Ο κ. Σαμαράς στέλνει τους χαιρετισμούς του…

Του Διογένη Λόππα

Με μια προκλητική συνέντευξη και μάλιστα εκτός έδρας, στην »Πράβδα» του μητσοτακισμού (Τα ΝΕΑ), ο πρώην πρωθυπουργός δεν έδωσε απλά το »παρών»: Αποδόμησε ολοκληρωτικά την συνολική πολιτική της κυβέρνησης, σε σημείο που να προκαλεί ουσιαστικά τη διαγραφή του. Μεταξύ μας, σε οποιαδήποτε άλλη συγκυρία, σε οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα, ο αμφισβητίας θα είχε ήδη δει την έξοδο με συνοπτικές διαδικασίες. Συνέβη για λιγότερο ουσιαστικές διαφωνίες σε ΓΑΠ και Σημίτη. Παράδοξο: Στην κυβέρνηση ούτε είδαν, ούτε άκουσαν τίποτα, ενώ οι ναυαρχίδες των ΜΜΕ εντυπωσιάστηκαν από την προτροπή του κ. Σαμαρά για βέτο στην ΕΕ για την Αμμόχωστο! Περίεργο, γιατί υπό διαφορετικές περιστάσεις, θα έβγαιναν με μαύρες πλερέζες και πηχυαίους τίτλους: Μητσοτάκης ή τανκς.

Στην αντιπολίτευση αντίθετα, επικρατεί (επιεικώς) προβληματισμός: Πολλοί αναλυτές παλαιότερα είχαν αναφερθεί σε διεργασίες εντός της συντηρητικής παράταξης για τυχόν αλλαγή ηγεσίας, μπροστά στην πασιφανή ανεπάρκεια του κ. Μητσοτάκη να διαχειριστεί ακόμα και απλά ζητήματα της καθημερινότητας. Και είναι αλήθεια ότι ο νυν πρωθυπουργός αποτελεί τον ιδανικό αντίπαλο που θα ήθελε οποιοσδήποτε πολιτικός να αντιμετωπίσει: Γκαφατζής από το πουθενά, ανθρωποδιώχτης, χειραγωγούμενος, τζάκι, με σκελετούς στην ντουλάπα, μια καρικατούρα του ήδη προβληματικού πατρός, από τον οποίο ας μην ξεχνάμε χρίστηκε διάδοχος, χωρίς δηλαδή ο ίδιος να χρειαστεί να δημιουργήσει το οτιδήποτε. Πολιτικά ο πρωθυπουργός μοιάζει με έναν διασωληνωμένο ασθενή, που βρίσκεται στη ζωή με τη μηχανική υποστήριξη που του παρέχει αφειδώς μια δράκα ισχυρών ολιγαρχών. Αν κάποιος κλείσει το διακόπτη, ο πρωθυπουργός θα πεθάνει (πολιτικά).

Αντίθετα ο κ. Σαμαράς, ανεξάρτητα αν συμφωνείς ή διαφωνείς μαζί του, κινείται σε εντελώς διαφορετικό φάσμα. Στην πολιτική από νήπιο, στα βαθιά νερά από τις πρώτες μέρες του σε κυβέρνηση, παρά τα λάθη, τις αστοχίες και την πολιτική εξορία που του επεβλήθη, έχει δείξει μια αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα και ένα σχεδόν αλάνθαστο πολιτικό ένστικτο, τουλάχιστον για το χώρο τον οποίο εκπροσωπεί, δηλαδή αυτό που θα αποκαλούσαμε »σκληρή δεξιά». Και γράφω »σχεδόν», γιατί η στήριξη (θεμιτή ή αθέμιτη θα κρίνει ο ιστορικός του μέλλοντος) που παρείχε στον κ. Μητσοτάκη για την ανέλιξή του έως το κορυφαίο αξίωμα, δεν εξελίχθηκε όπως ο ίδιος είχε προγραμματίσει. Εν ολίγοις, ο κ. Σαμαράς ανέμενε ότι θα καθοδηγεί τον πρωθυπουργό από το παρασκήνιο, θα διορίζει υπουργούς και θα προωθεί πολιτικές. Σαφώς δεν του πέρασε από το μυαλό ότι θα ανέβαζε στο θρόνο έναν Μητσοτάκη και θα του προέκυπτε Σημίτης.

Φαίνεται ότι στο χώρο της σκληρής δεξιάς επικρατεί αναβρασμός και αυτό δεν είναι έκπληξη. Εδώ και πολύ καιρό οι προειδοποιήσεις ήταν συνεχείς, τόσο από το (alter ego Σαμαρά) antinews, όσο και από σχετικά σοβαρά μέσα του χώρου. Είναι επίσης εμφανές ότι αυτός ο συμπαγής πολιτικά χώρος που παραδοσιακά μπορεί να συσπειρώσει άνετα ένα 10 – 15%, δεν έχει πολιτική εκπροσώπηση, καθώς το κόμμα του κ. Βελόπουλου έχει επιλέξει την ταύτισή του με το εντελώς ακραίο κομμάτι της θρησκόληπτης δεξιάς, ενώ δεν υπάρχει καμία άλλη πολιτική προσωπικότητα αρκετά προβεβλημένη για να ηγηθεί ενός εγχειρήματος.. Έτσι από τη στιγμή που ο χώρος αυτός από τη μία πλευρά δεν εκπροσωπείται στη βουλή και από την άλλη η επιρροή του στην κυβέρνηση περιορίζεται μόνο στην τιμητική υπουργοποίηση στελεχών (που κατά τα άλλα είναι υποχρεωμένα να νομοθετούν με τα σκονάκια των σημιτοφυλάκων του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος), προκύπτει ένα ζήτημα ουσίας: Μήπως μια συγκυβέρνηση, ένας συνασπισμός δηλαδή δεξιών κομμάτων θα προωθούσε καλύτερα τα συμφέροντα της συγκεκριμένης συνιστώσας;

