Οι ΗΠΑ και η «αστάθμητη» Τουρκία

Tου  Πέτρου Μηλιαράκη*

Με βάση τα διαλαμβανόμενα  στον παρόντα χρόνο στη διεθνή πολιτική και διπλωματία, με επίκεντρο την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου αλλά και την κεντρική Μεσόγειο, η εξωτερική πολιτική δεν αναφέρεται σε «σταθερά πεδία» σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης.

Το κάθε κράτος επανατοποθετείται στην παγκόσμια σκακιέρα και υπερασπίζεται αμιγώς τα συμφέροντα του, ενώ παραλλήλως υπάρχουν αλληλοεπιδράσεις και «συμμαχίες» παρά την ύπαρξη  βασικών εσωτερικών αντιθέσεων (βάσης και εποικοδομήματος), όπως είναι το πρόσφατο παράδειγμα «συμμαχίας»: Ρωσίας-Τουρκίας-Ιράν (Ορθόδοξων Χριστιανών και Ισλαμιστών: Σουνιτών και Σιϊτών). 

Έτσι, στις παρούσες συνθήκες η μονοσήμαντη εξωτερική πολιτική εξ ανάγκης παραχωρεί τη θέση της σε μια περίπλοκη και πολυσήμαντη με ιδιαιτερότητες πολιτική, η οποία επιβάλει αναθεώρηση κατάλοιπων του παρελθόντος. 

 Με τούτα τα δεδομένα, διερωτάται κανείς εάν και κατά πόσον, ακόμη και τα λεγόμενα «Think Tanks» των ΗΠΑ, που κατά κανόνα επηρεάζουν τις διεθνείς διακρατικές σχέσεις, την παγκόσμια ασφάλεια αλλά και το διεθνές εμπόριο, έχουν αναπροσαρμόσει και επανεξετάσει τις πολιτικές τους…

• η «κοινή άμυνα» 

Η ίδρυση της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (ΝΑΤΟ) στο χρόνο συγκρότησής της (1949) ήταν ατελής, χωρίς την ύπαρξη δύο όμορων κρατών, ήτοι της Ελλάδας και της Τουρκίας. Αξιοπρόσεκτο δε είναι πως ακριβώς αξιολογήθηκε (σε ιδεολογικοπολιτικό αλλά και στρατηγικό επίπεδο), αυτή η κοινή είσοδος των συγκεκριμένων κρατών από τον (τότε) Υπουργό των Εξωτερικών των ΗΠΑ Ντιν Άτσεσον.

Ο τότε Αμερικανός Αξιωματούχος, τοποθετήθηκε, σύμφωνα με τα «αρχεία» της εποχής, ως εξής:

«Η εισδοχή των δύο χώρων δεν θα συντελέσει μόνον εις την ενίσχυσιν της ιδικής των ασφαλείας, αλλά και των άλλων χωρών του Συμφώνου, περιλαμβανομένης και της ιδικής μας. Αρκεί να ρίξωμεν ένα βλέμμα εις τον χάρτην, διά να είδωμεν ποία είναι η στρατηγική σημασία των δύο χωρών διά τη δυτικήν άμυναν: φρουρούν τας ανατολικάς προσβάσεις προς την Μεσόγειον, περιλαμβανομένων και των στενών της Ιταλίας, από τη Μαύρην Θάλασσαν προς την Κεντρικήν Μεσόγειον. Επιπλέον, η Τουρκία πλευροκοπεί τας χερσαίας οδούς, αι οποίαι άγουν από τη Ρωσίαν προς τας πλούσιας πετρελαιοπηγάς της Μέσης Ανατολής. Είναι δε γνωστή η απόφασις της Ελλάδος και της Τουρκίας να διατηρήσουν την ελευθερίαν και ανεξαρτησίαν των και να αναπτύξουν περαιτέρω τη δύναμίν των εις αποφασιστικόν φράγμα εναντίον του επιθετικού κομμουνισμού, ιδιαιτέρως εις την Μέσην Ανατολήν».

Αυτό ήταν το δόγμα της εποχής. Για την πληρότητα όμως του ιστορικού και πολιτικού λόγου θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν τα παρακάτω:

                       •  η πάγια στρατηγική της Ρωσίας

Στις 30 Δεκεμβρίου 1922 σχηματίστηκε η Ένωση των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ) με την ενοποίηση της τότε Ρωσικής Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας με τις αντίστοιχες Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και της Υπερκαυκασίας.

