Ο Αλέξης Τσίπρας και το μήνυμα των εκλογών: Το κύμα, το καράβι κι ο καπνός μιας μάχης που από λάθη χάθηκε

ΦΩΤΟ: ΑNDREA BONETTI

Του Νίκου Λακόπουλου


«Κράτησε το καράβι μακρυά από το κύμα κι απ΄τον καπνό που βλέπεις»

Ομήρου, Οδύσσεια

Ο Αλέξης Τσίπρας με πολιτική γενναιότητα προκειμένου να μην πάμε σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο που θα βλάψει την οικονομία, όπως είπε στην ΕΤ1 πάει σε εκλογές που θα χάσει και λέγοντας καθαρά πως όποιο από τα δύο κόμματα κερδίσει το bonus των 50 εδρών θα σχηματίσει κυβέρνηση και ότι δεν θα υπάρξουν επαναληπτικές εκλογές.

Αν σ’ αυτές εκλογές ετέθη το θέμα της συγκρότησης ενός δημοκρατικού αντινεοφιλελεύθερου μπλοκ -της ενότητας αριστερών, σοσιαλδημοκρατών, οικολόγων και άλλων δημοκρατικών δυνάμεων, αυτό δεν συνέβη. Από τις εκλογές δεν βγαίνουν μόνο ηττημένες οι κυβερνητικές δυνάμεις, αλλά και το Κινάλ που θα μπορούσε να είναι μέρος αυτής της συμμαχίας και επέλεξε να πεθάνει μαχόμενο στον αντι-Σύριζα αγώνα.

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος ήθελε μη αυτοδύναμη Νέα Δημοκρατία για να συνεργαστεί μαζί της. Η Φώφη Γεννηματά απομακρύνει τον Βενιζέλο που «θολώνει την εικόνα», αλλά βάζει στόχο -καθώς έρχεται η Νέα Δημοκρατία στην εξουσία- την …ήττα του ΣΥΡΙΖΑ για να συνεργασθεί μαζί της.

Αθροιζόμενα τα ποσοστά των Κινάλ- ΣΥΡΙΖΑ δεν συγκροτούν καμιά πλειοψηφία πια κι αν το Κινάλ θέλει να συνεργασθεί με κάποιον αυτός δεν μπορεί να είναι παρά η Νέα Δημοκρατία -που άλλωστε το θέλει ακόμα κι αν έχει αυτοδυναμία. Όλα τα άλλα σενάρια -με την απλή αναλογική μέσα- δεν οδηγούν σε καμιά περίπτωση σε κυβέρνηση που να περιλαμβάνει τον ΣΥΡΙΖΑ: ακόμα κι αν κερδίσει τις εκλογές με ποιον θα κυβερνήσει;

Σε μια στροφή προς τα δεξιά της ελληνικής κοινωνίας -όπως σε όλη την Ευρώπη- ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε το ένα τρίτο της δύναμής του που δεν στράφηκε σε άλλα δημοκρατικά κόμματα, όπως ανέγνωσε βιαστικά ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά ένα μεγάλο μέρος πέρασε στη Νέα Δημοκρατία έχοντας στα δεξιά της μια πρωτοφανή ενίσχυση της Ακροδεξιάς -παρά την πτώση της Χρυσής Αυγής.

Φαίνεται πως πολλοί στο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάλαβαν τι ακριβώς συνέβη στις εκλογές, ούτε αντιλαμβάνονται πως σε μια σύγκρουση «προγραμματικών θέσεων» οι ψηφοφόροι θα προτιμήσουν ένα άλλο ιδεολογικό μοντέλο από το δικό τους -που θα πει πως η ήττα δεν είναι μόνο πολιτική, αλλά και ιδεολογική.

Αυτό εξηγεί γιατί δεν λειτούργησε ο φόβος της επιστροφής της δεξιάς και το παράδοξο φαινόμενο οι συνταξιούχοι να ψηφίζουν αυτούς που θα τους κόψουν τις συντάξεις, οι δημόσιοι υπάλληλοι -που είχαν ψηφίσει μαζικά ΣΥΡΙΖΑ άλλοτε- να προτιμούν αυτούς που θα τους απολύσει και το πιο φριχτό: οι νέοι να επιλέγουν ως πρώτη τη Νέα Δημοκρατία -δίνοντας αυξημένα ποσοστά στη Χρυσή Αυγή.

Με απλά λόγια δεν είναι μόνο η υπερφορολογημένη «μεσαία τάξη» -η μικροαστική δηλαδή, που στρέφεται προς τα δεξιά, αλλά και αγρότες, υπάλληλοι, νέοι και νοικοκυρές, το Αιγάλεω και ο …ψυκτικός από το Περιστέρι που απλά είδε πως ο ΣΥΡΙΖΑ που εφάρμοσε ένα μνημόνιο για να βγει από τα μνημόνια δεν μπόρεσε να φέρει όσα υποσχέθηκε, αλλά κομπάζει για ένα έργο που δεν έχει. Είναι καλύτερα να αποδεχθεί μαζί με την ήττα του, την αποτυχία και να προσπαθήσει να την εξηγήσει.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος που πρόσφατα είπε «έχουν δίκιο οι άνθρωποι» είχε υποσχεθεί πως θα δουν αποτέλεσμα στις «τσέπες» τους, αλλά δεν είδαν. Οι ερμηνείες ότι φταίει η αποχή, έκαναν λάθος οι ψηφοφόροι, φταίνε τα μέσα ενημέρωσης επιχειρούν να θέσουν κάτω από το χαλί το ερώτημα γιατί υπήρξε αποχή και γιατί «έκαναν λάθος» οι ψηφοφόροι, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απέχτησε ποτέ τα δικά του μέσα ενημέρωσης. Βλέποντας ΕΡΤ πάντα οι θεατές ήθελαν να σπάσουν την τηλεόραση, αλλά αυτή τη φορά πολλοί το έχουν κάνει.

Πουθενά δεν ήταν γραμμένο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κέρδιζε τις εκλογές, αλλά θα μπορούσε να τις κερδίσει ή τουλάχιστο να φέρει ένα μεγαλύτερο ποσοστό και πράγματι όλα παίχτηκαν το τελευταίο διάστημα, την ίδια μέρα των εκλογών όταν οι αναποφάσιστοι αποφάσισαν να τιμωρήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά τον Αλέξη Τσίπρα.

Η μετατόπιση ενός μέρους ψηφοφόρων της Αριστεράς όχι προς το Κινάλ ή άλλα κόμματα προς τη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη που όντως τον είχε για «μπρέκφαστ» ο Τσίπρας, αλλά συνέβη το αντίθετο θα πρέπει να είναι το βασικό μήνυμα σε όσους θεώρησαν ότι υπό τον ψυχολογικό εκβιασμό της επιστροφής της δεξιάς θα μπορούσαν να επιβάλλουν τις επιλογές του κόμματος σε μια εκλογική βάση δημοκρατική που δεν συγχώρησε την κομματική αλαζονεία.

Αντί να αξιοποιήσει τις εκλογές στους δήμους και τις περιφέρειες για να χτίσει μια δημοκρατική συμμαχία- στηρίζοντας υποψηφίους από άλλα δημοκρατικά κόμματα η κομματική υπεροψία επέβαλε κομματικά στελέχη από το πουθενά οδηγώντας τα στην σφαγή και βάφοντας τον χάρτη μπλε- αλλά όπως θα πουν πολλοί …ενίσχυσε τις δυνάμεις σε συμβούλους. Εύγε!

Προφανώς η τεράστια διαφορά ανάμεσα στα κομματικά ψηφοδέλτια και το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ- Προοδευτική Συμμαχία -όσο αυτή υπήρξε- μαρτυρούν μια ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά όχι του Αλέξη Τσίπρα που τις επόμενες μέρες θα πρέπει για μια ακόμα φορά να αποφασίσει με ποιον θα πάει και ποιον θα αφήσει.

Πάνω από όλα όμως θέτουν το ζήτημα της επανίδρυσης του ΣΥΡΙΖΑ με γενναιότητα, θάρρος και ειλικρίνεια ώστε να αποσαφηνίσει την ταυτότητά του, τις απόψεις και τις θέσεις του – αν θα είναι δηλαδή κόμμα μιας συσκοτισμένης Αριστεράς του περασμένου αιώνα ή κόμμα της σύγχρονης Αριστεράς που θα κατανοεί ότι δεν βρισκόμαστε στα πρόθυρα της Οκτωβριανής Επανάστασης και τα πορτρέτα του Άρη Βελουχιώτη στα υπουργικά γραφεία δεν βοηθάνε σ΄αυτό.

