Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Τα εγκλήματα των ναζί δεν ξεπλένονται. Πρώτος σταθμός: Δίστομο

Φωτογραφίες: Μαρία Χουρδάρη

Πάνε εβδομηντατόσα χρόνια, κι η συλλογική μνήμη ασθενεί. Ένας λαός, ημίπτωχος, σχεδόν κλινήρης. Παραδομένος στην παγκόσμια μάστιγα του ανιστόρητου. Σ’ ένα λοιμό που με τα πλήθη πρόθυμων μιντιακών τελάληδων εξαπλώνεται σε όλο τον πλανήτη με ένα και μοναδικό σκοπό: να καθαγιάσει τα πιο απάνθρωπα εγκλήματα και με το εφεύρημα των δυο ταυτισμένων άκρων να επαναφέρει τη χολέρα του ολοκληρωτισμού στο σήμερα. Μια ελάχιστα προσεκτική ματιά, και μια κουβέντα μ’ όσους μάτωσαν κατά τη θηριωδία των ναζί, θα τους διαψεύσει. Πρώτος σταθμός: Δίστομο.

Περνώντας από τη Λιβαδειά, με την «πυξίδα» να δείχνει το Δίστομο, τίποτε δεν προμηνύει συγκρούσεις, κακό και τραγωδίες. «Πάνε και χρόνια» μουρμουρούν οι πιο πολλοί επισκέπτες, διαβαίνοντας μια καταπράσινη, σχεδόν έρημη, φύση που κυκλώνει μικρούς οικισμούς και σκόρπια ταβερνάκια. Αυτό που, μοναχά, φέρνει το πόδι στο φρένο είναι ένα –άγνωστο σε πολλούς- μνημείο που ‘χει ορθωθεί στο στενό του Καρακόλιθου, κάπου στα 20 χιλιόμετρα από το Δίστομο. «Εκτελεσθέντες από τους Γερμανούς στις 25-4-1944» λέει το σκάλισμα, που στο πλάτωμά του έχει τέσσερις ανθρώπινες φιγούρες –δυο «γεμάτες» και δυο τρύπιες, κενές, αφημένες για να θυμίζουν την απουσία. Πρόκειται για τους 134 αμάχους (πολλοί ήδη κρατούμενοι στη Λιβαδειά) που εκτελέστηκαν από τους ναζί τον Απρίλη του ’44 (δυο μήνες πριν τη μεγάλη Σφαγή του Διστόμου), σε αντίποινα ενέδρας ανταρτών στον Καρακόλιθο. Μια ανάσα σιωπής, κάπως πιο βαριά, και λίγα λεπτά αργότερα, ξανά, με το ανέμελο χαμόγελο του «ρόουντ-τριπ» φθάνεις στο Δίστομο.

Ξέρετε γιατί λέγεται Σφαγή του Διστόμου και όχι, λόγου χάρη, καταστροφή, ολοκαύτωμα κ.λπ, όπως αλλού; Γιατί ήταν πραγματικά σφαγή, με όλη τη σημασία της λέξης. Οι θηριωδίες που έλαβαν χώρα εδώ, ακριβώς εδώ που κάθεστε, δεν είχαν προηγούμενο

Ενα χωριό που κοντά στην είσοδό του στέκει το Μουσείο Θυμάτων Ναζισμού και το κέντρο του ορίζεται από δυο μικρές πλατείες: Την κάτω, όπου χύθηκε αίμα άπλετο, και την πάνω όπου όσοι πρόφτασαν και την ξεπέρασαν γλίτωσαν. «Επρεπε να φύγουν τα στρατεύματα για την Άμφισσα. Δεν είχαν άλλο χρόνο τα ναζιστικά στρατεύματα, ειδάλλως δεν θα είχαν αφήσει Διστομίτη όρθιο» μας λέει ο κ. Χρήστος Παπανικολάου, συνταξιούχος σήμερα, αντιπρόεδρος της διοικούσας επιτροπής του Μουσείου, καθώς μας καθίζει σ’ ένα ωραίο καφέ της κάτω πλατείας, μ’ ένα πελώριο πλατάνι να στέκει από πάνω. «Τον βλέπετε τον πλάτανο; Αυτός τα ‘χει δει όλα. Εχει πολλές ιστορίες να μας πει» προσθέτει με χαμόγελο.  Στην επόμενη γουλιά ο κ. Χρήστος απλώνει το χέρι του και δείχνει ένα κτίσμα, σχεδόν απέναντι. «Εκεί, μπροστά από το δημαρχείο, είναι τα Σφουντουρέικα. Ηταν από τα πρώτα θύματα, οικογένεια που επλήγη βαρύτατα. Κι εκεί απέναντι στριμώξαν τα παιδιά. Και λίγο παρακάτω…» συνεχίζει και συνεχίζει. Το ερώτημα, προφανές: Είναι ίδια η ρυμοτομία, ίδια τα σπίτια και οι δρόμοι;

