Παρανοούντες σε χώρο Ελλαδικό

Toυ Πέτρου Σατραζάνη

  

( Τέχνη, καλλιτέχνες, δικαίωμα κι ευθύνη. Σκέψεις από πολύ μακριά για κάτι που συμβαίνει από πολύ παλιά)

Τελευταία, αρκετά γεγονότα σχετικά με το ζήτημα των οικονομικών δικαιωμάτων των καλλιτεχνών επιμελώς αποκρύπτονται και μερικώς εξηγούνται. 

Είτε διότι νοήματα χωρίς την παραμικρή θεωρητική στιβαρότητα πλαγιοκοπούν τη θυμική και ηθική συνείδηση του μέσου πολίτη είτε επειδή η κατάσταση είναι τόσο παρεξηγημένη που οποιαδήποτε αξίωση αναφοράς σε θέματα αδιάβλητου χαρακτήρα και εξυγίανσης, συντρίβονται στο κενό.

Εν προκειμένω, δε θα στοχεύσουμε στην απαρίθμηση του τι πρέπει να κάνει η Πολιτεία, το Κράτος σε θεσμικό επίπεδο σήμερα, αύριο,τις επόμενες μέρες αλλά να σχολιάσουμε καυτηριάζοντας την τροπή που πήρε την έννοια της  »ευθύνης του καλλιτέχνη». 

Γνωρίζοντας ότι είναι δύσκολη μια τέτοια αναγωγή ωστόσο ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική, θα προσπαθήσω να τοποθετήσω ένα ζήτημα μέσω της παρουσίας του σε ένα άλλο.

Το ερώτημα ‘’Ποιος λειτουργεί επαγγελματικά και ποιος ερασιτεχνικά;’’ δύναται να απαντηθεί με την καταφατική διερώτηση ‘’ Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά’’* .

 Διαφόρων ποιοτήτων και ταχυτήτων επικλήσεις στα δικαιώματα και  στα συνδικαλιστικά ιδεώδη από ανθρώπους που δεν ασχολούνται με επαγγελματικούς κλάδους είναι συχνές αλλά σαφώς ουδεμία σχέση έχουν με τον πυρήνα μιας ευρύτερης και γενικότερης αυτοθέσμισης σε επίπεδο καλλιτεχνικό.

Το διχαστικό προνόμιο δυστυχώς δεν βασάνιζε τις προηγούμενες των γενεών αλλά ακάθεκτο επιμένει παροντικά να ροκανίζει.
Παρ’όλα αυτά  είναι πάντα χρήσιμο θεωρούμε να διευρύνεται η γκάμα προβληματισμών ειδικά όταν αυτοί είναι χρόνια στατικοί, και περιέργως μονομερείς.

   Το καθήκον μιας Κυβέρνησης είναι να προστατεύσει τα εισοδήματα των πολιτών στις πρωτόγνωρες αυτές συνθήκες. Μοιάζει απίθανο την ώρα που η ίδια αυτή κυβέρνηση κωλυσιεργώντας  χαρακτηριστικά να πάρει μέτρα για την όσο το δυνατό πιο καίρια αποφυγή ωστικού υφεσιακού κύματος λόγω ιού, περίμενε ξανά εντολές από τα γραφεία στις Βρυξέλλες.

 Μιλώντας ξανά για Τέχνη όμως…το πλέον ορμητικό πρόταγμα  από τις τραγωδίες του Αισχύλου, μέχρι τους στίχους του Νίκου Γκάτσου ήταν ότι ο λαός φέρει τον κανόνα του γούστου του. 

Σαφέστατα η λέξη »λαός» δεν προσπαθεί να τυποποιήσει μια ορολογία χαριν νοηματικής συντομίας-κάθε άλλο. 

Αμυνόμαστε με ισχυρά αντισώματα τόσο σε προγονοπληξίες όσο και σε ανιστόρητους αφορισμούς.

