
Του Χαράλαμπου Γκότση

Το υψηλό ρίσκο για την παγκόσμια οικονομία, λόγω της σύρραξης, βρίσκεται στη μεγάλη πιθανότητα να αυξηθούν υπέρμετρα οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου
Τελικά, αυτό που η διεθνής κοινότητα φοβόταν τον τελευταίο χρόνο, την ανάφλεξη δηλαδή ενός πολέμου σε μια από τις πιο ευαίσθητες, στρατηγικά και οικονομικά περιοχές του πλανήτη, είναι γεγονός.
Ήδη από τα πρώτα εικοσιτετράωρα, πέραν της προηγηθείσας προεξόφλησης των επιπτώσεων μιας εμπλοκής, με την αύξηση της τιμής του Brent από τα 60 στα 70 δολάρια το βαρέλι, καταγράφονται σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις που αφορούν στη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας.
Το οριστικό μέγεθος των συνεπειών θα εξαρτηθεί βέβαια από τη διάρκεια και την έκβαση των συγκρούσεων, αλλά και από το μέγεθος της εξάπλωσης του πολέμου στις γειτονικές κυρίως χώρες.
Συνεπώς, επειδή ακόμη και υποθετικά είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς, θέματα τα οποία αποφασίζουν εξωθεσμικά οι πρωταγωνιστές, οι όποιες αναφορές μας για τις οικονομικές συνέπειες αποτελούν απλά μια πρώτη προσέγγιση. Αυτή στηρίζεται στην ανάλυση των σημερινών συνθηκών, όπως και στην εμπειρία του παρελθόντος, που ούτως ή άλλως αποτελεί πάντα ένα χρήσιμο εργαλείο για τη μελέτη των οικονομικών εξελίξεων.
Με την έναρξη των εχθροπραξιών, αλλά και πριν, με το ενδεχόμενο μιας επίθεσης, η ανασφάλεια έκανε την εμφάνισή της στις τιμές των ενεργειακών προϊόντων, παρά τη μειωμένη ζήτηση καθώς και την αύξηση της παραγωγής. Γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι οι εχθροπραξίες στην περιοχή προσφέρουν αρκετή εμπειρία με την αρνητική τους επίδραση. Τόσο η πετρελαϊκή κρίση του 1973, όσο και εκείνη του 1979, οδήγησαν την παγκόσμια οικονομία, με την εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου στα ύψη, η πρώτη σε στασιμοπληθωρισμό, η δε δεύτερη σε ύφεση. Σε κάθε περίπτωση, οι μεγάλες, απότομες και σε διάρκεια αυξήσεις των τιμών στα ενεργειακά προϊόντα, οδηγούν σε εκτίναξη του πληθωρισμού, αύξηση των επιτοκίων και συνακόλουθα σε μείωση των επενδύσεων. Ανάλογα δε με τις ειδικότερες συνθήκες που επικρατούν σε κάθε χώρα, τα φαινόμενα αυτά ασκούν αρνητική επίδραση στο σχηματισμό του δυνητικού της ΑΕΠ.
Το υψηλό ρίσκο συνεπώς για την παγκόσμια οικονομία, λόγω της σύρραξης, βρίσκεται στη μεγάλη πιθανότητα να αυξηθούν υπέρμετρα οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Το Ιράν είναι η 4η μεγαλύτερη δύναμη εξόρυξης πετρελαίου στον κόσμο, παρότι συνεισφέρει με ένα σχετικά μικρό ποσοστό της τάξεως του 4,5% στη συνολική παγκόσμια παραγωγή, ενώ εξάγει 1,6 εκ. βαρέλια την ημέρα κυρίως προς την Κίνα. Στην Κίνα, τις Ινδίες και την Κορέα κατευθύνονται επίσης και τα 18 εκ. βαρέλια ημερησίως που εξάγουν οι υπόλοιπες γειτονικές χώρες, τα οποία διέρχονται μέσω των στενών του Ορμούζ. Προς το παρόν η διέλευση πλοίων είναι αδύνατη, είτε επειδή λόγω του υψηλού κινδύνου οι ναυτιλιακές εταιρείες προχώρησαν σε αυτοπεριορισμό, είτε επειδή υπάρχουν δηλώσεις αξιωματούχων του ιρανικού καθεστώτος για απαγόρευση της εισόδου και εξόδου.
Έτσι, παρότι δεν υπάρχουν ακόμη αξιόλογες καταστροφές σε πετρελαιοπηγές ή σε τερματικούς λιμενικούς σταθμούς, ο αποκλεισμός δημιουργεί τεχνητές ελλείψεις, αυξάνει την ανασφάλεια και οδηγεί σε ανισορροπίες που ωθούν τις τιμές στα ύψη. Πρόβλημα πληθωρισμού δεν δημιουργείται βέβαια από μια εφάπαξ απότομη, μεγάλη αύξηση της τιμής ενός προιόντος, όσο μεγάλη και αν είναι, αν αυτή επιστρέψει σύντομα στο προηγούμενο επίπεδο. Αν όμως έχει διάρκεια μηνών, τότε κινητοποιείται ο μηχανισμός μετάδοσης και διαχέεται σε όλη την οικονομία, ενώ αρχίζουν να καταγράφονται στα στοιχεία των τριμηνιαίων εθνικών λογαριασμών, οι μικρότερες ή μεγαλύτερες μεταβολές.