Φυσικά μπορεί να επαναθεμελιώσει την ταυτότητά του με εμμονή σε δόγματα- όπως η κρατική παιδεία, τα ηθικά πλεονεκτήματα που πηγάζουν από την ταύτιση της πολιτικής με τη θρησκεία. Την αντίληψη πως «φταίνε τα μνημόνια» -που συγκαλύπτει την απουσία ενός κυβερνητικού προγράμματος. Τν δαιμονοποίηση των αντιπάλων με απλοϊκές ερμηνείες όπου αυτοί είναι «κακοί», εμείς «καλοί» και φταίει το σύστημα που πρέπει να αλλάξει, αλλά δεν μπορέσαμε να αλλάξουμε γιατί «ηττηθήκαμε».

Την αντίληψη πως η Αριστερά είναι μια «αντιδεξιά» δύναμη κι όχι κάτι περισσότερο με πραγματική -κι όχι «ηθική»- υπεροπλία. Μια φατρία οπαδική που μάχεται μια Ακροδεξιά που φρόντισε να δημιουργήσει. Μια δύναμη που αισθάνεται καλύτερα στην αντιπολίτευση, δικαιώνεται από τις ήττες και δεν μπορεί να εφαρμόσεις τις ιδέες της- δηλαδή να κυβερνήσει.

Σ΄αυτή την περίπτωση θα έχει την τύχη του Λαφαζάνη -0,56% κι όχι 3%- που δεν μπόρεσε ακόμα να καταλάβει πως η γραμμή του για έξοδο από την ευρωζώνη ήταν ίδια με αυτή του Σόιμπλε -μόνο που ο τελευταίος έδινε και ανθρωπιστική βοήθεια.

Η αλήθεια είναι πως υπήρξε μια ήττα πρώτα ιδεολογική που αφορά ένα απαρχαιωμένο μοντέλο για το ίδιο το κόμμα, το κράτος και τις σχέσεις τους με την κοινωνία, ένα «μαδουρομοντέλο» που δεν κατανοεί τις εξελίξεις στον κόσμο και θα ρίξει τις ευθύνες στον «αγράμματο» κόσμο- ενώ το κόμμα είναι που είναι «αγράμματο» -αλλά νομίζει πως μπορεί να διδάξει.

Αν ερμηνεύσουμε σωστά το μήνυμα των εκλογών -που απευθύνεται τόσο στο κόμμα όσο και τον Αλέξη Τσίπρα, δεν είναι μήνυμα συντριβής ούτε λευκή επιταγή στον δυστυχή Μητσοτάκη που θα αρχίσει από την επόμενη των εκλογών να καταπίνει τα λόγια του για να εφαρμόσει το δικό του μοντέλο.

Είναι μήνυμα πως ο Αλέξης Τσίπρας ξεκινώντας από 24% και πάνω -το ποσοστό που θα πάρει στις 7 Ιουλίου- μπορεί να κάνει αυτό που δεν έκανε τέσσερα χρόνια -να ρωτάει το λαό τι έφταιξε, τι δεν έκανε λαό, τι θέλει να πει το μήνυμά του. Όλα τα κόμματα που εμφανίστηκαν στην διάρκεια της κρίσης αν δεν καταποντίστηκαν υποχώρησαν με πρώτα αυτά που έφερε η κρίση- τον ΣΥΡΙΖΑ και την Χρυσή Αυγή.

Σε ένα καινούργιο πολιτικό σκηνικό -που θα υπάρξει- διαμορφώνονται νέοι πολιτικοί συσχετισμοί και η ανάγκη να ανατραπούν με ένα νέο σχέδιο, νέα πλάνα και νέες ιδέες. Είναι φανερό ο Αλέξης Τσίπρας που θέλουν πολλοί να έχει τελειώσει όχι μόνο δεν είναι παρελθόν, αλλά έχει μέλλον λαμπρό σε ένα δικό του «1981»- δεδομένου ότι το τελικό ραντεβού με την Ιστορία, δεν έχει έρθει ακόμα.

Έχοντας κυβερνήσει με ερασιτεχνισμό τέσσερα- πέντε χρόνια, ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται στο σημείο που βρισκόταν ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1977- με δυσμενέστερους συσχετισμούς δυνάμεων. Η αριθμητική της διάλυσης των παράπλευρων κομμάτων μαζί με την φθορά της κυβέρνησης Μητσοτάκη δείχνουν πως το αίτημα της συμπόρευσης των δημοκρατικών δυνάμεων -χωρίς δεξιά δεκανίκια- αναφέρεται σε ένα μελλοντικό ποσοστό πολύ πάνω από το 36% του 2015 -που ήταν απλώς η αρχή.

Ή όπως έλεγε ένα παλιό σύνθημα: «Ο αγώνας συνεχίζεται».