Οι εκλογές, οι δημοσκοπήσεις, η αποχή και το πολιτικό παιχνίδι: το πραγματικό δίλημμα αφορά την ίδια την δημοκρατία

Του Νίκου Λακόπουλου

Με την Νέα Δημοκρατία να βρίσκεται σε πτώση -που καταγράφουν όλες οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων ημερών- ο Κυριάκος Μητσοτάκης αφού συνάντησε την Βάνα Μπάρμπα και τον Βασιλιά Κάρολο αποφ΄άνθηκε πως η αυτοδυναμία είναι εφικτή με ένα ποσοστό 37-38%.

Προηγήθηκε και ένα πέρασμα -ενώ τον περίμεναν στη Βουλή- από ένα πρωινάδικο σαν κι αυτά που βγάζουν πια αντί για τις διαδηλώσεις και τα πεζοδρόμια κυβερνήσεις: για την ακρίβεια επιβάλλουν κυβερνήσεις που έχουν επιλέξει τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης.

Μια δημοσκόπηση που έδειξε την Νέα Δημοκρατία σε ποσοστό κάτω από 30% διορθώθηκε γρήγορα από άλλες που την φέρνουν σε ποσοστά γύρω στο 32% που με αναγωγές μπορεί να φτάσουν στο 36,5% -αποφάνθηκε με ακρίβεια ένας δημοσκόπος.

Πώς φτάνουμε στο 37-38%; H απάντηση είναι πως αυτό θα γίνει στην δεύτερη κάλπη που θα αφήσει ένα κόμμα εκτός Βουλής και οι ψηφοφόροι που εγκατέλειψαν την Νέα Δημοκρατία θα επιστρέψουν για να μην έλθει ο Αλέξης Τσίπρας.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ωστόσο δεν θέτει θέμα επιστροφής, αλλά μιλά για προοδευτική κυβέρνηση με την προϋπόθεση να είναι το κόμμα του πρώτο, άρα το δίλημμα που θέτει δεν είναι Μητσοτάκης ή Τσίπρας, αλλά προοδευτική κυβέρνηση ή κυβέρνηση Μητσοτάκη -δηλαδή Ολιγαρχία ή Δημοκρατία.

Η πρώτη υπόθεση που κάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι πως το κόμμα του όχι μόνο θα έρθει πρώτο κόμμα, αλλά θα σχηματίσει και αυτοδύναμη κυβέρνηση. Η δεύτερη πως οι εκλογές με απλή αναλογική δεν θα οδηγήσουν σε σχηματισμό κυβέρνησης.

Για την ακρίβεια ο σχηματισμός της νέας του κυβέρνησης περνά από την αποτυχία σχηματισμού κυβέρνησης από τις πρώτες εκλογές και την ενδεχόμενη συνεργασία του με στελέχη άλλων κομμάτων -αν δεν επιτευχθεί η αυτοδυναμία -η οποία στην καλύτερη περίπτωση θα στηρίζεται σε μια- δυο ή τρεις έδρες.

Φαίνεται πως η ακρίβεια και ο πληθωρισμός είναι τα δυνατά χαρτιά του Μητσοτάκη που ποντάρει όπως λέει στην Οικονομία -με δείκτες που στην καλύτερξη περίπτωση δείχνουν πως πέτυχε να αυξήσει την φτώχεια με ανάπτυξη.

Το δυνατά χαρτιά του Μητσοτάκη

Μια δημοσκόπηση δείχνει πως εφτά στους δέκα Έλληνες πιστεύουν ότι ήξερε ο Πρωθυπουργός για τις παρακολουθήσεις, αλλά οι τελευταίες συνταρακικές αποκαλύψεις για τις υποκλοπές -παρότι δείχνουν μια κάποια φθορά- είχαν ένα αποτέλεσμα: η κυβέρνηση Μητσοτάκη που ήταν αδύνατο να ξαναδεί ποτέ αυτοδυναμία τώρα, τώρα την έχει εξασφαλίσει.

Πρόκειται για μια μαγική εικόνα όπου η κυβέρνηση χάνει, αλλά η αντιπολίτευση δεν κερδίζει -αν εξαιρέσουμε μια άνοδο του ΠΑΣΟΚ και ίσως της Ακροδεξι΄άς- και η αξιωματική αντιπολίτευση χάνει περισσότερες μονάδες από την κυβέρνηση και από το ποσοστό που είχε πάρει στις τελευταίες εκλογές.

Πώς γίνεται αυτό το θαύμα να χάνει η Νέα Δημοκρατία ως και 14 μονάδες, αλλά τελικά να παραμένει πρώτη με απόσταση από το δεύτερο κόμμα πάνω από δέκα μονάδες; Eίναι η πρώτη φορά που κυβέρνηση έχει τόσο ψηλά ποσοστά και αντί για την ίδια πέφτει είναι η αξιωματική αντιπολίτευση.

Η απάντηση μπορεί να είναι πως είναι η πρώτη φορά που μια κυβέρνηση έχει τόσο καλή σχέση με τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης: όλες οι ειδήσεις που προκαλούν πρόβλημα στην κυβέρνηση δεν υπάρχουν ή κρύβονται στις τελευταίες θέσεις των δελτίων ειδήσεων και τις μέσα σελίδες των εφημερίδων.

Η αγωνία των αναλυτών των δημοσκοπήσεων είναι όχι μόνο να είναι η Νέα Δημοκρατία πρώτο κόμμα, αλλά η «ψαλίδα» να παραμείνει στο 7-8% γιατί αν η διαφορά είναι πιο μικρή θα είναι σαφές πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι πρώτο κόμμα.

Προφανώς οι «αναποφάσιστοι»δεν θα επιστρέψουν σε ένα κόμμα που εγκατέλειψαν και η αντιπολίτευση έχει να λαμβάνει ΄ψήφους που δεν δηλώνονται στις δημοσκοπήσεις και η αποχή θα κρίνει το τελικό αποτέλεσμα.

Προφανώς οι εκλογές είναι ένα «ντέρμπι» -κατά την έκφραση του εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ- αλλά ένα ντέρμπι που κρύβει όπως πάντα εκπλήξεις που δεν μπορούν να καταγράψουν οι δημοσκοπήσεις.

Η υποβολή της ιδέας πως η Νέα Δημοκρατία είναι πρώτο κόμμα και με μεγάλη διαφορά από το δεύτερο αποτελεί ΄ήδη μια απόπειρα αλλοίωσης του εκλογικού αποτελέσματος και νόθευση.

Όπως και η επιμονή στον δείκτη ποιος είναι «καταλληλότερος» που δεν σημαίνει τίποτα όταν στις εκλογές οι ψηφοφόροι ψηφίζουν αρνητικά: δεν ψήφισαν να έλθει ο Μητσοτάκης, όσο να φύγει ο Τσίπρας -με θυμό και απογοήτευση.

Μήπως αντί για εκλογές να κάνουμε δημοσκοπήσεις;

Είναι ίσως το μεγαλύτερο σφάλμα του Μητσοτάκη να θέτει το δίλημμα «Μητσοτάκης ή Τσίπρας» που προβάλει με ναρκισισμό, αλαζονεία και ανεξ΄ήγητη αυτοπεποίθηση.

Οι ψηφοφόροι θα ψηφίσουν για να μείνει ή να φύγει ο Μητσοτάκης. Κι αν ψηφίσουν να μείνει -έστω κατά ένα ποσοστό πολύ μικρότερο από αυτά που έβγαζαν κυβερνήσεις με μικρότερη αποχή άλλοτε- τότε οι εκλογές δεν θα εκφράζουν την πλειοψηφία με ακηδεμόνευτη ψήφο, αλλά θα επικυρώνουν τις δημοσκοπήσεις.

Πιθανόν να μη χρειάζονται πια εκλογές, αλλά να βγαίνουν κυβερνήσεις με δημοσκοπήσεις. Για την ακρίβεια ένα αόρατο συμβούλιο να επιλέγει κάποιον για πρωθυπουργό και να τον παρουσιάζει στον λαό που θα καλείται -αν δεν απέχει- να επικυρώνει την επιλογή.

Στο μεταξύ οι εκλογείς δεν ασχολούνται με τις υποκλοπές, ο Κυβερνήτης θα καταργεί την Βουλή ενώ αυτή θα παραμένει ανοιχτή και το Σύνταγμα θα είναι υπόθεση όχι των πολιτών, αλλά σχολαστικών συνταγματολόγων -με τους οποίους δεν ασχολείται κανένας γιατί ασχολείται «με την τσέπη» του κατά την κυνική έκφραση που ακούγεται κάθε μέρα στα κανάλια.

Οι εκλογές αυτές τελικά δεν θα έχουν ως βασικό θέμα το πως εκλέγεται μια κυβέρνηση, αλλά πώς λειτουργεί το πολίτευμα, τι ρόλο παίζει η Δικαιοσύνη και τα μέσα ενημέρωσης -ή χειραγώγησης- και ο «κυρίαρχος» λαός που όλο και περισσότερο απέχει.

Ίσως γιατί αντιλαμβ΄άνεται πως «το παιχνίδι είναι στημένο κι από πριν ξεπουλημένο».