Δυστυχώς, όλα δείχνουν ότι οι εχθροπραξίες και η αντιπαράθεση με βασικό όπλο τα ενεργειακά προϊόντα δεν θα έχουν γρήγορο τέλος. Αυτό προκύπτει, όχι μόνο από την κοινοποιημένη στόχευση των επιτιθέμενων για αλλαγή του καθεστώτος διακυβέρνησης της χώρας, όπως και την καταστροφή κάθε δυνατότητας ανάπτυξης πυρηνικών όπλων από το Ιράν, αλλά και από τις αντιφατικές και εν πολλοίς θολές αναφορές σχετικά με το σχέδιο και τον χρόνο υλοποίησής του. Σε αυτό το περιβάλλον κινούνται οι τιμές τόσο των ενεργειακών προϊόντων, όσο και των μετοχών στις οργανωμένες αγορές (καθοδικά), καθώς και των λεγόμενων ασφαλών καταφυγίων όπως ο χρυσός (ανοδικά), ενώ τα κρατικά ομόλογα ακόμη και επιλεγμένων χωρών δέχονται πιέσεις.
Έτσι, ήδη μετά από λίγες μέρες εχθροπραξιών, καταγράφονται τιμές για το αντιπροσωπευτικό Brent στα επίπεδα των 82-85 δολάρια το βαρέλι, αύξηση 15-16%, ενώ εκείνες του φυσικού αερίου ακολουθούν μάλιστα με εντονότερο ρυθμό. Η τάση είναι ανοδική, με πρώτο σταθμό το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων, όπου τυχόν υπέρβασή του σηματοδοτεί μια κατάσταση δύσκολα διαχειρίσιμη με επιπτώσεις σε όλους τους τομείς της οικονομίας, μεταφορές, λιπάσματα, τρόφιμα, τουρισμός, μεταποίηση, κ.α.
Με βάση στοιχεία έρευνας της Berenberg Bank, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη, σε περίπτωση που η τιμή του brent σκαρφαλώσει στα 100 δολάρια, θα εκτιναχθεί από το 1,7% που βρίσκεται σήμερα στο 2,5%, ενώ υπολογίζεται ότι οι απώλειες σε ανάπτυξη θα υπερβούν ακόμη και το 0,5%. Έτσι αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτές οι προοπτικές είναι αρκετά δυσοίωνες, μάλιστα για μια οικονομία που δε διάγει και περίοδο άνθισης.
Χωρίς αμφιβολία η διασφάλιση της ασφαλούς διακίνησης των προϊόντων μέσω των στενών του Ορμούζ, θα αποσυμπίεζε την κατάσταση. Αυτό επιδιώκει και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ με τη χρήση συνοδευτικών πολεμικών πλοίων, λόγω όμως των πολεμικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή, αλλά και του μεγάλου πλήθους των πλοίων που απαιτείται για τη μεταφορά ενός τέτοιου μεγάλου όγκου εμπορευμάτων, φαντάζει απραγματοποίητο.
Όμως, το κλείσιμο των στενών δεν βλάπτει μόνο τα συμφέροντα των επιτιθέμενων, αλλά και του ιδίου του Ιράν, αφού σταματάει να έχει έσοδα από τις πωλήσεις, ενώ αποδυναμώνεται και η τροφοδότηση των ασιατικών χωρών και κυρίως της Κίνας με φτηνά καύσιμα, κάτι που συμβάλλει στη μείωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας. Αυτό άλλωστε σε κάποιο βαθμό φαίνεται να επιδιώκουν και οι κατεξοχήν οικονομικοί και πολιτικοί αντίπαλοι της Κίνας, όταν μάλιστα οι ΗΠΑ διαθέτουν το προνόμιο της σχετικής ενεργειακής αυτάρκειας.
Η ελληνική οικονομία, όπως είναι αναμενόμενο, δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη από μια μεγάλη αύξηση και με διάρκεια της τιμής του πετρελαίου. Στο υποθετικό σενάριο, όπου αντί των 62,5 δολαρίων το βαρέλι, που επελέγη ως παραδοχή για τη σύνταξη του προϋπολογισμού του 2026, έχουμε να αντιμετωπίσουμε τα 100 δολάρια, η επιβάρυνση στον πληθωρισμό υπολογίζεται ότι θα είναι της τάξεως του 2,5% (σύνολο 4,5%), ενώ η επιβράδυνση της ανάπτυξης θα αγγίξει τη μισή μονάδα. Έτσι, αντί του 2,2% αύξηση του ΑΕΠ που προβλέπεται στον προϋπολογισμό του 2026, θα διαμορφωθεί πλησίον του 1,7% (αποτελέσματα της ανάλυσης ευαισθησίας με βάση το Oxford Economic Model). Είναι αυτονόητο ότι τιμές των 120 ή και 150 δολαρίων θα αποτελούσαν ένα εφιαλτικό σενάριο.
* Καθηγητής Οικονομικών, τ. πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ
