Πώς γίνεται να προχωράμε, αλλά το μέλλον να είναι πίσω;

Του Νίκου Λακόπουλου

Καθώς σχεδόν όλα τα κόμματα αυτό τον καιρό συνεδριάζουν ή προετοιμάζουν συνέδρια το ΠΑΣΟΚ -που «δεν είναι εδώ» μάλλον είναι …παντού.

Από την κυβέρνηση Μητσοτάκη μέχρι τη νέα κεντρική επιτροπή του ανανεούμενου ΣΥΡΙΖΑ. Πίσω από την κουρτίνα του Κινάλ και τα ερείπια του ΠΑΣΟΚ -ενός κόμματος που κάνει συνέδριο με συνέδρους άλλου κόμματος!

Το φάντασμα του Ανδρέα Παπανδρέου πλανάται πάνω από την Ελλάδα καθώς η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ το …μελετά ως «ιστορικό φαινόμενο» -είπε πόσφατα ο Νίκος Παππάς. Αλλά ποιος από όλους είναι ο «δικός» μας Ανδρέας Παπανδρέου;

Στο μεταξύ ξεχασμένοι συνδικαλιστές του κινήματος και πρώην βουλευτές, στελέχη του «οραματικού» ΠΑΣΟΚ -όπως είπε ο Αλέξης Τσίπρας ανέλαβαν μαζί με τον ….Απόστολο Γκλέτσο να «πάρουν τον ΣΥΡΙΖΑ στα χέρια τους». Ωραία!

Από τα μισόλογα για ένα «σύγχρονο μαζικό κι αριστερό κόμμα» και τα πρώτα κυβερνητικά μέτρα για την ιδεολογική παλινόρθωση της Δεξιάς με πολλούς συμβολισμούς καταλαβαίνουμε πως το μέλλον είναι πίσω μας. Τα κόμματα δεν αγγίζουν το μέλλον. Απλώς θέλουν να διορθώσουν το παρελθόν.

Τα κόμματα αποφεύγουν στα συνέδρια τα δύσκολα ερωτήματα, διανόηση δεν υπάρχει στην χώρα και μάλλον την πολιτική εκπροσώπηση ανέλαβαν από καιρό τηλεπαρουσιαστές, δημοσιογράφοι της εικόνας και φωτομοντέλα -μαζί με εμπόρους ιδεών που πουλάνε πατρίδα και εθνικό συμφέρον σε καλές τιμές προσιτές στον αγνό και πάντα αθώο «λαό».

Το τέλος των μύθων

Πάνω στην κρίσιμη στιγμή η καρικατούρα μιας παλιάς Δεξιάς -πάνω στον άξονα «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» χτίζει το «Ησυχία-τάξις και ασφάλεια» σαν άλλες εποχές.

Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίστηκε με ένα δερμάτινο μπουφάν σε διαδήλωση ξανά, αλλά είχε να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα. Να πάει ως την αμερικάνικη πρεσβεία ή όχι;

Δεν έχει περάσει και πολύς καιρός που η κυβέρνησή του -δια του υπουργού Άμυνας- προσέφερε νησιά για να γίνουν κι άλλες αμερικάνικες βάσεις. Είχαμε εθνική ανεξαρτησία και την χάσαμε με την κρίση ή δεν είχαμε ποτέ, οπότε δεν χάσαμε τίποτε;

To μνημόνιο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ήταν αναγκαίο κακό ή το τέλος μύθων και ψευδαισθήσεων μιας άλλης εποχής όπου «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» και «Έξω οι Βάσεις του Θανάτου». Τελικά ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα αυτής της χώρας, αν δεν είναι οι ιμπεριαλιστές, οι «ξένοι» και οι «άλλοι»;

Το επικείμενο συνέδριο του νέου ΣΥΡΙΖΑ ή ενός νέου κόμματος ακόμα κι αν δεν αλλάξει τον τίτλο του- μάλλον έχει να θέσει και να απαντήσει σε πολύ περισσότερο θέματα από το αν το κόμμα είναι το νέο ΠΑΣΟΚ ή όχι.

Άλλωστε εκκρεμεί το ερώτημα με ποιο ΠΑΣΟΚ είμαστε -καθώς από το 1974 μέχρι το τέλος του το κόμμα αυτό -ή καλύτερα το «κίνημα» μετατοπίστηκε από την άκρα Αριστερά στο Κέντρο και μια νέα Δεξιά που εκφράζεται πολύ καθαρά από την βάση του Κινάλ και τις θέσεις που υποστηρίζει.

Έχοντας ενσωματώσει την «πατριωτική ακροδεξιά» -ως κίνημα ναι μεν σοσιαλιστών, αλλά πάνω από όλα Ελλήνων -όπως μας λέει και το σύνθημα «η Ελλάδα στους Έλληνες»- το ΠΑΣΟΚ ως καθόλου ηρωική ιστορία δεν είναι κόμμα για μίμηση.

To ΠΑΣΟΚ του ΄80 χτίστηκε πάνω στο κατακρεουργημένο πτώμα του ΠΑΣΟΚ του ΄70- από όσους θέλαν να πουλήσουν το αίμα του Διομήδη Κομνηνού με αντάλλαγμα μίζες και εξουσία και μάλλον έβρισκαν εκείνο τον Ανδρέα πολύ …αριστερό.

