Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Συνταγματική αναθεώρηση: Αν όχι τώρα οι αλλαγές, τότε το 2031!

Του Νίκου Λακόπουλου

Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση αρχίζει για να κριθούν ποια άρθρα είναι αναθεωρητέα μέσα σε ένα κλίμα που μάλλον δεν προσφέρεται για συναίνεση -προϋπόθεση για κάθε αναθεώρηση -που θα αποφασίσει η επόμενη Βουλή. Αν την πρώτη φορά υπάρξει πλειοψηφία 180 βουλευτών, την επόμενη θα χρειαστούν 151 κι αντιστρόφως. Συνεπώς κανένα κόμμα μόνο του δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα, αν δεν διασφαλίσει τη συναίνεση ενός του άλλου μεγαλύτερου, αλλιώς περισσότερων κομμάτων. Αυτή είναι άλλωστε και η βούληση του νομοθέτη.

Πιθανότατα αφότου η ΝΔ αποφάσισε να συμμετέχει στη διαδικασία θα αλλάξει ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, ενώ η συζήτηση για τις σχέσεις κράτους- Εκκλησίας που μπορεί να προκαλέσει κυβερνητική κρίση στη συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μάλλον γίνεται για να γίνει. Το να πειράξει κανείς το σχετικό άρθρο 3 για την επικρατούσα θρησκεία ή το προοίμιο- στο όνομα της Αγίας Τριάδας κι όχι π.χ. του Λαού- απαιτεί μια συναίνεση που δεν υπάρχει και μάλλον δεν θα υπάρξει ούτε στην επόμενη Βουλή.

Προφανώς η απλή αναλογική με την οποία θα γίνουν οι επόμενες εκλογές- αν δεν υπάρξει η πλειοψηφία για να αλλάξει ο νόμος- δεν μπορεί να μπει στο Σύνταγμα και για πολλούς ούτε θάπρεπε. Μένει ο τρόπος εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας για τον οποίο κατά καιρούς έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις- όπως απευθείας εκλογή από τον λαό- με κοινή συναίνεση στο ότι θα πρέπει να βρεθεί τρόπος ώστε η μη εκλογή του από 180 βουλευτές να μην οδηγεί σε εκλογές. Αυτό είναι ένα σημείο που μάλλον θα συναντηθούν περισσότερα από δύο κόμματα.

Η πρόταση του πρωθυπουργού είναι εφόσον δεν επιτευχθούν οι αυξημένες πλειοψηφίες των 200 και των 180 βουλευτών η διενέργεια μίας τελευταίας ψηφοφορίας που θα απαιτεί απλώς 151 βουλευτές, ενώ μία άλλη η απευθείας εκλογή από τον λαό με αναμέτρηση μεταξύ των δύο πρώτων υποψηφίων στην τελευταία άγονη ψηφοφορία της Βουλής. Η παρέμβαση του Προέδρου της Δημοκρατίας για το θέμα αυτό μάλλον εισακούγεται για να αποφευχθεί μια δυαρχία που θα συνιστούσε αλλαγή πολιτεύματος. Ο -συνταγματολόγος- Προκόπης Παυλόπουλος είχε ήδη ταχθεί το 2014, ως επικεφαλής της σχετικής Επιτροπής υπέρ της λύσης εάν αποβούν άκαρπες οι ψηφοφορίες στη Βουλή για την εκλογή Προέδρου, τότε να εκλέγεται απευθείας απ’ τον λαό ο Πρόεδρος, για να μη διαλύεται η Βουλή και να μην προκηρύσσονται εκλογές.

Η πρόταση για εποικοδομητική ψήφο δυσπιστίας -δηλαδή να υπερψηφίζεται ταυτόχρονα και άλλος πρωθυπουργός, που έκανε ο πρωθυπουργός είναι μια ιδέα που μάλλον αιφνιδίασε τα κόμματα, όπως και η πρόταση για την υποχρέωση ο πρωθυπουργός να είναι απαραιτήτως αιρετός από τον ελληνικό λαό, δηλαδή βουλευτής. Η λεγόμενη «λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία» με δημοψηφίσματα έχει μάλλον απορριφθεί ήδη από άλλα κόμματα.

Το περίφημο άρθρο 16 -για την παιδεία και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια- δεν περιλαμβάνεται στις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, άρα δεν μπορεί να συγκεντρώσει ούτε 151 βουλευτές -ώστε να χρειαστεί 180 στην επόμενη Βουλή- πράγμα που σημαίνει ότι μια τέτοια συζήτηση μπορεί να γίνει πέντε χρόνια μετά την επόμενη Βουλή- δηλαδή την επόμενη ….δεκαετία!

Υπό τις παρούσες συνθήκες η πιθανότητα συγκέντρωσης 180 ψήφων δεν υπάρχει και το ερώτημα είναι αν θα υπάρξει στην επόμενη Βουλή όπου σε κάθε περίπτωση θα χρειαστεί η συναίνεση του δεύτερου κόμματος ή συναίνεση τριών- ή και τεσσάρων κομμάτων- με ένα μικρό παράδοξο: να ψηφιστεί ένα άρθρο από 151 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και συμμάχων, ως αναθεωρητέο και να κριθεί από μια άλλη πλειοψηφία 180 βουλευτών.

Η μικρή και κρίσιμη λεπτομέρεια είναι αν ο νόμος περί ευθύνης υπουργών μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ και ο ΣΥΡΙΖΑ ήδη κατηγόρησε τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι επιχειρεί να «αποδράσει». Η στάση του Κινάλ που θέλει απλοποίηση της ίδιας της αναθεωρητικής διαδικασίας και τάσσεται υπέρ «µιας γενναίας συνταγµατικής αναθεώρησης» μπορεί να αποβεί καθοριστική, όπως και η θέση του για το άρθρο 16 -που άλλαξε- αλλά δεν είναι αποτελεσματική: όπως όλα δείχνουν οι αλλαγές στο σύνταγμα δεν μπορούν να γίνουν χωρίς τη συναίνεση των δύο μεγαλύτερων κομμάτων.

Το θέμα των σχέσεων Κράτους- Εκκλησίας -όπως είπε ο πρωθυπουργός- έχει ευρείες συναινέσεις αφού «ούτε η Εκκλησία ούτε η Πολιτεία θέλουν τον εναγκαλισμό τους εντός ενός θεσμικού πλαισίου που δημιουργεί σύγχυση για τα όρια και τους ρόλους τους». Το ερώτημα είναι τι σημαίνει στην πράξη «να κατοχυρωθεί ρητά στο Σύνταγμα η θρησκευτική ουδετερότητα του ελληνικού κράτους με ό,τι αυτό συνεπάγεται κανονιστικά και πρακτικά»– που κατά τον Αλέξη Τσίπρα θα βρει σύμφωνη και την Εκκλησία.

«Το ίδιο, εξάλλου, με έχει διαβεβαιώσει και ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, με τον οποίο μας συνδέει αμοιβαία εκτίμηση και ο διάλογός μας έχει νομίζω εδώ και τρία χρόνια ωριμάσει αρκετά, ώστε να γνωρίζουμε πια τι είναι αναγκαίο και τι είναι αμοιβαία επωφελές, τόσο για την Εκκλησία όσο και για την Πολιτεία».

Το τι σημαίνει να προστατεύει το Σύνταγμα «δημόσια αγαθά, όπως το νερό και την ηλεκτρική ενέργεια, από την επέλαση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας» είναι ένα ακόμα ερώτημα, όπως και το πώς μπορεί να «κατοχυρώνει εμφατικά την προστασία της εργασίας και των εργαζομένων» ή να «αναγνωρίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα των κοινωνικών εταίρων να ορίζουν τον κατώτατο μισθό».

