Μπουρζουαζία στο Μαξίμου

Του Διογένη Λόππα

Το μακρινό 1973 ο ιδιοφυής Luis Bunuel κερδίζει το όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας με το κλασικό αριστούργημα »Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας».  Με ένα γλαφυρό και ενίοτε σουρεαλιστικό τρόπο καταφέρνει να διεισδύσει μέσα στο είναι μιας νεόπλουτης »ελίτ» και κυριολεκτικά να την ξετινάξει.  Στο ευρηματικό φινάλε, ο μεγαλύτερος εφιάλτης των μπουρζουάδων γίνεται πραγματικότητα, καθώς ξαφνικά αντιλαμβάνονται ότι οι κινήσεις τους έρχονται στο φως της δημοσιότητας, ότι τόσο καιρό βρισκόταν στην αυλαία ενός θεάτρου γεμάτου θεατές.

Σε μια παρόμοια κατάσταση θα πρέπει να βρίσκονται αυτές τις μέρες οι ένοικοι του Μαξίμου, καθώς κάτι (όχι και τόσο παλιοί) σκελετοί αρχίζουν να αποκαλύπτονται βαθιά μέσα στις ντουλάπες τους.  Η έκδηλη αμηχανία έφερε σιωπή, η σιωπή με τη σειρά της έφερε μια αμήχανη δήλωση του στυλ »τι ωραία που είναι η άνοιξη» με μια δόση »και ο Παππάς βασανίζει τους μαύρους» και καθώς το θέμα άρχισε να συζητιέται (και) στη βουλή, ο εξ απορρήτων του πρωθυπουργού κατάφερε να το κάνει ακόμα χειρότερο ψελλίζοντας κάτι ασυναρτησίες που σίγουρα απέχουν από τη σοβαρότητα που μέχρι σήμερα έχει επιδείξει στον επαγγελματικό και δημόσιο βίο του.  

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός παραμένει πιο σιωπηλός και από τον Καραμανλή τον Β’.  Ως παλιά καραβάνα της διαπλοκής, γαλουχημένος στο πιο κατάλληλο οικογενειακό περιβάλλον, με μέντορα τον παμμέγιστο Χριστοφοράκο και με θητεία στα χρυσά χρόνια της Siemens, γνωρίζει άριστα ότι τέτοια ευαίσθητα θέματα καλό είναι να μην τα σκαλίζεις.  Ο πανδαμάτωρ θα φροντίσει για τα υπόλοιπα.  

Φευ. Ο πραγματικός κουμανταδόρος του Μαξίμου, η πολυπράγμων σύζυγος, νεοσσός στο λειτούργημα, δεν κατάφερε να τηρήσει τα συμφωνηθέντα:  Με μια άστοχη παρέμβαση στο twitter που δικαίως προκάλεσε το κοινό αίσθημα, κατάφερε να στρέψει το πρωτοφανές shitstorm που πλησιάζει και που με μαεστρία το στενό περιβάλλον του μητσοτακέικου και οι καλοταϊσμένοι σφουγγοκωλάριοι των mainstream media με κόπο προσπαθούν να αποφύγουν, ακριβώς κατά πάνω τους.  

Η λέξη που χρησιμοποίησε η κατά τα άλλα συμπαθής »πρώτη κυρία» (sic) και που τη συνδέει με τους κωμικοτραγικούς μπουρζουάδες του Bunuel είναι »φθόνος».  Ακούγεται παράδοξο, όμως είναι αλήθεια:  Οι άνθρωποι αυτοί είναι τόσο πίσω στο χρόνο που στα αλήθεια πιστεύουν ότι οι λοιποί πληβείοι νιώθουν έναν απέραντο σεβασμό προς το πρόσωπο των »επιτυχημένων» αρίστων, μια ζήλια για τα πολυτελή ακίνητα, τις διακοπές στο νησί και τα δείπνα με το διεθνές jet set, η οποία ενίοτε μετατρέπεται σε φθόνο, όταν οι συνθήκες δεν είναι αρκούντως ομαλές.

Όταν οι Καίσαρες θριάμβευαν στη Ρώμη, ήταν έθιμο ένας υπηρέτης να στέκεται πίσω τους κρατώντας το δάφνινο στεφάνι, σύμβολο της νίκης, στο κεφάλι τους.  Η αποστολή τους ήταν να ψιθυρίζουν στο αυτί του αυτοκράτορα: »Είσαι θνητός».  Να του υπενθυμίζουν δηλαδή ότι παρά τον ολοκληρωτικό θρίαμβο της στιγμής, τα προβλήματα της αυτοκρατορίας είναι εκεί, το ίδιο πιεστικά και ότι αυτός τελικά παραμένει ένας κοινός θνητός, με ότι αυτό συνεπάγεται.  Η σοφία των αρχαίων γνώριζε πάρα πολύ καλά, πώς η φύση του ανθρώπου μπορεί να ξεγελάσει το μυαλό και να τον οδηγήσει σε οδυνηρους ατραπούς.

Σήμερα όσο ποτέ, υπάρχει η ανάγκη για μια σύγχρονη εκδοχή μιας μορφής που να ψιθυρίζει στη Μαρία Εύα Βιργινία Γκραμπόφσκι του Βόιτεκ (Θεέ μου, πόσο επικό ακούγεται!): »Είσαι θνητή΄΄.  Μια μορφή που να της υπενθυμίζει επιμόνως ότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που δε φθονούν τίποτα από όσα υποτίθεται ότι έχει επιτύχει, απλούστατα και μονο γιατί »δε χωράει στο ρεπό τους».   Άνθρωποι που αποστρέφουν αηδιασμένοι το βλέμμα τους στα ενεργοβόρα γερμανικά αυτοκίνητα – τέρατα και τρέχουν τα σάλια τους μπροστά σε ένα ηλεκτρικό ποδήλατο.  Άνθρωποι που μειδιούν μπροστά στη μεσοτοιχία της Siemens και που ονειρεύονται camping στο βουνό.  

Και είναι τραγικά ποταπό, να υπαινίσσεται φθόνο, κάποιος που δεν έχει τις απαιτούμενες cojones (πολύ περισσότερο ως δημόσιο πρόσωπο και πρωθυπουργική σύζυγος) να φορολογηθεί στη χώρα των υπηκόων της οποίας απαιτεί αιματηρές θυσίες και αποκρύπτει εντέχνως υπερπολυτελή αποκτήματα κάτω από το χαλί εταιρειών του εξωτερικού.  Και ενώ ρητώς η νομοθεσία το επιβάλλει, σε μια στιγμή ανεμελιάς ξεχνάει να δηλώσει την επίμαχη εταιρία του εξωτερικού στο πόθεν έσχες, ως οφείλει.  Και αντί να σιωπήσει περιμένοντας (όπως ο μπαρουτοκαπνισμένος σύζυγος), να ζητήσει συγγνώμη (όλοι ξεχνάμε), έστω να προσπαθήσει να δώσει εξηγήσεις, έγγραφα και ότι άλλο είναι απαραίτητο για να ξεπλύνει τον λεκέ, ομιλεί θρασύτατα περί φθόνου.

Και δεν διστάζει να αυτοθυματοποιείται άνανδρα, ίσως από τη βεράντα της Τήνου, ίσως από το Δεσποτικό, από τις όχθες του Σηκουάνα, γιατί όχι από τις Σεϋχέλλες, απέναντι σε πληβείους που προσπαθούν να σώσουν το μοναδικό τους σπίτι από τις τράπεζες (αφού οι μπουρζουάδες του Μαξίμου απέσυραν την πολυπόθητη προστασία).  Από σύγχρονους σκλάβους, από τους οποίους οι εν λόγω μπουρζουάδες απαιτούν να ζήσουν με 650 ευρώ μικτά και να πληρώσουν ενοίκιο, ρεύμα, νερό, θέρμανση, κινητό, ίντερνετ, μετακίνηση, φόρους, να φάνε, να ντυθούν, να διασκεδάσουν, να πάνε διακοπές και στο τέλος της ημέρας να κάνουν like στη ζωάρα του πρωθυπουργικού ζεύγους, που είναι υπέρκομψο, επιτυχημένο και άριστο.

Η μεγαλύτερη απογοήτευση όμως δεν είναι οι έτσι και αλλιώς αστείες προσπάθειες των συγκεκριμένων Βαλκάνιων νεόπλουτων επαρχιωτών να πλασαριστούν ως συνδαιτημόνες της παγκόσμιας αριστοκρατίας.  Η μεγαλύτερη απογοήτευση είναι ότι η ταλαίπωρη ελληνική δικαιοσύνη, μια ολόκληρη εβδομάδα μετά τις συγκλονιστικές αποκαλύψεις του Documento, δεν έχει ακόμα κινηθεί αυτεπαγγέλτως για να εξετάσει (έστω) την αυθεντικότητα των εγγράφων που συνοδεύουν τα δημοσιεύματα.  Να διαπιστώσει, χωρίς πολλές φανφάρες, αν πράγματι το πόθεν έσχες της Αγίας Οικογένειας είναι σαθρό και να κινηθούν οι σχετικές διαδικασίες που προβλέπονται για κάθε άλλο πολίτη αυτής της Μπανανίας που δεν είχε την τύχει να συναγελάζεται με τους Jef αυτού του κόσμου στον ελεύθερο χρόνο του.  

Η συμμόρφωση των πολιτικών πρώτης γραμμής με τους νόμους της χώρας είναι στοιχειώδης λειτουργία της δημοκρατίας σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Για την Ελλάδα, που κουβαλάει και το συγκεκριμένο φορτίο της ιστορίας, αποτελεί δόγμα.  Στην πόλη όπου ο Σωκράτης απεβίωσε με τον τρόπο που όλοι γνωρίζουμε, όπου ο Αλκιβιάδης μηνύθηκε εν πλω προς τη Σικελία ως (συν)αρχηγός του στρατού και όπου οι νικητές στρατηγοί μιας κρίσιμης ναυμαχίας διώχθηκαν επειδή δεν περισυνέλλεξαν τους νεκρούς, είναι τραγική ειρωνεία η δικαιοσύνη να αυτοαπαξιώνεται με τέτοιο τρόπο και να ομοιάζει με επαίτη στις σκάλες, μήπως οι μπουρζουάδες του Μαξίμου της πετάξουν κανένα αποφάγι.