Μιλώντας για το νεοελληνικό τραγούδι και το πώς αποτύπωσε σε μια αυτάρκη γλώσσα κι έκφραση το χαρακτήρα και το ύφος του ενσωματώνοντας στο λαϊκό τρόπο τον λόγο είτε τον αμιγώς ποιητικό είτε τον εμμεσως, μπορούμε να πλατύνουμε ευχάριστα την κουβέντα (ίσως και να ήταν αναγκαίο σε ένα βαθμό) διότι πως να μιλήσεις για γλώσσα όταν δεν μπορείς να διανοηθείς τον λεκτικό »κατακερματισμό» που κάθε φορά η λογοτεχνία απέτρεπε. 

Μια καθαρεύουσα στα πρόθυρα του εναγκαλισμού με ένα παρελθόν που θυμίζει αττική διάλεκτο και ένα μέλλον όπου κάποιος θα γράφει όπως δεν μιλάει και θα μιλάει όπως δεν γράφει. Ποτέ όμως κι αξίζει να τονιστεί αυτό, η στιχουργική δεν υπήρξε μια ήσσονος σημασίας υποδεέστερης αξιακά τροπικότητα γραπτού λόγου. Ίσα ίσα υπήρξε πρωθύστερη της ποίησης.  Αυτό, όπως και αρκετά άλλα ζητήματα αφενός καλύπτεται μονομερώς αρα ανεπαρκώς από ‘’αναλυτές’’ δημιοσιογραφούντες είτε λογαριάζεται με τρόπο τόσο κυριαρχικά και μονομερώς ‘’σημερινό’’ που η ουσία της διερεύνησης του σήμερα, του τώρα, του ‘’συμβαίνει δίπλα μου ας το προσέξω’’  γίνεται φευγαλέα υπενθύμιση ενασχόλησης. 

Η απονενοημένη επαναληπτικότητα μιας παράδοσης για την παράδοση αποστεώνει το δομικό κορμό της πνευματικότητας ενός έργου που καταφθάνει από τα παλιά, θέτει σε κίνδυνο κάτι ουσιαστικό και κρίσιμο. Την ουσία της »ύλης» που το έκανε αδιαπέραστο-επιχειρείται μια θέαση στο παραδοσιακό της όποιας τέρψης, είναι η τυποποίηση ενός τρόπου λες και το ζήτημα της δημιουργίας -της κάθε δημιουργίας- είναι να καλλιεργηθούν καλές απομιμήσεις και όχι να βιωθεί ένα έργο ως γεγονός αποκάλυψης του λόγου που το έκανε αυτό που είναι. Να μοιάζει όπως μοιάζει και  να σημαίνει αυτό που σημαίνει.

Αρκετοί άνθρωποι δικαίως εγγεγραμένοι στο χώρο της τραγουδοποιίας πολλές φορές με έναν απαράμιλλο ζήλο τοποθετούνται είτε από την ορμή του δίκιου τους είτε λόγω μόδας είτε και λόγω ενταφιασμού της έννοιας της φράσης ‘’γράφω επίκαιρα’’ και μετεξελιγμένης σε »δημοσιολογώ κάνοντας παθολογικά κουτσομπολιό» .

Πολλές φορές, υπολήψεις ατιμώνονται, σπίτια κλείνουν και καρδιές χαλιούνται επειδή ο συρμός της αναρτησομανίας ρίχνει σε μια βόρβορη  ανάγκη υπο-διαλόγου συνομιλητές ως αντιπάλους.

Συνήθως, μετά το πέρας ενός τυπικού εβδομαδιαίου κύκλου οι παρεξηγήσεις λύνονται-σπασμωδικές εξηγήσεις δίδονται εκατέρωθεν και προγραμματικές εξαγγελίες αγάπης, σχεδόν παρανοικά αποσιωπούν την προηγούμενη κούρσα αναμολόγητων κι ομολογημένων χαρακτηρισμών.