 Η διαδικασία αυτή συνεπαγόταν ριζική ιδεολογικοπολιτική ανατροπή όχι μόνο στον ευρωπαϊκό αλλά και στον παγκόσμιο χώρο. Παραλλήλως τα στρατηγικά συμφέροντα της Ρωσίας που από το 1721 υπό την ηγεσία του Μεγάλου Πέτρου της Ρωσίας, εκτείνονταν από τις Ακτές της Βαλτικής (εξ ού λόγου και η νέα Πρωτεύουσα του Κράτους η Αγία Πετρούπολη), συνδυαζόμενα με τις μεταρρυθμίσεις της εποχής εκείνης έφεραν σημαντικές δυτικοευρωπαϊκές πολιτιστικές επιρροές στη Ρωσία.

Ειδικότερα από την εποχή της βασιλείας της Μεγάλης Αικατερίνης (1762-1796), η Ρωσία βρέθηκε στο απόγειο της δύναμής της, ενώ η εποχή αυτή έμεινε στην ιστορία ως η εποχή του «Ρωσικού Διαφωτισμού». Υπ’ όψιν δε, ότι η Μεγάλη Αικατερίνη επέκτεινε τον πολιτικό έλεγχο της Ρωσίας στην Πολω-Λιθουανική Κοινοπολιτεία και ενσωμάτωσε το μεγαλύτερο μέρος εδαφών της, μετά το διαμελισμό ανάμεσα στη Ρωσία, την Πρωσία, και την Αυστρία, οπότε τα σύνορα της Ρωσίας έφτασαν στην Κεντρική Ευρώπη. 

Όταν δε ο Τσάρος Αλέξανδρος ο Α’ (1801-1825) απέσπασε τη Φινλανδία από το Βασίλειο της Σουηδίας το 1809 και την Βερσσαραβία από τους Τούρκους το 1812, οι Ρώσοι αποίκισαν την Αλάσκα στη Βόρεια Αμερική και δημιούργησαν εγκαταστάσεις έως και την Καλιφόρνια! 

Ιδού γιατί στο Συνέδριο της Βιέννης η Ρωσία εκπροσωπούμενη από τον Τσάρο Αλέξανδρο τον Α’, καθόρισε το «Χάρτη της Ευρώπης» για τα επόμενα χρόνια. 

 Για να ορθοτομούμε το λόγο της αλήθειας, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (1941-1945) η τότε Σοβιετική Ένωση πρόσφερε στο βωμό της νίκης του πολέμου το 1/3 του συνόλου των θυμάτων του παγκόσμιου πολέμου με περίπου 16 εκατομμύρια νεκρούς. Ιστορικό δεδομένο είναι δε ότι η λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έφερε το λεγόμενο «Κόκκινο Στρατό» στο «Κέντρο της Ευρώπης», διαμοιράζοντας την Ηπειρωτική Ευρώπη σε Ανατολική και Δυτική –αν και το μοίρασμα αυτό ήταν συμπεφωνημένο. 

• ταυτόχρονη η ένταξη Ελλάδας και Τουρκίας στο ΝΑΤΟ

Ωστόσο, τίποτα δεν εμπόδισε, τους συμμάχους να αναπτύξουν μεταξύ τους σοβαρή αντιπαλότητα, διαμορφώνοντας την περίοδο του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου». 

Η περίοδος του «Ψυχρού Πολέμου», υποχρέωσε ταυτοχρόνως δύο γείτονες χώρες, την Ελλάδα και την Τουρκία, να συμμετάσχουν στο «ψυχροπολεμικό κλίμα» στο πλαίσιο της Συμμαχίας του ΝΑΤΟ, προσδεδεμένες κυρίως στο άρμα των ΗΠΑ. Η ταυτόχρονη ένταξη Ελλάδας-Τουρκίας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία (1952) αναγνώριζε εξ αντικειμένου τα γεωπολιτικά δεδομένα εκάστης χώρας, οπότε η κάθε μια απ’ αυτές τις γείτονες χώρες συνεπαγόταν και διαφορετικούς ρόλους. Οι πρόνοιες της Ατλαντικής Συμμαχίας έναντι του «αντι-ΝΑΤΟ» ή άλλως του «Συμφώνου της Βαρσοβίας»  οφείλονταν τόσο στην ιδεολογικοπολιτική αντιπαλότητα ανάμεσα στους δύο αντιμαχόμενους κόσμους, όσο και κυρίως στην επιρροή της τότε ΕΣΣΔ σε παγκόσμια κλίμακα. Υπ’ όψιν ότι το «Σύμφωνο της Βαρσοβίας» ιδρύθηκε το 1955 λόγω της επαναστρατιωτικοποίησης της (τότε) Δυτικής Γερμανίας και της ένταξής της στο ΝΑΤΟ.

