
Του Στέλιου Καλογεράκη
Βρίσκομαι σε ένα καθοριστικό σημείο. Σημειώνω πάνω σε μια ταλαιπωρημένη σελίδα, με ένα στιλό διαρκείας. Σκέφτομαι ότι έχει περάσει αρκετός καιρός από την τελευταία φορά που έγραψα με στιλό, σε εποχές που ο συμβατικός τρόπος γραφής έχει αντικατασταθεί από το πληκτρολόγιο ή από τη φωνητική υπαγόρευση. Τώρα όμως γράφω με ένα απλό στιλό, σε ένα παραθαλάσσιο Καφέ, σε ένα ειδυλλιακό τόπο διαφυγής της νοτιοδυτικής Κρήτης.
Έτσι, το τελευταίο τετραήμερο δεν έχω καμία επαφή με τα τρέχοντα γεγονότα. Ουσιαστικά δεν λαμβάνω πληροφορίες για τα τεκταινόμενα στον “πραγματικό” κόσμο. Και τώρα, σημειώνοντας λέξεις στο χαρτί, αναρωτιέμαι αν το πρόβλημα του σύγχρονου κόσμου είναι μόνο τα γεγονότα αυτά καθαυτά, ή η διαχείρισή τους από την ευρεία μάζα των πολιτών.
Το πιθανότερο είναι ότι βιώνουμε μία σκληρή κρίση διαχείρισης γεγονότων. Ξέρω ότι αύριο, μαζί με την αμείλικτα δύσκολη εμπειρία της επιστροφής στο αστικό περιβάλλον, θα με επισκεφτεί και ο γνώριμος καθημερινός εκνευρισμός της καθημερινής κυκλοφοριακής εμπλοκής, των ανύπαρκτων θέσεων στάθμευσης, αλλά και του πληροφοριακού overdose, που προσφέρει απλόχερα το διαδίκτυο και τα ΜΜΕ.
Υπήρξαν εποχές, καθόλου μακρινές, που έπρεπε να κυνηγάμε την πληροφορία. Η πληροφορία πλέον, αφιλτράριστη, συνήθως αναξιόπιστη και αμφιβόλου ποιότητας, μας καταδιώκει αποφασιστικά και αμείλικτα και απειλεί να εισβάλει με βία στην καθημερινότητά μας.
Θα μου πεις, οφείλουμε να γνωρίζουμε για την πραγματική γενοκτονία, που συντελείται, όχι πολύ μακριά από εμάς, σε ζωντανή μετάδοση. Οφείλουμε να γνωρίζουμε για τις αμετροεπείς ανοησίες ενός φαύλου πλανητάρχη, για το επιδεικτικό “νίπτω τας χείρας μου” της δικής μας κυβέρνησης, για τις αλλεπάλληλες περιπτώσεις πολιτικού φιάσκου, για την απροκάλυπτα προκλητική κλοπή ευρωπαϊκών επιδοτήσεων και για σκάνδαλα, για τα οποία δεν θα ανοίξει υπουργικό ρουθούνι, αφού πάντα υπάρχουν πρόχειρα εξιλαστήρια θύματα έτοιμα προς θυσία. Οφείλουμε να ξέρουμε για τη διαρκή συναλλαγή της υψηλόβαθμης πολιτικής αγυρτείας με τις φαμίλιες πρόθυμων ψηφοφόρων. Κι ας γνωρίζουμε κατά βάθος ότι κάθε πληροφορία αναχαιτίζεται εύκολά από τον συνήθη και πάντα ευρηματικό “επικοινωνιακό ανταρτοπόλεμο” της σύγχρονης πολιτικής, όπως θα έλεγε και ο δάσκαλος Umberto Eco.
To τελευταίο τετραήμερο έζησα με χαρά, μια νοητικά δημιουργική περίοδο “μη πληροφορίας”. Στο πλαίσιο των σύγχρονων κοινωνιών, η “μη πληροφορία” είναι τόσο βλαπτική, όσο και η αφιλτράριστη υπερπληροφόρηση. Η πληροφορία, όπως όλα τα πολύτιμα αγαθά, πρέπει να σου λείπει κατά περιόδους, για να εκτιμήσεις την αξία της. Όταν την εκτιμήσεις, καλό είναι τα τη διαχειρίζεσαι και να τη χρησιμοποιείς σωστά και επιλεκτικά.
Άλλωστε, αυτή η υπερπροσφορά πληροφορίας, τα τελευταία χρόνια δημιούργησε και το διαβόητο Information Fatigue Syndrome, γνωστό και ως IFS, μια φυσική ψυχοσωματική δυσλειτουργία που επιφέρει κόπωση και απάθεια. Και αυτή η συνεχής ροή πληροφοριών, που συνήθως εμπεριέχουν και γενναίες δόσεις σουρεαλιστικής παραδοξότητας δημιουργεί το φαινόμενο που είναι γνωστό και ως ΗyperNormalisation. Το εισήγαγε ως όρο ο Βρετανός σκηνοθέτης Adam Curtis, σε μία ταινία τεκμηρίωσης που γύρισε το 2016 για το BBC. Το HyperNormalisation (υπερκανονικοποίηση θα το λέγαμε στα ελληνικά) είναι το φαινόμενο μιας μαζικής ψευδαίσθησης κατά το οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος διατηρεί μία απόλυτη απάθεια, όσο υπερβολικά κραυγαλέα και αν είναι η κοινωνική πραγματικότητα. Κανένας δε φαίνεται να εκπλήσσεται ή να αντιδρά πια, όσο εξωφρενικά και παράλογα και αν είναι τα γεγονότα που συντελούνται τριγύρω. Όλα “κανονικοποιούνται” και τίποτα πια δεν φαίνεται να βγάζει τον σύγχρονο πολίτη από τον παράξενο λήθαργο που του παρέχουν απλόχερα τα σύγχρονα μέσα πληροφόρησης. Η κοινή λογική, τα κοινωνικά κεκτημένα, ο ορθολογισμός, όλα πάνε περίπατο όταν το παράλογο μετατρέπεται σε φυσιολογική πραγματικότητα as seen on TV.
Τελικά για χρόνια διψούσαμε για την πληροφορία, που μόλις λάβαμε απλόχερα, μας έφερε αυτό το digital burnout. Και το στοίχημα είναι ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να τη διαχειριζόμαστε.
Θυμάμαι ένα δεξιοτέχνη παραδοσιακό μουσικό που μου έλεγε κάποτε ότι ο καλός μουσικός πρέπει να ξέρει πότε να μην παίζει. Να γνωρίζει να κρατά τις παύσεις, που κάνουν το μουσικό κομμάτι να αναπνέει, και να ξέρει πότε και που θα παίξει το μουσικό του όργανο.
Κάπως έτσι, και ο καλός πολίτης πρέπει να ξέρει πότε θα κάνει τα διαλείμματά του από την πληροφορία και από την ενημέρωση, και πώς θα κάνει την επιλεκτική διαχείριση της πληροφορίας που λαμβάνει.
Γιατί μάλλον η ουσία των πραγμάτων, πλέον βρίσκεται κάπου ανάμεσα στη διαχείριση και στις εποικοδομητικές παύσεις.
Ας ανακαλύψουμε ξανά το νόημα των παύσεων!