Άλλες φορές οι λόγοι ήταν μάλλον αφορμές που αμφότεροι απο καιρό περίμεναν, επομένως ουτε γάτα ουτε ζημιά. Η προοπτική της συνύφανσης μιας υποτυπώδουςς συμπόρευσης σκεπτικού αποδείχθηκε μάταια.

Τα ερεθιστικά όπλα που παρέχει εντός της η σφαίρα του εγωτικού διαλόγου στα κοινωνικά δίκτυα, απαντάται αμφίτιμα σε κλίμακα άγονης παραδοξότητας και  μπορούμε τίμια και συνοπτικά να παραδεχθούμε τα εξής :

Μπορείς να παρέμβεις γράφοντας, πιο πολύ με τη σκέψη από ότι μιλάς γράφοντας.

Μπορείς να γράψεις, χωρίς να δεις τις αντιδράσεις του/των συνομιλητών στους οποίους απευθύνεσαι

Ο σχολιασμός σου καλείται να αποδώσει την ένταση της κατάστασής  σου τη δεδομένη στιγμή- εαν έγραφες θυμωμένος πρέπει να αποδοθεί ο θυμός ακριβώς όπως τον ένιωσες. Διαφορετικά πάει χαμένος τόσος θυμός και αφετέρου είναι κρίμα να μην τον λάβει ο παραλήπτης του.

Η διαδικασία αυτή σκάβει εντός μιας εγκυμονούσας οπής που τείνει να ξεχειλώσει και να γίνει μαύρη τρύπα όπου τίποτα απ’όσα είπαμε δεν ξεγράφονται αλλά καταγράφονται ακαριαία σε μια μνήμη software που έχει αποθηκεύσει, ‘’σώσει’’ όπως λεμε, την έκφραση της επιθυμίας.

Βυθισμένοι όλο και περισσότερο στο ψευδοτεκμήριο της κατά φαντασίαν ανάγκης τους, οι εραστές της αντιδικίας για την αντιδικία στα social media μετέρχονται τον ρόλου αυτού του τύπου που συναντούσαμε σε στέκια, κουτούκια, οικογενειακά τραπέζια και γενικώς σε εκφάνσεις πολυσυλλεκτικότητας · τότε που φαινόταν το χρώμα του προσώπου όταν αντρδρούσες και ο τόνος της φωνής σου υπέκυπτε κι αυτός σε μικροφάλτσα όσο όδευες προς το κρεσέντο. 

Μιλούμε για τον γνωστό -άγνωστο μπαχαλοποιό κουβέντας, με την ενοχλητική φωνή που πάντοτε διέκοπτε, δεν περίμενε την ολοκλήρωση της φράσης σου ή βιαστικά συμπαίρενε όσα εσύ μετα κόπων έθεσες συντεταγμένα σε νόημα.

Όμως πίσω, κάτω και δίπλα απο όλα αυτά υφίσταται και μετρά την υπολογίσιμη δύναμή του ο αργός και υποψιασμένος θεατής/ακροατής/πολίτης.

Είναι εκείνος που δεν ανοίγει πλέον τις αναρτήσεις περί δηλώσεων ενός κουραστικού, αν μη τι άλλο, τυποποιημένου καστ απαντήσεων. Είναι επίσης εκείνος που δεν ικανοποιείται με το λάδι στη φωτιά των εντυπώσεων όπου οι αριστεροί απαντούνε »έτσι» και οι δεξιοί απαντούνε »αλλιώς» που αρνούμενος να μεμψιμοιρήσει είτε εξωραΐζοντας είτε συκοφαντώντας μέσα σε μια μέρα τον ίδιο καλλιτέχνη, έχει συμβιβαστεί με την ανθρώπινη φύση και κατανοεί πως η σημερινή αίρεση ίσως γίνει η αυριανή ορθοδοξία.

