Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Στο μυαλό του «Σουλτάνου»

Του Ανδρέα Μπελιμπασάκη

Τα φημισμένα τσιγάρα Camel, ως γνωστόν, φτιάχνονται από τουρκικά χαρμάνια και απολαμβάνονται ακόμη και σήμερα, στην υστερική αντικαπνιστική εποχή, σε ολόκληρο τον κόσμο. Το ζήτημα είναι, ότι παρότι πιστεύει ο μέσος Δυτικός, στην Τουρκία δεν υπάρχουν καμήλες…

Από εδώ ξεκινάει ένα θεμελιώδες πολιτικό πρόβλημα. Η κατανόηση μιας χώρας τέτοιου μεγέθους και στρατηγικής σημασίας από τους «ξένους» δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η Τουρκία δεν μοιάζει με καμιά χώρα της Δύσης ή της Ανατολής. Η Τουρκία του Ερντογάν είναι ακόμη πιο ιδιόμορφη και πολύπλοκη χώρα. Οι τουρκικές εθνικές ονειρώξεις θυμίζουν σε έναν βαθμό τις αποικιοκρατικού τύπου εθνικιστικές αναφορές αυταρχικών καθεστώτων που κυριάρχησαν στην Ευρώπη περί τα τέλη του 19ου αιώνα. Η σημερινή Τουρκία δημιουργεί τον μύθο του «δέσμιου γίγαντα» που ασφυκτιά στα ανατολικά, νότια και δυτικά του σύνορα. Είναι η εποχή που όλος ο κόσμος λέει «όχι» στους Τούρκους και ο Ερντογάν απαντά: «Αν δεν μας αγαπούν και δεν μας σέβονται, θα μας φοβούνται».

O έξαλλος νεοεθνικιστικός λόγος του Ερντογάν, γεμάτος παράλογες εκρήξεις θυμού, δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στη φιλοσοφία μιας χώρας με εξαιρετικά ανεπτυγμένη αίσθηση ισχύος και μεγαλομανίας. Η απάντηση βρίσκεται στο παρελθόν του Ερντογάν. Την εποχή που προσιδίαζε σε γραφική περιθωριακή φιγούρα. Ο Ερντογάν εντάχθηκε στην αντικομμουνιστική «Τουρκική Εθνική Ένωση Φοιτητών» στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Μέχρι τότε η μοναδική του ενασχόληση ήταν το ποδόσφαιρο. Το 1974 έγραψε ένα θεατρικό έργο με πολιτικοθρησκευτικές προεκτάσεις, το οποίο σκηνοθέτησε αλλά και πρωταγωνίστησε. Σε αυτό παρουσίαζε τη μασονία, τον κομμουνισμό και τον ιουδαϊσμό ως «διαβολικά πράγματα». Συμφοιτητές του από εκείνη την εποχή λένε ότι είναι κρίμα που δεν υπήρχε Youtube για να αποθηκεύσει το πολιτιστικό πόνημα που ξεπερνούσε τα όρια του κλαυσίγελου. Όσοι όμως υποτίμησαν τον θρησκόληπτο νεαρό το πλήρωσαν.

Ισλάμ: Ένα «νέο» πολιτισμικό ορόσημο

Ο Ερντογάν έκρυβε πολλά μυστικά και είχε σχηματίσει από νωρίς το «όραμά» του. Έπρεπε μέσα στην καρδιά του μισητού κεμαλισμού και του υποτιθέμενου κοσμικού κράτους να επιβληθούν μεθοδικά τα σύμβολα του Ισλάμ στον δημόσιο βίο και να ενισχυθεί η εικόνα του καταπιεσμένου και περιφρονημένου μουσουλμάνου από τη χριστιανική Δύση. Δεν χρειαζόταν μόνο πολιτική αλλαγή στην Τουρκία και νέα πολιτικά κόμματα -που ούτως ή άλλως εμφανιζόντουσαν ύστερα από κάθε στρατιωτικό πραξικόπημα- αλλά κυρίως ένα νέο πολιτισμικό ορόσημο: Το Ισλάμ. Το ερώτημα ήταν ποια στρατηγική και μεθοδολογία θα υλοποιούσε αυτόν τον ηράκλειο άθλο. Στην ταραγμένη πολιτική ιστορία της Τουρκίας καθ’ όλη τη διάρκεια της μετακεμαλικής εποχής, πολλοί ικανοί και μορφωμένοι Τούρκοι πολιτικοί επιχείρησαν να διεισδύσουν, να μεταρρυθμίσουν και να αφήσουν το αποτύπωμά τους σε αυτό το τόσο πολύπλοκο κράτος. Όλοι απέτυχαν.

Ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, επανειλημμένως πρωθυπουργός και πρόεδρος Δημοκρατίας, το 1995 σε συνέντευξή του ομολόγησε ότι «εάν εφαρμόσουμε τη δημοκρατία, όπως μας ζητάει η Ευρώπη, θα διαλυθούμε ως κράτος κι αυτό δεν θα το αφήσουμε να συμβεί».

