
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Την Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014, η ελληνική Βουλή έγινε σκηνικό μιας ενδιαφέρουσας αναφοράς στη θεωρία του Αντόνιο Γκράμσι, η οποία ωστόσο αποκάλυψε τα όρια της πολιτικής χρήσης της διανοητικής παράδοσης. Ο διάλογος ανάμεσα στον Ευκλείδη Τσακαλώτο και τον Άδωνι Γεωργιάδη δεν ήταν απλώς μια αντιπαράθεση για πολιτικά μέτρα και οικονομικά αποτελέσματα· ήταν μια μικρή στιγμή όπου η θεωρία συναντά τη ρητορική:
Τσακαλώτος:
«Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, ο Αντόνιο Γκράμσι έδωσε τον εξής ορισμό της κρίσης: “Όταν πεθαίνει το παλιό και ακόμα δεν μπορεί να γεννηθεί το καινούργιο”. Βλέπουμε το παλιό να πεθαίνει παντού. Το βλέπουμε στα οικονομικά αποτελέσματα, στη συνέχιση των μέτρων και της συζήτησης, όπως και στην αύξηση ανταλλαγής e-mail ως ανώτατη κατάσταση πολιτικής στη χώρα μας.»
Η παρατήρηση του Τσακαλώτου φέρει την πρόθεση να δώσει ένα θεωρητικό πλαίσιο στην πολιτική αστάθεια και την κοινωνική ανασφάλεια της εποχής. Αναφέρεται στην έννοια του interregno, όπως την περιέγραψε ο Γκράμσι: μια μεταβατική περίοδος κατά την οποία «το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν έχει ακόμη γεννηθεί». Ωστόσο, η παράλειψη της κρίσιμης φράσης για την «εποχή των τεράτων» καθιστά την αναφορά μόνο εν μέρει ακριβή.
Γεωργιάδης:
«Κύριε συνάδελφε, η αλήθεια είναι ότι όταν σας άκουγα στην αρχή να αναφέρεστε στον Γκράμσι, μου έκανε εντύπωση που κάνατε αυτήν την αναφορά, γιατί – ξέρετε – την είπατε μισή. Ο Γκράμσι δεν είπε αυτό που είπατε. Είπε ότι πριν πεθάνει το παλαιό και μέχρι να γεννηθεί το νέο, – προσέξτε – μεσολαβεί η εποχή των τεράτων. Πράγματι, κύριε Τσακαλώτε, είστε τα πολιτικά τέρατα αυτής της κρίσης!»
Η αντίδραση του Γεωργιάδη είναι εντυπωσιακή όχι για την ακρίβεια της, αλλά για τη μετατροπή μιας θεωρητικής έννοιας σε προσωπική πολιτική επίθεση. Στο πλαίσιο της σκέψης του Γκράμσι, τα «τέρατα» δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένα άτομα αλλά σε νοσηρά φαινόμενα εξουσίας, σε μορφές πολιτικής που στηρίζονται στον καταναγκασμό ή στην προσωπολατρία, κατά τη διάρκεια μεταβατικών περιόδων κρίσης. Η χρήση τους ως ρητορικό όπλο απέναντι σε πολιτικούς αντιπάλους αποδεικνύει πώς η θεωρία μπορεί να παραποιηθεί για άμεσους πολιτικούς σκοπούς.
Η ελληνική περίπτωση καταδεικνύει μια ευρύτερη τάση: η σκέψη του Γκράμσι, αν και θεωρητικά σύνθετη και στρατηγικά πλούσια, γίνεται συχνά εργαλείο ρητορικής και πολιτικής επικοινωνίας, παρά μέσο αναλυτικής εμβάθυνσης. Ο Τσακαλώτος επιχείρησε να χρησιμοποιήσει την έννοια του interregno, ο Γκράμσι περιγράφει το interregno, μια παρατεταμένη μεσοβασιλεία της ηγεμονίας, όπου το παλιό συνεχίζει να κυβερνά χωρίς συναίνεση και το νέο αδυνατεί να συγκροτηθεί, για να σχολιάσει την κρίση και την αδυναμία των πολιτικών θεσμών, ενώ ο Γεωργιάδης μετατρέπει τη θεωρητική παρατήρηση σε προσωπικό χτύπημα, αποδεικνύοντας πόσο εύκολα η θεωρία μπορεί να «στριμωχτεί» στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού θεάματος.
Η συζήτηση αυτή υπενθυμίζει ότι η θεωρία και η πολιτική πράξη συχνά διασταυρώνονται με τρόπο όχι πάντα ακριβή. Η αναφορά στον Γκράμσι, χωρίς το πλήρες πλαίσιο της εποχής των τεράτων, προσφέρει μια μισή εικόνα της κρίσης: ένα ρητορικό εργαλείο, όχι ένα πλήρες αναλυτικό πλαίσιο. Κι όμως, η επιλογή του Γκράμσι δεν είναι τυχαία: η έννοια του interregno παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για κάθε κοινωνία όπου η παλιά τάξη χάνει την ηγεμονία της και το νέο ακόμα δεν έχει γεννηθεί.
Σε τελική ανάλυση, αυτός ο μικρός διάλογος μέσα στο ελληνικό Κοινοβούλιο αναδεικνύει με γλαφυρό τρόπο την απόσταση ανάμεσα στη θεωρητική ακρίβεια και τη δημοσιονομική, πολιτική ρητορική σκηνή, αλλά και την ισχύ των ιδεών του Γκράμσι για την περιγραφή της αστάθειας, ακόμα και όταν αυτές παραποιούνται.
Η πολιτική σκέψη του Αντόνιο Γκράμσι εγγράφεται σε μια σύνθετη γενεαλογία που συνδέει τον κλασικό ρεπουμπλικανισμό, τον ιταλικό ιστορικό στοχασμό και τη γερμανική διαλεκτική φιλοσοφία.
Ο Γκράμσι συνθέτει αυτές τις παραδόσεις. Από τον Μακιαβέλι κληρονομεί την αυτονομία της πολιτικής και την κεντρικότητα της σύγκρουσης· από τον Χέγκελ τη διαλεκτική της άρνησης και τη σύλληψη της κρίσης ως ιστορικής τομής· από τον Μαρξ την έννοια της ηγεμονίας ως κοινωνικής και υλικής σχέσης.
Στα Τετράδια της Φυλακής, ο Γκράμσι αναδεικνύει τον Μακιαβέλι σε θεμελιωτή μιας ρεαλιστικής πολιτικής επιστήμης, ενώ ο «σύγχρονος Μακιαβέλι» ταυτίζεται με το πολιτικό κόμμα ως φορέα συγκρότησης συλλογικής βούλησης και ηγεμονίας. Η εξουσία δεν ασκείται μόνο μέσω καταναγκασμού, αλλά κυρίως μέσω συναίνεσης, πολιτισμού και ιδεολογίας.
Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο εντάσσεται και η περίφημη φράση του Γκράμσι για την κρίση:
«Η κρίση συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί· σε αυτό το μεσοδιάστημα εκδηλώνονται τα πιο ποικίλα νοσηρά φαινόμενα.»
Η περίφημη φράση του Αντόνιο Γκράμσι για το interregno έχει συχνά μετατραπεί σε ρητορικό σχήμα γενικής απαισιοδοξίας. Ωστόσο, στο θεωρητικό της βάθος, δεν περιγράφει μια αόριστη μεταβατική περίοδο, αλλά μια συγκεκριμένη ιστορικο-πολιτική κατάσταση: την κρίση ηγεμονίας. Πρόκειται για τη στιγμή κατά την οποία οι κυρίαρχες τάξεις αδυνατούν πλέον να κυβερνούν μέσω συναίνεσης, χωρίς όμως να έχουν εκτοπιστεί, ενώ οι υποτελείς τάξεις δεν έχουν κατορθώσει να συγκροτήσουν μια νέα συλλογική βούληση ικανή να διεκδικήσει την εξουσία.
Η κρίση αυτή δεν συνεπάγεται αναγκαστικά επαναστατική ρήξη. Αντιθέτως, χαρακτηρίζεται από παράταση, στασιμότητα και αποσύνθεση, όπου η πολιτική εξουσία συνεχίζει να υφίσταται, αλλά απογυμνωμένη από ηγεμονικό περιεχόμενο. Το interregno είναι η ιστορική συνθήκη κατά την οποία η πολιτική μορφή επιβιώνει, ενώ το πολιτικό της νόημα έχει εξαντληθεί.
Σε αυτό το κενό, όπως σημειώνει ο Γκράμσι, «εμφανίζονται τα πιο νοσηρά φαινόμενα». Η φράση αυτή δεν παραπέμπει σε ηθική παρακμή ή σε ιστορική ανωμαλία. Αντιθέτως, εγγράφεται σε μια μακρά παράδοση ιταλικής πολιτικής σκέψης, που αντιλαμβάνεται τα «τέρατα» ως συμπτώματα απορρύθμισης της πολιτικής τάξης.
Ήδη στον Τίτο Λίβιο, τα monstra και τα prodigia δεν είναι μυθολογικά κατάλοιπα, αλλά σημεία ότι η res publica έχει εισέλθει σε κρίση. Όταν οι θεσμοί δεν μπορούν πλέον να μεσολαβήσουν τις κοινωνικές συγκρούσεις, η ιστορία «μιλά» με τη γλώσσα του αφύσικου. Ο Μακιαβέλι θα μετασχηματίσει αυτή την ιστορική εμπειρία σε πολιτική θεωρία: η σύγκρουση είναι συστατικό στοιχείο της ελευθερίας, αλλά μόνο εφόσον ενσωματώνεται θεσμικά. Όταν οι θεσμοί παύουν να λειτουργούν, η σύγκρουση δεν γεννά πολιτική ανανέωση, αλλά εκφυλισμό.
Ο Γκράμσι κινείται ακριβώς σε αυτό το νήμα. Τα «τέρατα» του interregno δεν είναι εξαιρέσεις, αλλά υποκατάστατα ηγεμονίας. Εμφανίζονται όταν η συναίνεση έχει καταρρεύσει, αλλά η κοινωνία δεν έχει ακόμη αναδιοργανωθεί γύρω από ένα νέο ιστορικό μπλοκ. Καισαρισμός, βοναπαρτισμός, αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης, προσωπολατρία, τεχνοκρατική αποπολιτικοποίηση: όλα αποτελούν προσπάθειες να παγώσει η κρίση, όχι να επιλυθεί.
Το interregno, επομένως, δεν είναι σύντομο μεσοδιάστημα. Μπορεί να διαρκέσει δεκαετίες. Είναι η κατάσταση όπου οι θεσμοί λειτουργούν τυπικά αλλά όχι ουσιαστικά, τα κόμματα διαχειρίζονται αντί να εκπροσωπούν, και η κοινωνία των πολιτών αποσυνδέεται από την πολιτική εξουσία. Η εξουσία διατηρείται όχι μέσω πειθούς, αλλά μέσω καταναγκασμού, ιδεολογικής επιβολής ή χαρισματικής υποκατάστασης.
Ο φασισμός υπήρξε για τον Γκράμσι η πιο ακραία μορφή αυτής της συνθήκης. Όχι απλώς μια αντιδραστική εκτροπή, αλλά μια λύση κρίσης χωρίς ηγεμονία. Ο φασισμός δεν οικοδόμησε συναίνεση· αντικατέστησε τη συναίνεση με μύθο, βία και κρατική λατρεία. Κυβέρνησε ακριβώς επειδή η κοινωνία είχε αποσυντεθεί πολιτικά και δεν μπορούσε να παράγει εναλλακτική συλλογική βούληση. Όμως η ανάλυση του Γκράμσι δεν εξαντλείται εκεί. Η θεωρία της ηγεμονίας λειτουργεί και ως σιωπηρή κριτική κάθε καθεστώτος που ταυτίζει την εξουσία με την απόλυτη κυριαρχία του κράτους.