Προφανώς ένα σύνταγμα μπορεί να επικαλείται την προστασία της υγείας και της παιδείας και άλλων αγαθών, αλλά δεν μπορεί να δεσμεύει μια κυβέρνηση σε κάτι που δεν μπορεί να κάνει και πιθανότατα να οδηγήσει σε νέα προβλήματα όπως αυτό της πρόκλησης εκλογών λόγω αδυναμίας εκλογής προέδρου Δημοκρατίας. Η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να εξαρτάται από πρόσκαιρες συμμαχίες -που θα ανατραπούν τις επόμενες εκλογές και η Ελλάδα δεν μπορεί να αλλάζει πολίτευμα ή να το τροποποιεί έστω με ενισχυμένες πλειοψηφίες.

Τα συντάγματα είναι ελλειπτικά ακριβώς επειδή προϋποθέτουν νόμους που εξαρτώνται από τις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και δεν μπορούν να ρυθμίζουν επί μέρους ζητήματα όπως συμβαίνει με το άρθρο 16 που μάλλον είναι …αντισυνταγματικό! Η παιδεία μπορεί να είναι αποστολή του κράτους και όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα σε δωρεάν παιδεία, αλλά αυτό δεν μπορεί να εξαρτάται από την μορφή που θα έχουν τα πανεπιστήμια, ούτε να καθορίζει πόσα έτη θα είναι τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης.

Εν προκειμένω η «σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται»- αλλά όχι και κατώτατων, ωστόσο επιτρέπεται η ίδρυση ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο κράτος με ένα τρόπο που ούτε η δωρεάν παιδεία για όλους διασφαλίζεται, η παραπαιδεία ανθεί και το κρατικό σχολείο είναι ταξικό σχολείο: η εμπορευματοποίηση της παιδείας συνυπάρχει με ένα κρατικό μοντέλο παιδείας γιατί η δωρεάν παιδεία -που ωστόσο κοστίζει- δεν αφορά τη νομική μορφή των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Τα κρατικά πανεπιστήμια που πάνε καλά δεν το οφείλουν στο ότι είναι κρατικά, αλλά στο ότι είναι αυτοδιοικούμενα.

Το ελληνικό Σύνταγμα -που καταψηφίστηκε από την Αριστερά- παγιδεύει την λειτουργία των πανεπιστημίων που μπορεί να μην είναι κρατικά ή ιδιωτικά, αλλά πάνω από όλα να είναι κοινωνικά και μη εμπορικά. Το παράδοξο είναι πως η Αριστερά υπεραμύνεται ενός άρθρου που ψήφισε άλλοτε η Δεξιά. Το Κινάλ αρνείται την απλή αναλογική, αν και ήταν προγραμματική -ξεχασμένη- θέση του ΠΑΣΟΚ. Αν μη τι άλλο η συζήτηση για την αναθεώρηση του συντάγματος θα θέσει πολλά ζητήματα για τα πολιτικά κόμματα, την ταυτότητα και την ιδεολογία τους.

Κατά τα άλλα τα δύο μεγαλύτερα κόμματα θα πρέπει να συμφωνήσουν για να γίνουν αλλαγές- την ίδια ώρα που ετοιμάζουν το ένα για το άλλο εξεταστικές -ένα ακόμα θέμα που δεν φαίνεται να μπαίνει στον «διάλογο». Αν αυτή η Βουλή θα ψηφίσει για να αποφασίσει η επόμενη και η νέα αναθεώρηση δεν μπορεί να γίνει πριν περάσει πενταετία. Η επόμενη ευκαιρία για αλλαγές στο Σύνταγμα θα μπορούν να γίνουν μόνο αφού το 2024 μια άλλη Βουλή -που μπορεί να προκύψει υπό κανονικές συνθήκες- το 2027 θα ψηφίσει να είναι αναθεωρητική η Βουλή που θα προκύψει -αν δεν έχουμε πρόωρες εκλογές- το 2031…

Η σημερινή Βουλή μπορεί να αποφασίσει ποιες διατάξεις πρέπει να αναθεωρηθούν. Η επόμενη Βουλή δεν μπορεί να προσθέσει στις υπό αναθεώρηση διατάξεις και άλλες, ούτε δεσμεύεται ως προς το περιεχόμενο που θα προσδώσει στις υπό αναθεώρηση διατάξεις. Δεν επιτρέπεται αναθεώρηση του Συντάγματος πριν περάσει πενταετία από την περάτωση της προηγούμενης.

«Αν η πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος λάβει την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, όχι όμως και την πλειοψηφία των τριών πέμπτων,  η επόμενη Βουλή μπορεί να αποφασίσει με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της».

Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη Βουλή είναι πιθανόν να μην μπορεί να αναθεωρήσει άρθρα που αυτή αποφάσισε να αναθεωρήσει. Υπάρχει όμως μία αναθεώρηση που μπορεί να λύσει το πρόβλημα και να επιτρέψει αλλαγές χωρίς να χρειαστεί μια δεκαετία στην οποία μπορούν να συναινέσουν τα κόμματα: η κατάργηση του χρονικού περιορισμού της πενταετίας, αν όχι κάθε Βουλή να μπορεί να είναι αναθεωρητική.

Προφανώς ένα πιο εύκαμπτο Σύνταγμα μπορεί περιέχει κινδύνους, αλλά κι ένα δύσκαμπτο Σύνταγμα μπορεί να δημιουργεί αδιέξοδα -που μπορεί και να υπάρχουν και στις δημοκρατίες. Ποιος μπορεί να είναι υπερήφανος για τις παραγραφές υπουργικών κακουργημάτων; Η εκλογή προέδρου και ο νόμος περί ευθύνης των υπουργών είναι τα μόνα προβλήματα που θα αντιμετωπίσουμε την επόμενη δεκαετία;

Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν μπορεί να γίνονται αλλαγές χωρίς ευρύτατες συναινέσεις, αλλά αν ένα κόμμα μπορεί να μπλοκάρει τις αλλαγές που θα απαιτηθούν στο μέλλον, αφού οι συζητούμενες αλλαγές δεν θίγουν τον πυρήνα του προβλήματος που είναι περισσότερη δημοκρατία, ελευθερία και δικαιοσύνη.  Προφανώς αν το πρόβλημα είναι στο πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να λυθεί ούτε με πολιτειακές αλλαγές, ούτε πολύ περισσότερο με ένα -άκαμπτο κιόλας για δέκα χρόνια- εκλογικό σύστημα.

Που σημαίνει ότι καλώς ο ΣΥΡΙΖΑ άρχισε μια συζήτηση για το πολιτικό σύστημα, τις σχέσεις κράτους -εκκλησίας- την λειτουργία των κομμάτων και τον πολιτικό «επαγγελματισμό», αλλά αυτή θα κρατήσει πολύ και δεν μπορεί να τελειώσει με τις -αναγκαίες- συνταγματικές αλλαγές που αφορούν ένα πεδίο πέρα από την απλοϊκή άποψη πως όταν έχουμε πρόβλημα με το πολιτικό σύστημα αρκεί να αλλάξουμε το Σύνταγμα.

Άλλωστε η διαφθορά δεν υπάρχει επειδή δεν υπάρχουν νόμοι για τη διαφθορά -ακόμα κι αν την …παραγράφουν, ούτε η διαπλοκή θα πάψει αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται απευθείας από τον λαό ή αν ξαφνικά η Ελλάδα γίνει προεδρική δημοκρατία. Πράγμα που σημαίνει πως οι βασικές αλλαγές που απαιτούνται στην Ελλάδα θα πρέπει να αναζητηθούν πέρα από ένα άλλωστε «καλό» Σύνταγμα.