Συμβούλιο ειρήνης στην Γάζα και αντιφάσεις

Του Μελέτη Ρεντούμη

Οι ανακοινώσεις του Donald Trump για τη συγκρότηση ενός νέου Συμβουλίου Ειρήνης για τη Γάζα επαναφέρουν στο προσκήνιο μια γνώριμη αλλά πάντα δύσκολη εξίσωση στη Μέση Ανατολή, όπου η διπλωματία, τα συμφέροντα και η ασφάλεια συγκρούονται διαρκώς.

Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, στο συμβούλιο προτίθενται να συμμετάσχουν χώρες με κρίσιμο γεωπολιτικό και περιφερειακό ρόλο, όπως η Τουρκία, η Αίγυπτος, το Κατάρ, αλλά και η Ελλάδα και η Κύπρος, γεγονός που δείχνει πρόθεση για ένα σχήμα ευρύτερης νομιμοποίησης και όχι στενά αραβικό ή δυτικό.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί, ωστόσο, η απαίτηση για οικονομική συνεισφορά ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ από κάθε χώρα που θα συμμετέχει ενεργά στο συμβούλιο.

Πιο συγκεκριμένα, ένα προσχέδιο καταστατικού που εστάλη σε περίπου 60 χώρες από την αμερικανική διοίκηση καλεί τα κράτη μέλη να συνεισφέρουν το πόσο του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων σε μετρητά, εάν θέλουν η συμμετοχή τους στο Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα να διαρκέσει πάνω από 3 χρόνια,

Η απαίτηση αυτή δεν είναι απλώς χρηματοδοτική αλλά και πολιτική, καθώς επιχειρεί να μετατρέψει τη συμμετοχή σε έμπρακτη δέσμευση και όχι σε μια ακόμη διπλωματική παρουσία χωρίς κόστος.

Από τη μία πλευρά, το οικονομικό βάρος μπορεί να λειτουργήσει ως φίλτρο, διασφαλίζοντας ότι όσοι καθίσουν στο τραπέζι έχουν πραγματικό ενδιαφέρον για σταθεροποίηση, ανοικοδόμηση και μακροχρόνια εμπλοκή.

Από την άλλη πλευρά όμως, εγείρει ερωτήματα για το αν η ειρήνη αγοράζεται και κατά πόσο χώρες με διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες και εσωτερικές πιέσεις θα μπορέσουν ή θα θελήσουν να ανταποκριθούν σε ένα τόσο υψηλό τίμημα.

Εν προκειμένω, η λειτουργικότητα ενός τέτοιου συμβουλίου θα εξαρτηθεί από το αν τα κονδύλια αυτά θα κατευθυνθούν με διαφάνεια σε συγκεκριμένους στόχους, όπως η ανθρωπιστική ανακούφιση, η ανοικοδόμηση υποδομών, η ενίσχυση θεσμών και η επιτήρηση συμφωνιών ασφαλείας, ή αν θα χαθούν μέσα σε έναν πολυεπίπεδο μηχανισμό χωρίς σαφή αποτελέσματα.

Παράλληλα, η συνύπαρξη χωρών με συχνά αντικρουόμενες ατζέντες, όπως η Τουρκία και η Αίγυπτος, αλλά και η παρουσία της Ελλάδας και της Κύπρου ως παραγόντων σταθερότητας και διεθνούς δικαίου, δημιουργεί τόσο ευκαιρίες διαλόγου όσο και κινδύνους εκτροπής του όλου σχεδίου.

Καθοριστικός παραμένει ο ρόλος του Ισραήλ, το οποίο αντιμετωπίζει κάθε τέτοια πρωτοβουλία πρωτίστως μέσα από το πρίσμα της ασφάλειας. Χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις για τον περιορισμό της βίας και τον έλεγχο ένοπλων οργανώσεων στη Γάζα, είναι δύσκολο να υπάρξει πλήρης αποδοχή ή ενεργή στήριξη από την ισραηλινή πλευρά. Ταυτόχρονα, όμως, το Ισραήλ γνωρίζει ότι η διαρκής αστάθεια έχει υψηλό στρατηγικό και οικονομικό κόστος, γεγονός που αφήνει ανοιχτό ένα παράθυρο ρεαλιστικής, έστω και επιφυλακτικής, συνεργασίας.

Σε κάθε περίπτωση, η μακροπρόθεσμη ειρήνη στην περιοχή παραμένει εξαιρετικά δύσκολη, καθώς δεν εξαρτάται μόνο από χρήματα ή διεθνή φόρα, αλλά από βαθιές πολιτικές αποφάσεις, κοινωνικές ισορροπίες και αμοιβαία αναγνώριση.

Ένα Συμβούλιο Ειρήνης με ευρεία συμμετοχή και σοβαρούς πόρους μπορεί να αποτελέσει εργαλείο αποκλιμάκωσης και σταθεροποίησης, όχι όμως πανάκεια για ένα πρόβλημα δεκαετιών.

Συμπερασματικά θα λέγαμε πως  η πρωτοβουλία Τραμπ μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για διάλογο και συντονισμό, αλλά η επιτυχία της θα κριθεί από το αν το οικονομικό βάρος μεταφραστεί σε πραγματική πολιτική βούληση και αν όλες οι πλευρές αποδεχθούν ότι η ειρήνη στη Γάζα απαιτεί όχι μόνο χρήματα, αλλά και δύσκολους, μακροχρόνιους συμβιβασμούς προς όφελος της σταθερότητας και του διεθνούς δικαίου.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός