Ο νέος πτωχευτικός νόμος και η εκ νέου ποινικοποίηση της φτώχειας

Του Γεώργιου Σαρλή

Κάθε πολίτης θα αντιμετωπίζεται πια σαν να είναι επιχείρηση. Στο πλαίσιο αυτό δεν υπάρχει κανένα καθεστώς προστασίας της κύριας κατοικίας των φυσικών προσώπων

Την εγκληματολογία και πολλούς ακτιβιστές απασχόλησε από καιρό, ιδίως στις ΗΠΑ, η ποινικοποίηση της φτώχειας. Δεν χρειάζονται ξένα παραδείγματα για το τι σημαίνει μια τέτοια πολιτική. Στην Ελλάδα, ενώ βρισκόμασταν ήδη μέσα στην κρίση, ζήσαμε τη νομοθετική αλλαγή (Ν. 3943/2011) με την οποία η ποινική ευθύνη για τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο υποχώρησε στο «κατώφλι» των 5.000 ευρώ από τα 10.000 ευρώ όπου βρισκόταν.

Έτσι η απειλή και η πραγματικότητα της φυλάκισης λόγω της αδυναμίας να καταβληθούν χρέη που δημιουργούνταν εν μέσω μιας τέτοιας συγκυρίας έγινε μια εφιαλτική μέγγενη για όσους αναγκαστικά συντρίβονταν από την κρίση. Κι ενώ κατέρρεαν οικονομικά, φορτώνονταν νέα βάρη από τις ποινές και από τον βαρύ στιγματισμό της ποινικής καταδίκης.

Ευτυχώς ο νομοθέτης έπειτα από λίγα έτη άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι το ποινικό δίκαιο δεν είναι για να επιλύει τέτοια κοινωνικά προβλήματα.  Έτσι, η τάση αυτή ήδη μέσα στο 2015 (Ν. 4321/2015 και 4337/2015) είχε ανατραπεί, αφού η ποινική ευθύνη μετατοπίστηκε στη μη καταβολή χρεών άνω των 100.000 ευρώ. Παράλληλα πολιτικές αντιμετώπισης της φτώχειας και αντιμετώπισης της υπερχρέωσης (Ν. 4469/2017 και 4611/2019) δημιούργησαν νέο πλαίσιο ρύθμισης των χρεών, δηλαδή πλαίσιο ισορροπημένης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων και πρόληψης της δημιουργίας νέων ληξιπρόθεσμων χρεών.

Την ίδια περίοδο με τον Ν. 4336/2015 επεκτάθηκε η προστασία του Ν. 3869/2010 (νόμος Κατσέλη) έναντι χρεών στην φορολογική διοίκηση, στους ΟΤΑ και στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Ανάλογη προστασία συνεχίστηκε με τον Ν. 4605/2019 και τις παρατάσεις του. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτά τα τελευταία νομοθετήματα διατήρησαν υπό συγκεκριμένους όρους την προστασία της κύριας κατοικίας των ασθενέστερων, στοιχείο που λειτουργούσε σταθεροποιητικά για την κοινωνική υπόσταση των ατόμων μέσα στην κρίση.

Αυτές τις μέρες, όμως, ενώ αναπτύσσεται ήδη η πανδημικής αιτιολογίας οικονομική κρίση, συζητιέται στη Βουλή με υπερεπείγουσα διαδικασία, παρά τα περίπου 275 άρθρα του, ο νέος πτωχευτικός νόμος. Παράλληλα το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει καταθέσει σχέδιο νόμου με το οποίο περίπου 40.000 υποθέσεις του Ν. 3869/2010 (νόμος Κατσέλη) που εκκρεμούν στα δικαστήρια αναπροσδιορίζονται και υπάγονται αναγκαστικά σε νέο, δυσμενέστερο δικονομικό καθεστώς.

Η πρόταση δυσπιστίας της αντιπολίτευσης έδωσε την ευκαιρία να παρακολουθήσει κάποιος πιο καθαρά τη σχέση αναντιστοιχίας ανάμεσα στις ανάγκες που γεννά η προϊούσα κρίση και στον πτωχευτικό νόμο, που μεταξύ άλλων φέρνει ξανά στο προσκήνιο διατάξεις ποινικοποίησης της φτώχειας.

Κατ’ αρχάς πτωχός, δηλαδή άτομο που θα πτωχεύει, κατά κανόνα μετά από αίτηση των πιστωτών του, θα μπορεί να είναι πια όχι μόνο ο έμπορος ή ο επιχειρηματίας. Εγκαταλείπεται το σύστημα που ίσχυε ανέκαθεν στη χώρα μας. Στο εξής θα πτωχεύουν όλα ανεξαιρέτως τα φυσικά πρόσωπα (νοικοκύρης/ά, μισθωτός, ελεύθερος επαγγελματίας, συνταξιούχος κ.λπ.).

Πτώχευση σημαίνει πλήρης υπαγωγή στη διάθεση των πιστωτών, οι οποίοι, μέσω του λεγόμενου συνδίκου, τον οποίο διορίζει το δικαστήριο κατόπιν πρότασής τους, θα διαχειρίζονται την πτωχευτική περιουσία του οφειλέτη έχοντας πλήρη πρόσβαση σε αυτή, όπως και σε προσωπικά του δεδομένα και πληροφορίες (επιστολές, μέιλ κ.λπ.) και θα τη ρευστοποιούν κατά τα συμφέροντά τους.

