Οι παράπλευρες απώλειες του Σκανδάλου Λιγνάδη και πώς ο «Μωυσής» έγινε ένας «μέτριος» έως αδύναμος πρωθυπουργός -που «δεν γνώριζε» και δεν μπορεί να διώξει μία «καλή» υπουργό του

Του Νίκου Λακόπουλου

«Η λεγόμενη ψευδοαριστερά δίνει αγώνες για την πατρίδα των Παλαιστινίων, για τους Κούρδους, κ.α. αλίμονο όμως αν της πεις την έννοια πατρίδα σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα».

Ο άνθρωπος που έκανε το περασμένο Ιούνιο αυτή την δήλωση -συν το ότι «πολιτισμός και παιδεία εκχωρήθηκαν χρόνια τώρα σε ψευδοαριστερές συνειδήσεις»- πέρασε με χειροπέδες τις πύλες των φυλακών Τρίπολης -όχι γιατί «η ηγεμονία της Αριστεράς καταδυναστεύει τον τόπο», αλλά γιατί η σήψη έχει πολιτική και κομματική ταυτότητα.

Η απώλεια για τον Μητσοτάκη -που «δεν τον ήξερε» όταν τον διόριζε διευθυντή του Εθνικού- είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι φαίνεται και δεν μειώνεται από τον σπασμωδικό τρόπο που συμπεριφέρθηκε ο Πρωθυπουργός σε έναν άνθρωπο που προσέφερε τόσες ιδεολογικές υπηρεσίες στην παράταξη που κυβερνά.

Η αλήθεια είναι πως η υπουργός Πολιτισμού προσπάθησε όσο μπορούσε όταν έλεγε «για τον κ. Λιγνάδη μέχρι στιγμής επώνυμη καταγγελία δεν υπάρχει». Αλλά τελικά στις 8 Φεβρουαρίου όπως λέει η κ. Μενδώνη- «δεν μπορούσε να αντέξει όλο το κλίμα των φημών που δημιουργούσε ένα κλοιό γύρω του».

Η παραίτηση έγινε για λόγους «προσωπικούς» κατά τον κυβερνητικό εκπρόσωπο και «δεν ήθελαν να τον πετάξουν στα σκυλιά» κατά τον υπουργό Επικρατείας Γεραπετρίτη:

«Ο κ. Λιγνάδης απεχώρησε ως όφειλε και οδηγήθηκε λίγες μέρες μετά στη Δικαιοσύνη, αλλά δεν τον διαπομπεύσαμε, δεν τον ρίξαμε στα σκυλιά, δεν πήγαμε στο δικαστήριο να ζητήσουμε να του επιβληθούν κυρώσεις’. 

Τελικά «αποχώρησε» και η κυβέρνηση «δεν τον πήγε στο δικαστήριο» ή «απομακρύνθηκε»; Ποιος λέει ψέματα; Η υπουργός Πολιτισμού δήλωσε πως «στη διάθεση της δικαιοσύνης θέτει όλες τις υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού και των εποπτευόμενων φορέων του και αυτομάτως και τον εαυτό της».

Προφανώς για να τεθούν στη διάθεση της Δικαιοσύνης οι υπηρεσίες χρειάζεται η άδεια της υπουργού και το λάθος της «καλής» υπουργού είναι η επικοινωνιακή διαχείριση και ότι τον χαρακτήρισε «επικίνδυνο άνθρωπο» -πριν ακόμα αποφανθεί η Δικαιοσύνη -πράγμα που φαίνεται να πλήγωσε τον τελευταίο που κάποια στιγμή θα μιλήσει.

Ο κ. Γεραπετρίτης είναι πιο αποκαλυπτικός:

«Η κ. Μενδώνη ζήτησε την παραίτηση του κ. Λιγνάδη, η οποία υπεβλήθη αμέσως. Εμείς, επειδή έχουμε θεσμική αντίληψη των πραγμάτων, δεν θα βγάζαμε ποτέ τον κύριο Λιγνάδη να τον καταδικάσουμε εκείνη την ημέρα.  Δεν θα τον εκθέταμε με τον τρόπο που εσείς θα πράττατε, ίσως, σε μιαν άλλη περίπτωση. Αυτό που σήμερα ζητάτε. Γιατί δεν τον διαπομπεύσαμε εφόσον δεν υπήρχε καμία επώνυμη καταγγελία. Αυτό ζητάτε. Αλλά αυτό δεν έγινε. Γιατί η Ελλάδα τουλάχιστον με αυτή την κυβέρνηση διατηρεί το συνταγματικό τεκμήριο του κράτους δικαίου».