Την απάντηση έδωσε μόνο ο θρησκόληπτος, «πρωτόγονος», απλοϊκός στη σκέψη, αλλά τόσο πρακτικός Ερντογάν: Ο κεμαλισμός μπορούσε να συντριβεί μόνο με τις ίδιες τις μεθόδους του. Η κεμαλική ιδεολογία που στην Τουρκία τελικά μετατράπηκε από κρατική ιδεολογία σε ένα είδος θρησκευτικού τοτέμ, είχε πυλώνες τον εθνικισμό, τον κρατισμό και τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους – όχι με την έννοια του διαχωρισμού κράτους-θρησκείας, αλλά υπάγοντας τη θρησκεία στον έλεγχο του κράτους.

Ο Ερντογάν κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να αλλάξει τίποτα. Θα αχρήστευε την εξουσία του κεμαλισμού, το στρατιωτικό κατεστημένο και την κοσμική επιχειρηματική ελίτ, με τα ίδια της τα εργαλεία. Το κράτος-πατέρας (Devlet Baba) θα συνέχιζε να υπάρχει παντοδύναμο, ενώ θα έδινε στους συντηρητικούς Τούρκους -τη συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας- αυτό που απαιτούσε: Έναν πανίσχυρο αυταρχικό ηγέτη που θα θύμιζε τον Κεμάλ Ατατούρκ. Χρειαζόταν μόνο ένα αποτελεσματικό «παρακράτος» που θα αναλάμβανε τη «βρόμικη» δουλειά και θα δημιουργούσε μια φαντασιακή κατάσταση με εχθρούς (πραγματικούς και εικονικούς) και νέα -ισλαμικά- σύμβολα αντίστασης.

Το πανταχού παρών παρακράτος

Το τουρκικό «βαθύ κράτος», το παρακράτος δηλαδή, έχει τις ρίζες του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και κυρίως στη δράση των μυστικιστικών οργανώσεων των Νεότουρκων. Επρόκειτο για ένα πλέγμα κρατικών και παρακρατικών δομών, που στο όνομα του έθνους παραβίαζαν κάθε έννοια κράτους δικαίου και δημοκρατικών δικαιωμάτων. Είναι ακριβώς αυτό το παρακράτος που οργάνωσε το πογκρόμ των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1955 με την επονομασία «Τομέας Ειδικού Πολέμου». Όταν το 1971 ο Τούρκος αρχηγός ΓΕΕΘΑ ζήτησε κονδύλια από τον πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετζεβίτ για τον «Τομέα Ειδικού Πολέμου», ο Τούρκος πρωθυπουργός έκπληκτος αποκάλυψε ότι πρώτη φορά ακούει για την ύπαρξη αυτής της οργάνωσης.

Ο Ερντογάν βρήκε έτοιμη τη δομή του παρακράτους. Θα ακολουθούσε τις κεμαλικές μεθόδους διακυβέρνησης, αλλάζοντας μόνο ανθρώπους και θα επιχειρούσε κάτι, όχι ιδιαίτερα δύσκολο: Μια «επιστροφή» 100 χρόνων, στην ιδεολογία της οθωμανικής αυτοκρατορίας και της παράδοσής της. Ο λαός θα εκλαμβάνεται ως μια ενιαία κοινότητα που μακροπρόθεσμα δεν θα υπάρχουν διαφορές. Η κοινότητα θα προοδεύει, χωρίς να υπάρχουν συγκρούσεις, ώσπου στο τέλος το αποτέλεσμα θα είναι μια καλύτερη και πιο δυνατή Τουρκία. Ο διάλογος θεωρείται χάσιμο χρόνου και ο αντίλογος εχθρική πράξη.

Δεκαεπτά χρόνια πριν ο Ερντογάν ήταν η ελπίδα του ισλαμικού και του δυτικού κόσμου. Ναι, ήταν ισλαμιστής αλλά αυτό δεν ήταν μεγάλο πρόβλημα. Στην Ελλάδα πολιτικοί, αναλυτές και δημοσιογράφοι τον αποθέωναν για τη μετριοπάθεια, την αποτελεσματικότητα και τον πραγματισμό του. Σε έναν κόσμο που κατέβαλε ακόμη αγωνιώδεις προσπάθειες να κατανοήσει τι συνέβη την 11η Σεπτεμβρίου, ο Ερντογάν φαινόταν σαν μια ασφαλή γέφυρα μεταξύ των πολιτισμών.

 Η δολοφονική φάρσα

Υπήρχαν όμως αναλυτές στην Τουρκία -όχι πολλοί- που απεγνωσμένα προσπαθούσαν να αποκαλύψουν το πραγματικό πρόσωπο του Ερντογάν. Το 2002 στην Κωνσταντινούπολη, Τουρκάλα βετεράνος δημοσιογράφος μου εκμυστηρεύτηκε μια συνομιλία που είχε με τον Ερντογάν, παρουσία τρίτων, για το θέμα της γυναικείας χειραφέτησης. Ο Ερντογάν υποστήριζε ότι εάν αναγκαστεί σε χειραψία με γυναίκα -εκτός της γυναίκας του, έτσι ακριβώς το είπε!- θα τρέξει να πλύνει τα χέρια του τρεις φορές! Υπάρχουν δεκάδες τέτοιες ιστορίες που αποκαλύπτουν ότι ο σημερινός πρόεδρος της Τουρκίας παρέμεινε ο ίδιος «ζηλωτής», ένας φανατικός θρησκόληπτος νεαρός, που σκηνοθέτησε την ισλαμιστική θεατρική παράσταση μερικές δεκαετίες πριν. Ο Ερντογάν κατάφερε να τους ξεγελάσει όλους.