Στα προαναφερόμενα άξιο επισημείωσης είναι ότι η «σύμμαχος Τουρκία» ουδεμία εμπλοκή είχε στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Απλώς απέστειλε στις μεταπολεμικές επιχειρήσεις στην Κορέα «άκαπνους» στρατιωτικούς…

    •   τα νέα δεδομένα

Όταν ο ιστορικός κύκλος της Οκτωβριανής Επανάστασης έκλεισε με την υποστολή της «Κόκκινης Σημαίας» στις 15 Δεκεμβρίου 1991, και ο όρος «Αγαπητοί Σύντροφοι» αντικαταστάθηκε με τον όρο «Αγαπητοί Συμπολίτες και Συμπατριώτες», οι ιδεολογικοπολιτικές αντιθέσεις τέθηκαν στο περιθώριο, ή άλλως στην επεξεργασία της επιστήμης της Ιστορίας, και αναδείχθηκαν νέα δεδομένα, αμιγώς στο γεωπολιτικό πεδίο και ειδικότερα στο γεωπολιτικό πεδίο της ενέργειας, δηλαδή της εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων. Δεν είναι δε τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση στις 10 Δεκεμβρίου 1998 ενσωμάτωσε στο Κοινοτικό-Ενωσιακό κεκτημένο το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS-United Nations Convention of Law of the Sea). 

 Έτσι, από το ιδεολογικοπολιτικό πεδίο τα πράγματα μετατέθηκαν αμιγώς όχι μόνο στη διανομή των αγορών, υπό την ευρύτερη έννοια των παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων του καπιταλισμού,σε επίπεδο ιμπεριαλισμού, αλλά διαμορφώθηκαν σε νομικοπολιτικό πεδίο νέες συνθήκες που αφορούν αποκλειστικές οικονομικές ζώνες και συναφώς την  αξιοποίηση του όποιου φυσικού πλούτου, μέσω σύγκρουσης συμφερόντων.

Ταυτοχρόνως, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, που προέρχεται από το Ισλάμ, έφερε και τη λεγόμενη «σύγκρουση πολιτισμών», περιπλέκοντας ευρύτερα πολιτιστικά και ιστορικά στοιχεία σε μια «ιδιόμορφη διένεξη», ενός πράγματι παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος, όχι μόνο στην οικονομία αλλά και στον πολιτισμό.

    •Τουρκία: «ο αστάθμητος παράγοντας» 

Εξυπακούεται ότι ο γεωπολιτικός ρόλος της Τουρκίας δεν πρέπει να είναι άλλος  (από τη δεκαετία του ’50 έως και σήμερα), από το να υπερασπίζεται τα συμφέροντα Ευρωπαίων και Αμερικανών έναντι της Ρωσίας. Αυτή είναι η έννοια συμμετοχής της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και της συμμαχίας της με τις ΗΠΑ, σύμφωνα με το «δόγμα Άτσεσον».

Ωστόσο, οι πρόσφατες εξελίξεις, μάλλον πρέπει να απογοητεύουν τους συμμάχους Ευρωπαίους και Αμερικανούς. Η Τουρκία φαίνεται να είναι προσδεδεμένη πλέον στο πλαίσιο «γεωπολιτικών συμφερόντων» με τη Ρωσία, σε επίπεδο άκρως ανησυχητικό, για το κατά πόσον παραμένει «συνεπής σύμμαχος», ενώ στο εσωτερικό της χώρας σε επίπεδο πολιτισμού, ιδεολογικοπολιτικής παιδείας και επηρεασμού της κοινής γνώμης, αλλά και δομής του κράτους, διαμορφώνεται θρησκευτικό φονταμεταλιστικό κράτος, αντιαμερικανισμός και αποστροφή στις αξίες και στα πρότυπα του δυτικού πολιτισμού. Οίκοθεν συνάγεται ότι ασφαλώς πολιτισμικά αλλά και ως «έννομη τάξη», η Τουρκία δεν ανήκει στο δυτικό κόσμο. 

Με τούτα τα δεδομένα, η αμερικανική πολιτική πρέπει να απαγκιστρωθεί αμετακλήτως από τα δόγματα του «Ψυχρού Πολέμου», καθόσον τα ιστορικά δεδομένα ως προς την «αξιολόγηση της Τουρκίας» που αφορούν τη δεκαετία του ’50 αλλά και εντεύθεν, δεν συντρέχουν. Η Τουρκία πρέπει να τύχει της αντίστοιχης γεωπολιτικής υποτίμησης και επανεκτίμησης. Πέραν αυτού η Τουρκία έχει καταστεί «ο αστάθμητος παράγοντας» στο σύνολο των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ.  Οι Αμερικανοί πρέπει επειγόντως να αντιληφθούν «τι ακριβώς» συμβαίνει!..

 * Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Χώρας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHR και GC – EU).