Παραιτήθηκε, αποχώρησε ή απομακρύνθηκε;

Ο Πρωθυπουργός ωστόσο στη Βουλή άλλα είπε: «Από τη στιγμή που υπήρχαν οι πρώτες φήμες,  το υπουργείο δεν μπορούσε να γίνει δικαστής. Την ίδια μέρα με την πρώτη καταγγελία, οδηγήθηκε ο κ. Λιγνάδης σε παραίτηση που έγινε δεκτή. Μιλήσατε για συγκάλυψη. Ο κ. Λιγνάδης απομακρύνθηκε πέντε ώρες από τη δημοσίευση της πρώτης καταγγελίας».

Από την πρώτη καταγγελία ως την αποχώρηση -που ήταν απομάκρυνση έχουν περάσει πολλές μέρες -ώστε να μπορεί να κρύψει στοιχεία- κατά την αντιπολίτευση- και υπάρχουν άλλες δύο καταγγελίες που δεν έχουν παραγραφεί.

Το Σωματείο των ηθοποιών -κι όχι η αντιπολίτευση- είναι καταπέλτης:

«Προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να ζαλίσουν την κοινωνία χρησιμοποιώντας την οργουελική ΔΙΠΛΗ ΣΚΕΨΗ όπου τα πάντα – ακόμα και τα αντίθετά τους – ισχύουν ταυτόχρονα». Ο στόχος είναι «η υπόθεση της παιδεραστίας και του πιθανού κυκλώματος πίσω από αυτήν, απλά θα παραγραφεί, όπως άλλωστε και η ανάλογη υπόθεση του συμβούλου του Πρωθυπουργού Νίκου Γεωργιάδη».

Η συνέντευξη Τύπου της υπουργού Πολιτισμού- που προκάλεσε ατύχημα στην …Άννα Παναγιωταρέα -που προβλέπεται ότι θα κρατήσει πολύ (!)- ήταν περιβόλι όταν έλεγε πως «τον πιέσαμε πολύ να μας πει αν είχε ο ίδιος κάποια σχέση με αυτές και αν ο ίδιος ήταν πίσω από αυτές τις φήμες» και ότι «μας εξαπάτησε».

Δικαιολογημένα ο ΣΕΗ αναρωτιέται: «Σε ποιο «κράτος δικαίου» και με ποια «θεσμική οδό» που η ίδια επικαλείται, η Υπουργός – υποκαθιστώντας τον Εισαγγελέα – παίρνει τηλέφωνα τον καταγγελλόμενο για να τον ανακρίνει η ίδια και δεν υποβάλει εξαρχής μηνυτήρια αναφορά στον Εισαγγελέα; Με ποια λογική καλεί τον καταγγελλόμενο και όχι τα θύματα;».

Αν και στην περίπτωση της Μπεκατώρου ο Μητσοτάκης έδρασε αμέσως αυτή τη φορά δεν έδειξε ενδιαφέρον για τα θύματα του Λιγνάδη, δεν ρώτησε, δεν ανέφερε το όνομα του «φερόμενου» ως δράστη.

Αντίθετα με όσα δηλώνει ο Γεωργιάδης όπως και ο δικηγόρος Κούγιας- για το Ελληνικό και την Μενδώνη φαίνεται να προσφέρει υπερασπιστική γραμμή στον Λιγνάδη αποφεύγοντας οποιαδήποτε επαφή με τους καταγγέλλοντες. Το ερώτημα είναι γιατί η υπουργός ενώ διέψευσε κατηγορηματικά τα σενάρια της παραίτησής, την αποδέχτηκε τέσσερις μέρες μετά;

Τι άλλαξε από τότε που η υπουργός μιλούσε για «φήμες» και «μη επώνυμες καταγγελίες» για την «ανάγκη να μην παρασυρθούμε από την ψυχολογία του όχλου»;

H κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά στο ενδεχόμενο να έχει αποπέμψει κάποιον που ακόμα έχει το τεκμήριο της αθωότητας. Και δικαιολογημένα το άλλο ερώτημα είναι γιατί ο Μητσοτάκης δεν αποπέμπει την Μενδώνη -που … ξεμπλόκαρε το Ελληνικό και έκανε Mητρώο Καλλιτεχνών, αλλά εδώ τάκανε θάλασσα. Ή μήπως δεν τάκανε αυτή, αλλά τα ξελάσπωσε; Mε άλλα λόγια -όπως είπε στη Βουλή ήπια ο Αλέξης Τσίπρας- ποιο είναι το «ένοχο μυστικό» του Μητσοτάκη;