Είναι αυτός που δεν περιμένει από κανέναν καλλιτέχνη να του πει πως να ζήσει, αλλά σεβόμενος τη δουλειά του -δηλαδή το πνευματικό του έργο, τον κρίνει στη βάση αυτού και των πτυχώσεων της δυναμικής του . 

Μια τέτοια φυσιογνωμία, που ίσως και τρόπον τινά ιδεατά στοιχειοθετούμε είναι η μορφή του εαυτού μας, που δεν τον γοητεύει η μανία της κλωνοποιημένης γνώμης ο συνδικαλισμός των ‘’έξω από το χορό’’ κι ο βλοσυρός καγχασμός όσων δεν διακινδύνευσαν ούτε γραμμάριο υπεύθυνα δημόσιας παρουσίας. Η καλλιέργεια στην κοινή γνώμη της εικόνας ενός καλλιτέχνη, είναι μια υπόθεση που εμπνέει περισσότερο κι από τον ίδιο τον καλλιτέχνη- κάποιος δηλαδή που ακολουθεί την περσόνα του ταλαντούχος ή μη την λούζεται κάποια στιγμή . 

Το λειτούργημα όμως που ασκεί είναι μια σεβάσμια διαδικασία που όσο την κυνηγάει η τρέλα τόσο την κατευνάζει η σύνεση κι όσο η μέθη της εκρηκτικής ανάγκης για πλάνη μέσα στην ίδια την πλάνη της ζωής την κάνει αδιαβάθμιτα αναγκαία τόσο το χέρι της Εξουσίας τον καλεί σε χορό. 

 Και είναι η στιγμή που αναρωτιέσαι εάν η τέχνη οδηγεί τον καλλιτέχνη ή ο καλλιτέχνης οδηγείται από την κοινωνία. Όποιος τα ξεχώρισε, έσφαλε. Μα κι όποιος τα συνέδεσε με μιας, διέπραξε επίσης λάθος. 

Η προνομιούχος θέαση των γεγονότων γίνεται επίκεντρο και πυθμένας, κορυφή και περιφέρεια όταν το μάτι της λοξής εκλέπτνυσης του καλλιτέχνη είναι αυτό που παρατηρεί. 

Η επίγευση που φέρει σαν τελείωμα καπνιστού ουίσκι μια ένταση μέσα σε μια μορφή μας αποκαλύπτεται η ίδια, καινοφανής και σίγουρη -και είναι αυτή που παρατηρούμε να σταμπιλάρει την έκτασή της μέσα στο συμπλεγματικό κόσμο των αριθμών και των αποδείξεων, αυτού που μας τραβολογάει μανιακά και επίμονα να σκεφτούμε και να πράξουμε σαν τεμάχια αγορασμένα με πλαστικό χρήμα σε διατραπεζική συναλλαγή.

Έτσι οι απαντήσεις που δίνει η που δεν δίνει η τέχνη διαφέρουν από τις ιδέες του καλλιτέχνη που την ασκεί. 

Σαν μια δύναμη που εφορμά με κοσμικό θράσος στο επέκεινα κάνοντας το δρομολόγιο μιας ζωής βιολογικά πεπερασμένης κάπως πιο ρυθμικό, πιο πλούσιο, λιγότερο αγχωτικό κι άρα ίσως πιο πολύ ελεύθερο.

Η σιωπηλή εποχή αποκτά τη φωνή που ήδη έχει, αλλά δεν αναγνωρίζει, και οι κατά συνθήκη ελπιδοκράτορες, φανφαρολόγοι και κενόδοξα ισχυρογνώμονες δοκιμάζουν τη σιωπή που τους αναλογεί.

Και είναι μήπως αυτό; Ας το πούμε με όσο ευθύτητα διαθέτουμε, το ξεχασμένο δάσος που το δάχτυλο δείχνει, κι όχι το ίδιο το δάχτυλο που οι εθελότυφλα βαρύκοες στέκονται και κοιτάζουν.

Φράση του Ρήγα Φεραίου, από το έργο του «Φυσικής Απάνθισμα»