Ωστόσο, η ανάλυση του Γκράμσι δεν περιορίζεται στον φασισμό. Η έννοια της ηγεμονίας λειτουργεί και ως κριτικό εργαλείο απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας που ταυτίζει την πολιτική με τον έλεγχο του κράτους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η σταλινική εμπειρία δεν συνιστά αντίθετο παράδειγμα, αλλά διαφορετική εκδοχή της ίδιας αποτυχίας. Η μονολιθική κομματική εξουσία, η προσωπολατρία και η ιδεολογική επιβολή χωρίς κοινωνική διαπραγμάτευση συγκροτούν ένα σύστημα που κυβερνά, αλλά δεν ηγεμονεύει. Η πολιτική παύει να είναι διαδικασία συγκρότησης συλλογικής βούλησης και μετατρέπεται σε διοικητικό μηχανισμό.
Η σταθερότητα που επιτυγχάνεται είναι εξωτερική και εύθραυστη, γιατί δεν εδράζεται στη συναίνεση αλλά στην πειθαρχία. Και γι’ αυτό παραμένει ιστορικά ασταθής, ακόμη κι αν διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ακριβώς γι’ αυτό η σκέψη του Γκράμσι κατέστη κεντρικής σημασίας για τον ευρωκομμουνισμό και προβληματική για τη σοβιετική ορθοδοξία. Η θεωρία της ηγεμονίας επέτρεψε να σκεφτεί κανείς την κοινωνική αλλαγή έξω από το σχήμα της στιγμιαίας κατάληψης της εξουσίας. Η έννοια της ηγεμονίας επέτρεπε να σκεφτεί κανείς την κοινωνική αλλαγή όχι ως στιγμιαία ρήξη, αλλά ως μακρόχρονο πόλεμο θέσεων — πολιτισμικό, ιδεολογικό και κοινωνικό. Η αλλαγή δεν ήταν πια ζήτημα επιβολής, αλλά μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων και των πολιτισμικών μορφών.
Το interregno, τελικά, δεν είναι απλώς ιστορική κατηγορία του Μεσοπολέμου. Είναι τρόπος κατανόησης της πολιτικής στασιμότητας σε περιόδους βαθιάς κρίσης. Είναι η συνθήκη κατά την οποία όλα φαίνονται ανοιχτά, αλλά τίποτα δεν μπορεί ακόμη να σταθεροποιηθεί. Ο Γκράμσι δεν μας διαβεβαιώνει ότι το νέο θα γεννηθεί. Μας δείχνει τι συμβαίνει όταν η πολιτική αδυνατεί να το γεννήσει — και γιατί, σε αυτές τις στιγμές, η ιστορία γεμίζει «τέρατα».
Η έννοια του interregno στον Αντόνιο Γκράμσι έχει γνωρίσει μια παράδοξη τύχη. Από αυστηρή κατηγορία πολιτικής ανάλυσης, μετατράπηκε σε γενική μεταφορά ιστορικής αβεβαιότητας, σχεδόν σε δημοσιογραφικό κλισέ. Όμως στον πυρήνα της δεν περιγράφει απλώς μια «δύσκολη περίοδο», αλλά μια συγκεκριμένη μορφή ιστορικής κρίσης: την κρίση ηγεμονίας. Πρόκειται για εκείνη τη στιγμή κατά την οποία το παλιό κοινωνικοπολιτικό μπλοκ εξακολουθεί να κυβερνά, αλλά δεν μπορεί πλέον να ηγεμονεύει, ενώ το νέο αδυνατεί ακόμη να συγκροτηθεί ως ιστορικά και πολιτικά αποτελεσματική δύναμη.
Το interregno, με αυτή την έννοια, δεν είναι μια σύντομη μεταβατική φάση ανάμεσα σε δύο καθεστώτα. Είναι μια παρατεταμένη συνθήκη πολιτικής ακινησίας μέσα στη γενικευμένη αλλαγή. Οι θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν τυπικά, αλλά έχουν αποσυνδεθεί από τις κοινωνικές δυνάμεις που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν. Η εξουσία παραμένει, αλλά η συναίνεση έχει διαρραγεί. Η πολιτική, αντί να οργανώνει τη σύγκρουση, περιορίζεται στη διαχείρισή της.
Σε αυτό το ιστορικό κενό, όπως γράφει ο Γκράμσι, «εμφανίζονται τα πιο νοσηρά φαινόμενα». Η διατύπωση αυτή δεν έχει ηθικό ή ψυχολογικό χαρακτήρα. Δεν υποδηλώνει μια παρέκκλιση από την κανονικότητα, αλλά την αποκάλυψη μιας βαθύτερης παθολογίας της πολιτικής μορφής. Τα «τέρατα» δεν έρχονται απ’ έξω· γεννιούνται μέσα στην κρίση της ηγεμονίας, ως υποκατάστατά της.
Τα «τέρατα» του interregno δεν είναι ιστορικά ατυχήματα. Είναι μορφές πολιτικής που επιχειρούν να καλύψουν το κενό της ηγεμονίας. Καισαρισμός, βοναπαρτισμός, αυταρχικές λύσεις, χαρισματική προσωπολατρία, ακόμη και τεχνοκρατική αποπολιτικοποίηση, δεν αποτελούν υπέρβαση της κρίσης, αλλά τρόπους αναβολής της. Στόχος τους δεν είναι να συγκροτήσουν νέα συναίνεση, αλλά να παγώσουν τη σύγκρουση.
Το interregno, επομένως, μπορεί να διαρκέσει πολύ. Δεν τελειώνει επειδή «ο χρόνος περνά», αλλά μόνο όταν συγκροτείται ένα νέο ιστορικό μπλοκ ικανό να συνδέσει κοινωνικές δυνάμεις, πολιτικούς θεσμούς και πολιτισμικά νοήματα. Μέχρι τότε, η εξουσία τείνει να στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στον καταναγκασμό, στην ιδεολογική επιβολή ή στην υποκατάσταση της πολιτικής από τη διοίκηση.
Η αξία της έννοιας του interregno δεν εξαντλείται στη γενική περιγραφή ιστορικών περιόδων κρίσης. Η γκραμσιανή ανάλυση αποκτά πλήρες νόημα μόνο όταν εφαρμόζεται σε συγκεκριμένες πολιτικές εμπειρίες, εκεί όπου η κρίση ηγεμονίας ενσαρκώνεται σε πραγματικά υποκείμενα, στρατηγικές και μορφές διακυβέρνησης. Το interregno δεν είναι αφηρημένη κατάσταση· είναι ιστορικά συγκεκριμένη συνθήκη μέσα στην οποία δρουν πολιτικοί φορείς που επιχειρούν, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε αδιέξοδα, να καλύψουν το κενό της συναίνεσης.
Σε τέτοιες περιόδους, η πολιτική πρακτική δεν διακρίνεται απλώς ανάμεσα σε «ορθές» και «λανθασμένες» επιλογές. Διαμορφώνεται από τη δομική αδυναμία συγκρότησης ηγεμονίας. Κόμματα και ηγεσίες καλούνται να κυβερνήσουν χωρίς να μπορούν να εδραιώσουν κοινωνική συναίνεση, να εκπροσωπήσουν χωρίς σταθερό κοινωνικό μπλοκ και να νομιμοποιήσουν αποφάσεις σε ένα πεδίο όπου οι παλιοί ιδεολογικοί δεσμοί έχουν διαρραγεί. Η πολιτική, υπό αυτές τις συνθήκες, τείνει να υποκαταστήσει τη μακρόχρονη διαδικασία ηγεμονικής συγκρότησης με βραχυπρόθεσμες μορφές σταθεροποίησης.
Η ελληνική εμπειρία της δεκαετίας μετά το 2010 προσφέρει ένα ιδιαίτερα διαφωτιστικό παράδειγμα αυτής της συνθήκης. Η ανάδυση νέων πολιτικών δυνάμεων και η κατάρρευση της μεταπολιτευτικής ισορροπίας δεν συνιστούν απλώς εναλλαγή κυβερνήσεων, αλλά συμπτώματα ενός βαθύτερου interregno, στο οποίο η αναζήτηση πολιτικής ηγεμονίας προηγείται —και τελικά συγκρούεται— με τη δυνατότητα πραγματικής κοινωνικής ανασυγκρότησης.
Η άνοδος του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από τη συνθήκη interregno που διαμόρφωσε η ελληνική κρίση μετά το 2010. Η κατάρρευση της μεταπολιτευτικής ηγεμονίας —πολιτικής, κοινωνικής και ιδεολογικής— δημιούργησε ένα βαθύ κενό εκπροσώπησης. Τα παραδοσιακά κόμματα συνέχισαν να κυβερνούν χωρίς συναίνεση, ενώ μεγάλα κοινωνικά στρώματα αποσυνδέθηκαν από τους θεσμούς. Ήταν μια κλασική κρίση ηγεμονίας με γκραμσιανούς όρους.
Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε αρχικά ως δύναμη αντι-ηγεμονική: όχι ως διαχειριστής του υπάρχοντος, αλλά ως πολιτική έκφραση της κοινωνικής διάρρηξης. Το σύνθημα, ο λόγος και η οργανωτική του μορφή στόχευαν στη συγκρότηση ενός νέου «λαϊκού μπλοκ», ικανού να ενώσει ετερογενείς κοινωνικές εμπειρίες της κρίσης. Σε αυτή τη φάση, η στρατηγική θύμιζε —τουλάχιστον επιφανειακά— έναν γκραμσιανό πόλεμο θέσεων: μετατόπιση του πολιτικού λεξιλογίου, αμφισβήτηση της «κανονικότητας», ανανοηματοδότηση της έννοιας της δημοκρατίας.
Ωστόσο, εδώ εμφανίζεται η πρώτη κρίσιμη ασυμμετρία. Ο Γκράμσι αντιμετωπίζει την ηγεμονία ως μακρόχρονη διαδικασία κοινωνικής και πολιτισμικής συγκρότησης, όχι ως αποτέλεσμα εκλογικής νίκης. Στην ελληνική περίπτωση, η πολιτική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ προηγήθηκε —και τελικά υποκατέστησε— τη συγκρότηση μιας αντίστοιχης κοινωνικής και ιδεολογικής βάσης. Το κόμμα κατέλαβε την κυβερνητική εξουσία χωρίς να έχει προηγουμένως οικοδομήσει ηγεμονία στην κοινωνία των πολιτών.
Η κυβέρνηση Τσίπρα βρέθηκε έτσι σε μια εγγενώς αντιφατική θέση: κλήθηκε να κυβερνήσει χωρίς ηγεμονία, μέσα σε ένα κράτος που παρέμενε οργανικά δεμένο με το παλιό ιστορικό μπλοκ και σε ένα διεθνές πλαίσιο που περιόριζε δραστικά κάθε περιθώριο ελιγμών. Αντί για πόλεμο θέσεων, η πολιτική μετατράπηκε γρήγορα σε πόλεμο ελιγμών χωρίς στρατό.
Το δημοψήφισμα του 2015 υπήρξε η κορυφαία στιγμή αυτής της αντίφασης. Από γκραμσιανή σκοπιά, θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως απόπειρα επιτάχυνσης της ηγεμονίας μέσω μιας άμεσης επίκλησης της λαϊκής βούλησης. Όμως η επίκληση αυτή δεν συνοδεύτηκε από τη θεσμική, κοινωνική και οργανωτική υποδομή που θα μπορούσε να τη μετατρέψει σε διαρκή πολιτική δύναμη. Το αποτέλεσμα ήταν μια ρήξη χωρίς συνέχεια: μια έκρηξη λαϊκής νομιμοποίησης που δεν μεταφράστηκε σε νέα πολιτική μορφή.
Μετά το 2015, η στρατηγική μετατοπίστηκε. Η αδυναμία συγκρότησης ηγεμονίας οδήγησε σε μια προσπάθεια υποκατάστασής της. Ο λόγος της «αναγκαιότητας», η προσωποκεντρική διαχείριση της εξουσίας και η μετατροπή της πολιτικής σε τεχνική διακυβέρνηση συνιστούν στοιχεία μιας ήπιας καισαριστικής λογικής: όχι αυταρχικής με την κλασική έννοια, αλλά κεντρικά ελεγχόμενης, αποϊδεολογικοποιημένης και εξαρτημένης από τη διαχείριση του κράτους.
Από γκραμσιανή σκοπιά, αυτό συνιστά τυπικό σύμπτωμα interregno. Όταν η ηγεμονία δεν μπορεί να οικοδομηθεί, η πολιτική εξουσία επιχειρεί να σταθεροποιηθεί χωρίς συναίνεση, μετατρέποντας τη διακυβέρνηση σε αυτοσκοπό. Το κόμμα παύει να λειτουργεί ως συλλογικός διανοούμενος και μετατρέπεται σε εκλογικό μηχανισμό. Η κοινωνία των πολιτών δεν μετασχηματίζεται, απλώς παρακάμπτεται.
Η αποτυχία του εγχειρήματος Τσίπρα δεν έγκειται πρωτίστως στις «υποχωρήσεις» ή στους «συσχετισμούς». Έγκειται στο ότι η πολιτική ηγεμονία αντιμετωπίστηκε ως κάτι που μπορεί να επιβληθεί από την κυβέρνηση, και όχι ως κάτι που πρέπει να κατακτηθεί μέσα στην κοινωνία. Ο Γκράμσι, αντίθετα, είναι σαφής: χωρίς οργανική σύνδεση κοινωνικών δυνάμεων, θεσμών και πολιτισμικού νοήματος, η εξουσία παραμένει γυμνή, ακόμη κι αν είναι εκλεγμένη.
Υπό αυτή την έννοια, ο Τσίπρας δεν υπήρξε γκραμσιανός ηγέτης, αλλά ηγέτης μιας γκραμσιανής κρίσης. Ενσάρκωσε το αδιέξοδο μιας πολιτικής που προσπάθησε να μετατρέψει την εκλογική νίκη σε ηγεμονία, χωρίς να έχει προηγηθεί ο δύσκολος, αργός και συγκρουσιακός πόλεμος θέσεων. Και όπως σε κάθε interregno, το αποτέλεσμα δεν ήταν η γέννηση του νέου, αλλά η αναπαραγωγή της στασιμότητας με διαφορετικό πρόσωπο.
Η αδυναμία συγκρότησης ηγεμονίας στην ελληνική περίπτωση δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκλειστικά ως εσωτερική πολιτική αποτυχία. Το interregno της περιόδου μετά το 2010 ήταν εξαρχής ενταγμένο σε ένα διεθνές πλαίσιο ασύμμετρης κυριαρχίας, όπου η εθνική πολιτική εξουσία λειτουργούσε υπό καθεστώς εξωτερικού καταναγκασμού. Ωστόσο, αυτός ο καταναγκασμός δεν αναιρεί τη γκραμσιανή ανάλυση· αντίθετα, την επιβεβαιώνει. Ο διεθνής περιορισμός δεν αντικαθιστά την κρίση ηγεμονίας, αλλά τη βαθαίνει, καθώς αποσυνδέει ακόμη περισσότερο την πολιτική εξουσία από τη δυνατότητα κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Το κράτος καλείται να εφαρμόσει πολιτικές που δεν μπορεί να νομιμοποιήσει κοινωνικά, ενώ η πολιτική σύγκρουση μετατοπίζεται από το πεδίο της ηγεμονίας στο πεδίο της αναγκαιότητας. Έτσι, η διακυβέρνηση δεν λειτουργεί ως χώρος συγκρότησης συλλογικής βούλησης, αλλά ως μηχανισμός διαχείρισης επιβεβλημένων επιλογών — μια κατεξοχήν συνθήκη interregno.