Και εδώ έρχεται να παίξει το ρόλο της η συγκυρία και η απλή αναλογική. Ο κ. Σαμαράς είναι κορυφαίος τακτικιστής, κάποιοι τον αποκαλούν και ιντριγκαδόρο και βέβαια διαβλέπει το αδιέξοδο και τα μέσα που έχει στη διάθεσή του, τα οποία, ας μη γελιόμαστε, φθίνουν όσο περνάει ο καιρός. Δεν μπορεί βέβαια ο ίδιος να εγκαταλείψει το κόμμα, καθώς θα (ξανά)χαρακτηριστεί αποστάτης. Αν όμως εκβιάσει τη διαγραφή του, θα μπορέσει πολύ άνετα να αποσύρει υπουργούς και βουλευτές του περιβάλλοντός του και να προκαλέσει εκλογές. Το γεγονός ότι οι εκλογές θα γίνουν με απλή αναλογική, αφενός θα λειτουργήσει ευεργετικά για τον ίδιο λόγω χαλαρής ψήφου και αφετέρου θα εξαναγκάσει τη ΝΔ, αν είναι πρώτο κόμμα, να συνεργαστεί μαζί του. Μόνο που τότε, θα μπορεί να επιβάλλει όρους ως προς τις πολιτικές και τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν τη νέα κυβέρνηση, την ώρα που ο ίδιος βέβαια θα συγκυβερνά.

Αν τώρα ο κ. Μητσοτάκης αρνηθεί να σηκώσει το γάντι, πράγμα που όπως φαίνεται αποτελεί τη στρατηγική που έχει επιλέξει, η σκληρή δεξιά του πτέρυγα τον περιμένει στη γωνία για να του δείξει την έξοδο, είτε επ’ ευκαιρία των μνημονίων της ακατονόμαστης χώρας, είτε φθείροντας τόσο την ηγεσία, ώστε να χάσει τις επόμενες εκλογές, πράγμα που μαθηματικά θα οδηγήσει σε εκλογή νέας ηγεσίας, οπότε όλα είναι πιθανά, καθώς είναι κοινό μυστικό ότι οι μηχανισμοί του κόμματος παραμένουν σαμαρικοί. Έτσι, καθώς εκτιμούν ότι ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ θα καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση (ο κ. Βαρουφάκης ήδη με δημόσια επιστολή του στον κ. Τσίπρα αποκλείει τέτοιο ενδεχόμενο ως στρατηγική του επιλογή, ενώ και στο Κίνημα Αλλαγής τα μηνύματα δεν είναι θετικά), πιστεύουν ότι στις δεύτερες εκλογές, ενωμένοι, με νέα ηγεσία και με ενισχυμένη αναλογική, θα επανέλθουν στην εξουσία.

Πρόκειται για ένα αν μη τι άλλο συναρπαστικό πολιτικό bras de fer, στο οποίο η κάθε πλευρά έχει τα ισχυρά της χαρτιά και τις δομικές της αδυναμίες, τόσο που κάνει κάθε πρόβλεψη ριψοκίνδυνη. Ο κ. Σαμαράς εμφορείται από έντονη αυτοπεποίθηση, αλλά στην κίνησή του αυτή θα βρει συνασπισμένη απέναντί του τη μιντιακή ολιγαρχία και αυτό θα του κοστίσει. Ακολούθως ο κ. Μητσοτάκης κινδυνεύει με ανταρσία από την ίδια τη βάση του κόμματος, η οποία συνθλίβεται ανάμεσα στις πλουτοκρατικές πολιτικές που αδυνατεί να κατανοήσει και στα μισητά πρόσωπα του σημιτισμού που αρνείται να αποδεχθεί.

Εκεί που και οι δύο κάνουν σοβαρό πολιτικό λάθος είναι η εκτίμησή τους για το imperium της δεξιάς και συνεπώς για τη δυναμική της πληγωμένης κεντροαριστεράς. Όσο και αν η politically correct αρθρογραφία βαυκαλίζεται για το αντίθετο, η ζεστή ακόμα υπόθεση της efood ανέδειξε μια ανέλπιστη δυναμική που de facto ακύρωσε πολιτικές της κυβέρνησης μέσα από μια (φαινομενικά) ακομμάτιστη σύμπραξη πεζοδρομίου – πληκτρολογίου, πρωτοφανή για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Γιατί μπορεί σήμερα η σύμπραξη αυτή να είναι πράγματι ακομμάτιστη και να εκπορεύεται από μια αίσθηση κοινωνικής δικαιοσύνης, όμως τίποτα δεν την εμποδίζει να μετεξελιχθεί σε κάτι περισσότερο πολιτικοποιημένο, ιδιαίτερα αν μια σοβαρή κεντροαριστερά βρει βηματισμό και ελκυστική εκπροσώπηση.