Η παιδαριώδης αντίδραση του Πρωθυπουργού πως δεν τον γνώριζε και δεν ήταν φίλος του- κάτι για το οποίο κανείς δεν τον κατηγόρησε- οδήγησε σε κατάρρευση το προφίλ του ηγέτη -που κατήργησε έναν διαγωνισμό για να επιβάλλει έναν «Άριστο» -που τώρα κάνει πως δεν ξέρει.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πήγε στην Βουλή να απολογηθεί -με επίθεση στον …Πολάκη- όχι απέναντι στην αντιπολίτευση, αλλά στον δεξιό ψηφοφόρο που βλέπει να καταρρέει το οικοδόμημα των αρίστων με συγκλονιστικές αφηγήσεις: πολύ περισσότερο αν τελικά αποδειχθεί πως ο μέτριος ηθοποιός δεν ήταν ο Πρόεδρος του ΣΕΗ, αλλά ο «κορυφαίος» ηθοποιός και σκηνοθέτης -που βρέθηκε στη θέση που βρέθηκε λόγω κομματισμού και οικογενειοκρατίας.

Αυτό θα είναι και το μεγαλύτερο χτύπημα στον Μητσοτάκη που διόρισε -παραμερίζοντας άλλους ικανότερους για τη θέση του διευθυντή του Εθνικού- έναν «άριστο» που θα κλόνιζε την «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς με μια πράξη μεγάλου συμβολισμού- όταν έδωσε το όνομα αίθουσας στην δολοφονημένη ηθοποιό Παπαδάκη -από την Αριστερά και όχι από κάποιον που βρέθηκε στους κόλπους της.

Κανένας δεν κατηγόρησε τον Μητσοτάκη ότι ήταν φίλος του Λιγνάδη, αλλά γιατί κατήργησε έναν διαγωνισμό για να τον διορίσει και κείνος με την σειρά του -στα πλαίσια της «αξιοκρατίας»- τον …αδελφό του -με ιδεολογικούς μύδρους κατά της Αριστεράς επειδή «πολιτισμός και παιδεία εκχωρήθηκαν χρόνια τώρα σε ψευδοαριστερές συνειδήσεις».

Το πρόβλημα του Μητσοτάκη δεν είναι μόνο ότι δεν μπορεί να μετακινήσει την Μενδώνη ή ότι ο Λιγνάδης θα πει πως τον ήξερε πριν πάει να τον δει στην Επίδαυρο. Ούτε οι συμπτώσεις να βρίσκονται στην Νέα Δημοκρατία περιπτώσεις σαν τον Νίκο Γεωργιάδη- αυτός ήταν φίλος και σύμβουλός του ή ο βιαστής της Μπεκατώρου- στέλεχος του κόμματος στη Ραφήνα.

Το πρόβλημα του Μητσοτάκη είναι πως θα πρέπει να βρει κάποιον για τη θέση του Λιγνάδη στο Εθνικό που να είναι «‘άριστος», στέλεχος της παράταξης και να πιστεύει πως «η λεγόμενη ψευδοαριστερά δεν ενδιαφέρεται για την πατρίδα».

Σπαζοκεφαλιά. Γιατί ενδέχεται να μην είναι η Δεξιά η παράταξη των «αρίστων». Και μάλλον δεν είναι ο Μητσοτάκης που… ηγείται του κινήματος #Me Too. Ούτε καν -αργά ή γρήγορα-της κυβέρνησης ή της «Νέας Δημοκρατίας» -στη βάση της οποίας θα πρέπει να απολογηθεί.

Για τη Φωτεινή Ελλάδα ούτε λόγος. Για την Σκοτεινή Ελλάδα θα πρέπει να διαπιστώσουμε πως οι περισσότερες περιπτώσεις βιασμών και κακοποιήσεων συμβαίνουν σε ένα πλαίσιο εξουσίας -στο πολύ βαθύ κοινωνικό, οικονομικό πολιτικό κράτος- που δεν βρίσκεται σε πολιτικό κενό, αλλά συναντά τα κόμματα εξουσίας.

Καθώς αυτή η ιστορία δεν τέλειωσε με το να δοθεί τελικά ο Λιγνάδης «στα σκυλιά» δεν θα αποδειχθεί μόνο πως αυτός ήταν ένας μέτριος ηθοποιός που στηρίχτηκε πιο πολύ στην βαθιά εξουσία κι όχι στην τέχνη, αλλά και ο Μητσοτάκης ένας «μέτριος» πρωθυπουργός -που βρέθηκε σ΄αυτή τη θέση όχι λόγω της αξιοκρατίας που επαγγέλθηκε, αλλά λόγω αυτού που θα πολεμούσε- όπως έλεγε: της οικογενειοκρατίας.

Της αναπαραγωγής δηλαδή μιας εξουσίας, του κράτους και της βίας που έχει πάντα στόχο το σώμα ως έδαφος κυριαρχίας. Που δεν είναι ουδέτερη, αλλά έχει ιδεολογικά, πολιτικά και κομματικά χαρακτηριστικά, όπως θα επιβεβαιώσουν οι επόμενες καταγγελίες.