Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Προσωπικές παρατηρήσεις

Του Ροβήρου Μανθούλη

Η Ελληνική Βουλή είναι πρωτότυπη. Τουλάχιστον για όσους βλέπουν τις συνεδριάσεις της κατά διαστήματα. Είναι πολύ συχνά προφανές ποιός ομιλητής είναι πειστικός και ποιος όχι. Το ποιος δεν είναι το αντιλαμβάνεσαι από τις κραυγές που καταβάλει για να συγκαλύψει μια αλήθεια που δεν τιμά την ιστορία της παράταξής του ή τον ίδιο, στα πόστα στα οποία μετείχε. Στην συγκάλυψη της αλήθειας βοηθάει και η συχνή χρήση χλευασμού. Ο οποίος, σε συνδυασμό με έναν αποκοιμίζοντα βερμπαλισμό, ούτε εντυπωσιάζει ούτε πείθει. Ο πολίτης που ενδιαφέρεται για τα κοινά περιμένει να ακούσει συγκεκριμένα, σύντομα και αληθοφανή επιχειρήματα. Επί τον τύπον των ήλων, κατά τα Γραφάς.

Παρακολουθώ τις δηλώσεις και τις αψιμαχίες τις σχετικές με την μεγάλη καταστροφή που μας βρήκε προ ημερών. Ευθύνες μπορούν να αναζητηθούν στην κυβερνητική αντιμετώπιση της τραγωδίας. Αλλά δεν μοιάζει να υπήρξε αμέλεια. Πώς θα μπορούσε άλλωστε αριστερός ή δεξιός να μείνει ασυγκίνητος μπροστά στην ανθρώπινη αυτή συμφορά; Αλλά, εντελώς αντικειμενικά, ποιός μπορεί να ισχυριστεί, ότι η αιτία της καταστροφής δεν ανάγεται σε αμέλειες του βαθιού παρελθόντος; Oτι ίσως πάνω από 500.000 παράνομα σπίτια έχουν χτιστεί στην Ελλάδα και ότι κανένα ρυμοτομικό σχέδιο δεν τα περιέλαβε; Και ότι η Συμπολίτευση δεν παρέλαβε στο μεταξύ ένα μνημονιακό τέρας μακρόχρονης περιπέτειας για την διάσωση της χρεοκοπίας;

Όλοι οι Έλληνες γνώριζαν – και θα’ λεγα αποδέχονταν αδιαμαρτύρητα – το «Δίκαιον του αυθαίρετου κτίσματος». Το είχαν ενστερνιστεί όλες οι κυβερνήσεις του παρελθόντος. Και, αν θυμάμαι καλά, δεν είδα ποτέ από κανένα μια βίαιη πρόταση στη Βουλή για την εφαρμογή επιτέλους των Νόμων.

Οι σημερινοί πολιτικοί της αντιπολίτευσης δεν είναι υποχρεωτικό να είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις των μεντόρων τους. Πράγμα που τους αποδεσμεύει από την υποχρέωση συγκάλυψης λαθών του παρελθόντος. Η ειλικρίνεια είναι ένα από τα ισχυρότερα παράγωγα που οδηγούν την αντιπολίτευση στη συμπολίτευση.

Η φλυαρία ως νέφος που παράγει συγκίνηση στη θέση του γόνιμου επιχειρήματος είναι προφανές ότι αποτελεί αδυναμία πειστικότητας.Ιδιαίτερα όταν αποτελεί σημείο αναγνώρισης του ομιλητή. Όσο για τηνειρωνεία δεν είμαι βέβαιος ότι εξυπηρετεί σαν ενίσχυση του αληθούς της σκέψης. Μάλλον υποβιβάζει τον πολιτευτή τον οποίον μετατρέπει σε πολιτικάντη. Μόνο το ευφυές χιούμορ, σε αντιπαραθέσεις πάνω σε κρίσιμα θέματα, όπως αυτό του Τσόρτσιλ και του Γεωργίου Παπανδρέου, μπορεί να χρήσει ρήτορα τον ομιλητή.

Δεν καταλαβαίνω, για παράδειγμα, γιατί ένας από τους πιο εργατικούς και πιο προσεκτικούς βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου, οΓιώργος Μαυρωτάς,καταφεύγει στην ειρωνεία, τελευταία, για να ενδυναμώσει απόψεις που μοιάζουν από μόνες τους σοβαρές. Η ειρωνεία είναι αρκετή για να σε κάνει να τις αντιμετωπίσεις ως ύποπτες.

Ο «Αντιπολιτευτισμός» είναι μια δύσκολη επιχείρηση και κουραστική για τους πολίτες όταν αγωνιά να υπερασπιστεί – και μάλιστα θορυβωδώς – τις παρασάγγες και μόνο που την χωρίζουν από την κυβέρνηση. Δηλαδή, στην άσκηση της Αντι-πολίτευσης. Να υπερασπίσει το «Αντί» και μόνο.Συμπολίτευση και Αντιπολίτευση δεν αποτελούν εχθρικά στρατόπεδα. Σε άλλες χώρες, το Εθνικό Πένθος θα είχε συνενώσει όλες τις πολιτικές δυνάμεις σε συμπαράσταση με όσους αγωνίστηκαν, καλώς ή κακώς, για να το αντιμετωπίσουν. Ευτυχώς το φαινόμενο δεν είναι γενικευμένο. Αλλά δυστυχώς ελάχιστοι είναι οι Μαυρωτάδες.

Έχω δει από πολύ κοντά πολλά ξένα κοινοβούλια, Μερικά τα έχω κινηματογραφήσει. Πουθενά δεν έχω δει Αντιπολίτευση που να είναι σκέτο άθλημα, όπως στην Ελλάδα. Κάτι που δεν είδαμε παλαιότερα στην αντιπολίτευση ούτε του Κωνσταντίνου Καραμανλή ούτε του Ηλία Ηλιού, ούτε του Λεωνίδα Κύρκου, ούτε του Γιάγκου Πεσμαζόγλου, ούτε του Γεωργίου Ράλλη. Πολιτικούς που έχω ακούσει στη Βουλή και που έχω γνωρίσει από πολύ κοντά. Δεν βλέπω γιατί η Συμπολίτευση, η Αντιπολίτευση ή έστω ένας από τους βουλευτές τους δεν μπορεί να υποστηρίξει μια πρόταση της αντίθετης παράταξης, πρόταση που θα μπορούσε να την είχε φέρει και ο ίδιος προς ψήφιση!

Με τον Γεώργιο Ράλλη, Υπουργό Παιδείας, είχαμε μια ενδιαφέρουσα συνεργασία όταν ήμουν στη ΕΡΤ. Ερχόταν συχνά στο γραφείο μου για να ετοιμάσουμε προγράμματα για την αλλαγή της καθαρεύουσας από την δημοτική στη γλώσσα των νόμων και του κράτους γενικότερα. Τα προγράμματα έπρεπε να είναι πειστικά «γιατί δεν απευθύνονται στους δημοτικιστές – μου έλεγε – αλλά στους… δεξιούς ψηφοφόρους μας!. Και να σκεφτείς – πρόσθεσε – ότι σε μένα δεν μου πάει καθόλου η δημοτική!».

Σημειώνω μόνο, προς άρση κάθε παρεξηγήσεως, ότι είμαι ακομμάτιστοςουμανιστής, παλαιός πολεμιστής της Ευρωπαϊκής Δημόσιας αντικειμενικής Ραδιο-τηλεόρασης αν και ίσως επικίνδυνος παρατηρητής.

ΑΠΟ ΤΗΝ HUFFPOST