Η παθητικότητα της κοινωνίας των πολιτών δεν υπήρξε απλώς αποτέλεσμα πολιτικής απογοήτευσης, αλλά δομικό χαρακτηριστικό της κρίσης ηγεμονίας. Οι κοινωνικές αντιστάσεις της περιόδου 2010–2012 εκφράστηκαν κυρίως ως αρνητικές μορφές πολιτικοποίησης —διαμαρτυρία, άρνηση, απονομιμοποίηση— χωρίς να αποκρυσταλλωθούν σε θεσμούς, συλλογικές πρακτικές ή σταθερά πολιτισμικά νοήματα. Η ταχεία μεταφορά της πολιτικής σύγκρουσης στο επίπεδο της κυβερνητικής εξουσίας υποκατέστησε τη μακρόχρονη διαδικασία ηγεμονικής συγκρότησης μέσα στην κοινωνία των πολιτών. Μετά το 2019, το interregno δεν έληξε, αλλά μετασχηματίστηκε: η κρίση ηγεμονίας σταθεροποιήθηκε μέσα από μια μορφή «κανονικοποιημένης διαχείρισης», όπου η πολιτική στασιμότητα συγκαλύπτεται από θεσμική ομαλότητα και τεχνοκρατική αποτελεσματικότητα. Το παλιό δεν ανακτά την ηγεμονία του και το νέο δεν γεννιέται· απλώς η κρίση παγώνει σε ένα καθεστώς χαμηλής έντασης, όπου η απουσία συλλογικής βούλησης εμφανίζεται ως φυσική κατάσταση.
Η ελληνική εμπειρία μετά το 2010 δείχνει ότι η κρίση δεν είναι απλώς αστάθεια ή αβεβαιότητα· είναι μια κατάσταση όπου η εξουσία συνεχίζει να υπάρχει, αλλά η ηγεμονία έχει διαρραγεί. Το interregno, κατά τον Γκράμσι, αποκαλύπτει ότι τα «τέρατα» δεν είναι εξωτερικές απειλές· γεννιούνται μέσα στο ίδιο το κενό της συλλογικής βούλησης.
Η κατάκτηση της εξουσίας χωρίς ηγεμονία δεν δημιουργεί το νέο· απλώς παγώνει την κρίση, μετατρέποντας τη διακυβέρνηση σε τεχνική διαχείριση. Η πραγματική πολιτική αλλαγή απαιτεί υπομονή, στρατηγική και σύνδεση με τις κοινωνικές δυνάμεις· είναι πόλεμος θέσεων, όχι στιγμιαία νίκη.
Το interregno μας διδάσκει κάτι βαθύ: η ιστορία δεν προχωρά όταν η συναίνεση λείπει· και κάθε κενό ηγεμονίας φέρνει τα δικά του «τέρατα». Η πρόκληση δεν είναι να τα αποφύγουμε, αλλά να οικοδομήσουμε μέσα τους ένα νέο πλαίσιο, ικανό να μετατρέψει την κρίση σε δημιουργική αναγέννηση.
Η έξοδος από το interregno, με όρους Γκράμσι, δεν μπορεί να προκύψει ούτε από κυβερνητικές εναλλαγές ούτε από την αποκατάσταση μιας επιφανειακής θεσμικής κανονικότητας. Προϋποθέτει τη συγκρότηση ενός νέου ιστορικού μπλοκ, ικανού να συνδέσει κοινωνικές εμπειρίες, πολιτικούς θεσμούς και πολιτισμικά νοήματα σε ένα συνεκτικό σχέδιο συλλογικής βούλησης. Χωρίς αυτή τη διαδικασία, κάθε εξουσία παραμένει διαχειριστική και κάθε σταθερότητα εύθραυστη. Το interregno δεν τερματίζεται όταν η κρίση κατασιγάζει, αλλά όταν η πολιτική ανακτά τη δυνατότητα να οργανώνει τη σύγκρουση αντί να την αποκρύπτει.
Μέχρι τότε, η ιστορία δεν προχωρά· απλώς επαναλαμβάνει, με διαφορετικές μορφές, το ίδιο αδιέξοδο.