Το ερώτημα αναπαράγεται σήμερα με το δίλημμα αν θέλουμε κόμμα αριστερό ή «κόμμα εξουσίας». Η σύγχυση θα γίνει τέλεια σαν υλικό για ταινία των Μόντι Πάιθονς -που εμφανίστηκαν στην φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου με την βοήθεια μιας ελπιδοφόρας ομάδας της νέας γενιάς που ίσως θέσει από την αρχή τα ερωτήματα:

Τι έκανες στο Πολυτεχνείο παππού; Τι σημαίνει σήμερα αριστερά και τι θα πει «σύγχρονο αριστερό κόμμα»; Μήπως πρέπει να συζητήσουμε ανοιχτά αν κάπου κάναμε λάθη;

Η ιδεολογική επέλαση του συντηρητισμού και η δεξιά -έως παλαιοδεξιά- μετατόπιση της ελληνικής κοινωνίας -όχι μόνο λόγω της οικονομικής κρίσης- προσφέρει ένα άλλοθι στον «επαγγελματικό» αντιφασισμό, όπου η Αριστερά ερμηνεύεται εύκολα ως αντιδεξιά και δύναμη ενός ηρωικού μεν, αλλά παρελθόντος.

Η κρίση της πολιτικής

Η έξοδος από μια πολιτική μαζί με την οικονομική κρίση δεν μπορεί να είναι φυγή προς τα πίσω. Εκεί περιμένει ένα μακάβριο παρελθόν, εφιάλτες που πολλοί θέλουν να μετατρέψουν σε πολιτική πρόταση με βλοσυρό βλέμμα, μίσος και διάθεση να εκδικηθούν και να τιμωρήσουν -ως πολιτική δικαίωση.

Στο μεταξύ η πολιτική αντικαταστάθηκε από την διαφήμιση, η «νέα» Αριστερά αντί για ιδέες προτιμά παλιά πολυφορεμένα σλόγκαν, ο πολίτης γίνεται ψηφοφόρος -και μάλιστα με ένα κλικ από το σπίτι του- και δεν έχει σημασία πια τι λές, αλλά τι φοράς όταν το λες.

Φτάνει άραγε για να «αλλάξουμε τον κόσμο» ένα …μπουφάν ή να μη φοράμε γραβάτα; Το μέλλον είναι αλλού και η έξοδος από την κρίση θα εκφραστεί με νέες ιδέες, νέες προτάσεις και φυσικά νέες φάτσες πρώτα στον πολιτισμό και μετά στην πολιτική.

Η έξοδος από τα μνημόνια θα είναι πρώτα πρώτα το τέλος της φοβίας για το μέλλον. Το τέλος της κρίσης, όσο αργόσυρτο κι αν είναι, θα διαμορφώσει ένα νέο πολιτικό σκηνικό, όπου δεν έχουν θέση άταφα νεκρά της μεταπολίτευσης.

Ανάμεσα σε αυτά τα κόμματα είναι και ο παλιός ΣΥΡΙΖΑ -που όπως φαίνεται καθαρά κι όπως έδειξε και η τύχη που είχε το κόμμα του Λαφαζάνη- δεν είχε ξακαθαρίσει αν θα πρέπει η Ελλάδα να μείνει ή να φύγει από την «ΕΟΚ των μονοπωλίων» κι αν η λύση είναι η …επιστροφή στη δραχμή.

Η Αριστερά υπέστη αυτή τη φορά μια ήττα που δεν είναι στρατιωτική, αλλά ιδεολογική. Από αυτή την πλευρά όσοι στριμώχνονται για την διαθήκη της 3ης Σεπτέμβρη, σε εκδηλώσεις που μοιάζουν με κηδείες, μάλλον έχουν χάσει το τρένο.

Το ΠΑΣΟΚ τελικά απέτυχε -όπως δείχνει και η τραγική πορεία της Ελλάδας από την ελπίδα στην απόγνωση και την φτώχεια. Όπως απέτυχε και «πρώτη φορά αριστερά»-που δεν θα πήγαινε σε …νέα Βάρκιζα και οδηγήθηκε σε ένα ιδεολογικό στριπ-τιζ και την πικρή γεύση της ήττας.

Κάθε φορά που ξεκινάμε πάλι με ηρωισμό και υψωμένες σημαίες θα πρέπει να ξέρουμε και ποιοι είμαστε, τι θέλουμε και πού πάμε. Ποιος είναι δηλαδή ο εχθρός και τι φταίει, τι πρέπει να γίνει σ΄αυτή την ψωροπερήφανη και πάντα αυτοπροδομένη – χώρα.

Και την πάντα περήφανη «θρησκευτική» Αριστερά που μάχεται πάλι την …ΕΡΕ, δικαιώνεται από την άνοδο της Ακροδεξιάς, κορδώνεται και πάλι προς την ήττα τραβά. Περήφανη, αυτή τη φορά και για μάχες που δεν έχει δώσει.