Ανακαλύφθηκαν εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί που άλλαζαν μόνο ονομασίες. Μια δραματική πολιτική φάρσα για να επιβληθεί μια πανίσχυρη εξουσία. Τη μία ο εχθρός ονομαζόταν «Εργκένεκον» (για να πλήξει δημοκρατικές φωνές, την κοσμική αντιπολίτευση και το κεμαλικό στράτευμα), την άλλη «Πάρκο Γκεζί» με δολοφονίες διαδηλωτών, για να ολοκληρωθεί ο κύκλος με τον «ιδανικό» εχθρό, τον Φετουλάχ Γκιουλέν και το πραξικόπημα του 2016, που οδήγησε σε ένα ανεπανάληπτο πογκρόμ εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων.

Οι φοβίες του Ερντογάν

Ο σημερινός όμως Ερντογάν είναι ένας άνθρωπος γεμάτος φοβίες. Η ισλαμιστική υπεροχή και το «πολιτισμικό ορόσημο» σχεδόν επετεύχθησαν. Το μοναδικό ζήτημα είναι η παραμονή του στην εξουσία με κάθε κόστος. Ο Ερντογάν δεν γίνεται να χάσει το σύστημα εξουσίας που οικοδόμησε. Γνωρίζει ότι η πολιτική του ήττα δεν θα είναι ένα συνηθισμένο πολιτικό τέλος που θα τον στείλει στη σύνταξη. Θα είναι κάτι πολύ περισσότερο…

Περιστοιχίζεται από εκατοντάδες συμβούλους χαμηλών πνευματικών δυνατοτήτων, που η μοναδική τους αρετή είναι η φανατική ισλαμιστική ιδεολογία. Οι συμβουλές τους εξάλλου περιορίζονται σε πράγματα που ο ίδιος θα ήθελε να ακούσει. Είναι γνωστό ότι ο Ερντογάν δεν εκτιμά οποιαδήποτε άλλη άποψη πέραν της δικής του, ενώ απομακρύνει με συνοπτικές διαδικασίες όποιον διαπιστώσει ότι απέχει από τη δική του «σοφία». Ας θυμηθούμε τις τύχες του Αχμέτ Νταβούτογλου με το περίφημο «στρατηγικό βάθος» και του Αμπντουλάχ Γκιουλ.

Εάν σε κάτι είναι χρήσιμοι οι «σύμβουλοι» του Ερντογάν είναι η συμμετοχή τους στην προετοιμασία κατάλυσης οποιουδήποτε εναπομείναντα δημοκρατικού θεσμού στην Τουρκία, συμπεριλαμβανομένου του στρατού, των ομάδων της κοινωνίας των πολιτών, του δικαστικού σώματος, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των συνδικάτων. Ο πρώην υπουργός Εσωτερικών, Ιντρίς Ναΐμ Σαχίν, ο οποίος βρισκόταν δίπλα στον Ερντογάν για 30 χρόνια πριν παραιτηθεί από το κόμμα το 2013, δήλωσε ότι υπάρχουν «κόκκινοι φάκελοι» για κάθε βουλευτή του κυβερνώντος κόμματος, ώστε να μπορούν να εκβιαστούν, ενώ παρακολουθούνταν όλοι οι δικαστικοί του Συνταγματικού Δικαστηρίου, μαζί με τους άμεσους συγγενείς τους, για να διασφαλιστεί ότι δεν θα εκδοθεί κάποια απόφαση που θα μπορούσε να τορπιλίσει το σχέδιο Ερντογάν για τη μόνιμη παραμονή του στην εξουσία.

Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη το σχέδιο απόλυτου ελέγχου της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας από την οικογένεια Ερντογάν, στη «μετά Ταγίπ» εποχή. Ένα δαιδαλώδες σύστημα οικογενειοκρατίας έχει εμπλακεί σε όλες τις δομές εξουσίας. Γιοι, κόρες, ανίψια, ξαδέλφια βρίσκονται πίσω από οποιαδήποτε μεγάλη οικονομική δοσοληψία με το τουρκικό κράτος. Ακόρεστη δίψα συγκέντρωσης πλούτου, απολυταρχισμός, μεγαλομανία, φαντασιώσεις και ψευδαισθήσεις πολιτικής και θρησκευτικής κυριαρχίας, ακραία συμπτώματα νεοπλουτισμού, περιφρόνηση σε κάθε νομική ή ηθική υποχρέωση προκειμένου να διατηρηθεί ο απόλυτος έλεγχος του κράτους.

*Αναδημοσίευση από τον Φιλελεύθερο