Αυτή η νομοθετική στροφή σημαίνει ότι η προσωπική υπερχρέωση δεν γίνεται πια αντιληπτή ως κατάσταση που συνήθως προέρχεται από αδυναμία διαβίωσης, από ανάγκες κατανάλωσης, από κοινωνικές υποχρεώσεις ή από την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, λ.χ. προβλημάτων υγείας, ή από την κάλυψη ηθικών ή υλικών υποχρεώσεων έναντι μελών της οικογένειας (λ.χ. χρηματοδότηση σπουδών, γονική παροχή κ.λπ.).

Σαφώς εξισώνεται με την υπερχρέωση από εμπορική δραστηριότητα, που συνδεόμενη με την επιδίωξη κέρδους ενείχε την ανάληψη του ρίσκου και την απόδοση της ευθύνης για τις συνέπειες της επιχειρηματικής αποτυχίας έναντι των άλλων παραγόντων της αγοράς.

Κάθε πολίτης θα αντιμετωπίζεται πια σαν να είναι επιχείρηση. Στο πλαίσιο αυτό δεν υπάρχει κανένα καθεστώς προστασίας της κύριας κατοικίας των φυσικών προσώπων, όπως το γνωρίζαμε με τους Ν. 3869/2010 και 4605/2019, αφού τους δίνεται μόνο η δυνατότητα να γίνουν ενοικιαστές στα σπίτια τους. Χάνουν την ιδιοκτησία τους και έχουν μόνο δικαίωμα να τα μισθώσουν για 12 χρόνια, μετά τα οποία έχουν απλό δικαίωμα να προτιμηθούν στην επαναγορά τους με την καταβολή του αναγκαίου τιμήματος.

Βασικά περιουσιακά στοιχεία των πολιτών αντιμετωπίζονται, λοιπόν, αποκλειστικά ως assets και όχι ως μέσα διαβίωσης και κοινωνικής εξέλιξης.

Σε αυτό το πλαίσιο παρακολουθεί κανείς και τη διεύρυνση της λειτουργίας των ποινικών διατάξεων, που ήδη υπάρχουν στον Πτωχευτικό Κώδικα και μεταφέρονται άκριτα και στον πτωχευτικό νόμο. Διατάξεις ιδιαίτερα προβληματικές, ως υπερβολικά αόριστες και γεμάτες αξιολογικούς όρους και χωρίς ασφαλή ερμηνευτική βάση. Διατάξεις, όμως, που σήμερα αφορούν πάντως τη μικρή μειονότητα των εμπόρων.

Με την επέκταση του κύκλου εκείνων που πτωχεύουν, όμως, όλοι ανεξαιρέτως θα έρθουν πια αντιμέτωποι με τη φυλάκιση, αφού δεν ελήφθη καμία πρόνοια διόρθωσης των ποινικών προβλέψεων και προσαρμογής τους στη νέα προοπτική. Αυτή η διαπίστωση δείχνει το οξύ δικαιοκρατικό πρόβλημα που αναδεικνύεται.

Όλοι λοιπόν θα μπορούν να έρθουν αντιμέτωποι με ποινική ευθύνη στο πλαίσιο της πτώχευσης. Ακόμη και για πράξεις πριν από την κήρυξή της, μέσα στη λεγόμενη «ύποπτη περίοδο» -δηλαδή την περίοδο κατά την οποία δεν θα έχουν να πληρώσουν και θα έχουν έρθει ουσιαστικά, αλλά όχι τυπικά, σε κατάσταση πτώχευσης- ή για πράξεις ενώ βρίσκονται σε «κατάσταση επαπειλούμενης αδυναμίας κανονικής εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων».

Ακόμη και για πράξεις που ως μια αξιολογική «κινούμενη άμμος» θα μπορούσαν να καταπιούν όποιον παλεύει να επιβιώσει, εφόσον θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι λ.χ. «καταρτίζει ριψοκίνδυνες δικαιοπραξίες», με τρόπο που «αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης» ή ότι διαθέτει υπερβολικά ποσά «σε αντιοικονομικές δαπάνες» ή ότι προμηθεύεται εμπορεύματα με πίστωση και τα πράγματα που κατασκευάζει τα διαθέτει «σε τιμές ουσιωδώς κάτω της αξίας τους» ή και ότι «ικανοποιεί απαίτηση πιστωτή ευνοώντας τον έναντι των λοιπών».

Ένα έγκλημα λοιπόν του «πτωχού», όπως περιορισμένα τον ξέραμε, παίρνει πια διαστάσεις στοχοποίησης της κοινωνικής πλειονότητας και μεταστρέφεται από μια πράξη με ενδιαφέρον στενά επιχειρηματικό σε ένα είδος ποινικοποίησης των επερχόμενων εκδηλώσεων της φτώχειας. Είμαστε μπροστά στην αντιμετώπιση της διεύρυνσης μιας κατηγορίας εγκλημάτων που απειλεί να εμπλέξει στα δίχτυα της τους νεόπτωχους της πανδημικής κρίσης.

* Ο Γεώργιος Σαρλής είναι δικηγόρος, τέως γ.γ. του υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΓΗ