόβλημα που αφορά συνολικά την υπόθεση της Παιδείας στην Ελλάδα.
Καθώς η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων υλοποιήθηκε με την εφαρμογή μιας πολιτικής υποβάθμισης, συρρίκνωσης και υποχρηματοδότησης των δημόσιων Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, με μόνο σκοπό την αποστολή «πελατείας» στα ιδιωτικά.
Τα διεθνή και γι’ αυτό αμερόληπτα και αδιαμφισβήτητα στοιχεία, τα οποία εντέχνως αποκρύπτονται από τη δημοσιότητα, είναι κόλαφος για τη δημόσια χρηματοδότηση της Παιδείας στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.
Κατά τη διάρκεια των οποίων υποβιβαστήκαμε στις διεθνείς αξιολογήσεις στην 26η θέση ανάμεσα σε 30 ευρωπαϊκά κράτη, όσον αφορά στη δημόσια χρηματοδότηση της Παιδείας.
Αφού στη χώρα μας η δημόσια Παιδεία χρηματοδοτείται με το 3,39% του ΑΕΠ, τη στιγμή που ο μέσος ευρωπαϊκός όρος βρίσκεται στο 4,66% του αντίστοιχου μέσου ευρωπαϊκού ΑΕΠ.
Υπολειπόμαστε, δηλαδή, από τα κράτη της υπόλοιπης Ευρώπης κατά 30% όσον αφορά στη δημόσια χρηματοδότηση της Παιδείας.
Με χειρότερες από εμάς κατά σειρά την Τουρκία, τη Σερβία, τη Ρουμανία και την Κροατία. Με τις 3 από τις 4 χειρότερες από εμάς χώρες να μην ανήκουν καν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακόμη και η Βουλγαρία, με την οποία ανταγωνιζόμαστε στη φτώχεια και τους χαμηλούς μισθούς χρηματοδοτεί περισσότερο από εμάς τη δημόσια εκπαίδευσή της.
Όσον αφορά στη δημόσια χρηματοδότηση των πανεπιστημίων ανά φοιτητή μάλιστα, είμαστε η τελευταία από τις 30 χώρες της Ευρώπης. Μια πραγματικότητα που δικαιολογεί την κυβερνητική εμμονή να διαγραφούν 290.000 φοιτητές που έχουν υπερβεί ένα ανώτατο όριο σπουδών της τάξης μόλις του 50% του προβλεπόμενου.
Αλλά και όσον αφορά στη στελέχωση των δημόσιων πανεπιστημίων στην Ευρώπη, η Ελλάδα είναι ουραγός.
Με 1 καθηγητή να αντιστοιχεί σε 42 φοιτητές, η χώρα μας είναι μακράν του μέσου ευρωπαϊκού όρου, που θέλει 1 καθηγητή να αντιστοιχεί σε 13 μόλις φοιτητές.
Η κατάσταση αυτή, όσον αφορά στη δημόσια χρηματοδότηση της Παιδείας, είναι εντελώς αντίστροφη στην Ευρώπη. Όπου τα ιδιωτικά πανεπιστήμια επιτράπηκαν να λειτουργούν χωρίς να υπάρξει καμία υποχρηματοδότηση ή συρρίκνωση των δημόσιων.
Με αποτέλεσμα στην Ευρώπη σήμερα τα ιδιωτικά πανεπιστήμια να καλύπτουν ένα το πολύ 10% κατά μέσον όρο των φοιτητικών προτιμήσεων. Κορμός της εκπαίδευσης, δηλαδή, στην Ευρώπη σήμερα, παραμένουν τα καλά χρηματοδοτημένα και στελεχωμένα και υψηλής στάθμης δημόσια πανεπιστήμια.
Ακόμη και η πρόταση της κυβέρνησης για ακαδημαϊκό απολυτήριο έρχεται πολύ καθυστερημένα. Και αφού αφέθηκε να εφαρμοστεί επί σειρά ετών η πολιτική της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής στα δημόσια πανεπιστήμια, η οποία έκοψε τον δρόμο της ισότιμης πρόσβασης σε αυτά 20.000 υποψηφίων ετησίως, στέλνοντάς τους πελατεία στα ιδιωτικά κολέγια ή και στο εξωτερικό.
Κι αυτό, τη στιγμή κατά την οποία οι 20.000 νέοι που έγραψαν κάτω από τη βάση, είχαν ήδη περάσει με επιτυχία τις απολυτήριες εξετάσεις στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Αν, πράγματι, η δευτεροβάθμια εκπαίδευση και το σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων στα πανεπιστήμια νοσούν, τότε γιατί δεν αναβαθμίστηκε, τόσον καιρό, η φοίτηση στα λύκεια, οι απολυτήριες εξετάσεις καθώς και οι εισαγωγικές και ρίχτηκαν δεκάδες χιλιάδες νέοι στον καιάδα της ιδιωτικής εκπαίδευσης ή των σπουδών στο εξωτερικό;
Δεν είναι υποκρισία να έρχεται σήμερα η κυβέρνηση και να προτείνει ιδιωτικά πανεπιστήμια για να επιστρέψουν, λέει, από το εξωτερικό τα παιδιά που σπουδάζουν, τα οποία η δική της πολιτική έστειλε εκτός δημόσιων πανεπιστημίων, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν κενές θέσεις σε αυτά;
Το σύνολο της εκπαιδευτικής πολιτικής της κυβέρνησης τα τελευταία χρόνια, από τη συρρίκνωση των δημόσιων πανεπιστημίων κατά 20.000 φοιτητές ετησίως και από τη δυσφήμισή τους σαν δήθεν κέντρων ανομίας και εγκληματικότητας, μια δυσφήμιση που δεν επαληθεύτηκε ποτέ ούτε από τις εγκληματολογικές μελέτες, ούτε από το αστυνομικό δελτίο, αλλά ούτε και από τον πρωτόγνωρο παγκοσμίως θεσμό της πανεπιστημιακής αστυνομίας, που διαλύθηκε μόλις συγκροτήθηκε ως άνευ αντικειμένου, μέχρι την πρωτοφανή υποχρηματοδότηση και υποστελέχωση των δημόσιων πανεπιστημίων στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, όπως προδίδουν τα διεθνή στοιχεία, συνηγορούν στην ίδια κατεύθυνση.
Της αποδυνάμωσης του δημόσιου πανεπιστημίου, με ταυτόχρονη ανάδειξη των ιδιωτικών ως μέσων υπέρβασης της τεχνητής κρίσης.
Έφτασαν στο σημείο να διαφημίζουν τα ιδιωτικά ως μέσον βελτίωσης των δημόσιων μέσω του ανταγωνισμού, τη στιγμή που τα περισσότερα μητρικά πανεπιστήμια των κολεγίων και του Κυπριακού ιδιωτικού πανεπιστημίου που αναγνωρίστηκαν σαν ιδιωτικά πανεπιστήμια στη χώρα μας είναι μετρίων ακαδημαϊκών επιδόσεων, καθώς βρίσκονται πολύ χαμηλότερα από τα ελληνικά πανεπιστήμια στις διεθνείς αξιολογήσεις.
Όλα τα άλλα που παρακολουθούμε άναυδοι να συμβαίνουν τελευταία, όπως η αναγνώριση εκπαιδευτικών επιχειρήσεων ως ιδιωτικών πανεπιστημίων, χωρίς όμως να έχουν παρουσιαστεί και χωρίς να έχουν αξιολογηθεί τα προγράμματα σπουδών τους, αλλά και χωρίς να έχει παρουσιαστεί ακόμη το ακαδημαϊκό τους προσωπικό, όπως και η διαπλοκή μεταξύ κυβέρνησης και διοικήσεων των νεότευκτων ιδιωτικών πανεπιστημίων, στα οποία βολεύονται κυβερνητικοί ημέτεροι, δεν είναι παρά μέρος του μεγάλου κόλπου υποβάθμισης των δημόσιων, προκειμένου να αναδειχθούν εκπαιδευτικές επιχειρήσεις φιλικών με την κυβέρνηση συμφερόντων.
Από το Tvxs