«Ναι, όπως τότε» απαντά ο κ. Χρήστος και ξάφνου, ο χάρτης σχηματίζεται, κι η όψη του Διστόμου σα να αρχίζει να σκοτεινιάζει. «Ξέρετε γιατί λέγεται Σφαγή του Διστόμου και όχι, λόγου χάρη, καταστροφή, ολοκαύτωμα κ.λπ, όπως αλλού; Γιατί ήταν πραγματικά σφαγή, με όλη τη σημασία της λέξης. Οι θηριωδίες που έλαβαν χώρα εδώ, ακριβώς εδώ που κάθεστε, δεν είχαν προηγούμενο. Μανάδες με λογχισμένα μωρά στην αγκαλιά, βρέφη πυροβολημένα, με τ’ άντερα τυλιγμένα στο κεφάλι –κάτι που συνέβη σε αρκετές περιπτώσεις-, γυναίκες βιασμένες. Πτώματα τα οποία πυροβολούσαν και μαχαίρωναν, δυο και τρεις και φορές. Γι’ αυτό το λένε Σφαγή του Διστόμου» εξηγεί ο κ. Χρήστος, προσπαθώντας να συγκρατήσει, ανεπιτυχώς, τα δάκρυά του. Οπως μας λέει, σήμερα βρίσκονται εν ζωή αρκετοί άνθρωποι, περίπου 180, που -μωρά, παιδιά και νεαροί έφηβοι τότε- βίωσαν αυτές τις τέσσερις ματωμένες ώρες. Πολλοί από αυτούς έφυγαν και δεν επέστρεψαν ποτέ, κάποιοι δίνουν το «παρών» μόνο στη μαύρη επέτειο, άλλοι έμειναν στο Δίστομο μα δεν θέλουν ποτέ να μιλούν για τα γεγονότα.

Κι όμως λίγα στενά πιο πάνω βρίσκεται το σπίτι της κυρίας Νίτσας Σφουντούρη (Νικολάου το πατρικό της) η οποία, μετά το διακριτικό «face control» του κ. Χρήστου (γιατί, όπως λέει, «έρχονται κάποιες φορές τα κανάλια, μας βάζουν να ξεσηκώνουμε γερόντους, τους ρωτούν ωμά, πράγματα αβάσταχτα για να τους βάλουν να κλαίνε και μετά από τέτοια δοκιμασία τους λένε “ε, ξέρετε δεν βρήκαμε χώρο να το παίξουμε”») δέχθηκε να μας ανοίξει το σπιτικό της. «Να ετοιμάσετε κάποιες ερωτήσεις, ξέρετε σεις» μάς ενημέρωσαν νωρίτερα. Όπως αποδείχθηκε, τίποτε δεν… ξέραμε, καθώς ερωτήσεις ουδέποτε προετοιμάστηκαν. Παρά μόνο «φορέσαμε» εκείνο το αμήχανο χαμόγελο για να ξεκινήσει η κουβέντα με έναν άνθρωπο που μικρό παιδί έχασε από τους ναζί πατέρα, μητέρα και τις δυο της αδερφές και γλίτωσε από τη συγκυρία της στιγμής.

«Οι νέοι εδώ του Διστόμου δεν ξέρουν πολλά. Ακούνε κι αυτοί. Αλλά κι εγώ παιδί ήμουν που έγιναν όλα αυτά. Από αυτούς που είναι στο μουσείο (σ.σ. αναφέρεται στις αμέτρητες φωτογραφίες θυμάτων που εκτίθενται) πολύ λίγους γνωρίζω. Μόνο κάποιους φίλους, γείτονες. Τώρα ο κόσμος είναι απασχολημένος με τα σύγχρονα γεγονότα και προβλήματα» λέει η κυρία Νίτσα, απαντώντας στην –αμήχανη- πρώτη ερώτηση αν οι νέοι σήμερα γνωρίζουν τι ακριβώς συνέβη την μαύρη εκείνη μέρα. Μπροστά μας λίγα κουλουράκια που ετοίμασε, δροσερό νερό και τριγύρω ένα σπίτι αρχοντικό, με τον τρόπο του, ζωσμένο από βιβλία, πολλά βιβλία, πλεχτά (της ίδιας), σταυρόλεξα και τίποτε που να προσομοιάζει σε… οθόνη. «Τώρα εγώ τι να περιμένω; Να έχω μάνα και πατέρα; Ναι. Αναζητώ μόνο κάτι που θα μπορούσα να έχω: αδέρφια. Τις αδερφές μου. Γιατί ήταν και οι δυο πιο μικρές από μένα. Η μία ήταν έξι και η άλλη εννιά. Κάλλιστα θα μπορούσα να έχω μια αδερφή. Τα παιδιά μου σκέτη μάνα βρήκαν. Από μένα τίποτα» λέει με μια αργόσυρτη, κάπως παραπονεμένη φωνή. Με το δικό μας «τακτ» να εμποδίζει τη ροή, η κυρία Νίτσα παίρνει το «παιχνίδι» πάνω της: «Δυστυχώς είμαι από τα εξαιρετικά θύματα. Μόνο τρεις από το χωριό έμειναν χωρίς κανέναν από την οικογένεια, χωρίς μάνα, πατέρα και αδέρφια. Η Ευσταθία η Γεωργακού και η Ουρανία η Γαβρίλη. Η Ευσταθία έρχεται μια φορά τον χρόνο, στο μνημόσυνο, και συγκινείται πάρα πολύ (σ.σ. βρισκόταν εκείνη τη μέρα στο Δίστομο). Είναι πολύ χειρότερα από μένα. Εμένα δεν μου έλειψε και τελείως η στοργή. Είχα τη γιαγιά μου, τη θεία μου, τους θείους μου που με αγαπούσαν. Αυτή δεν είχε κανέναν».

Οι Γερμανοί είχαν αρχίσει και σκότωναν πριν γίνει η μάχη με τους αντάρτες. Στο δρόμο που έρχονταν έχουν σκοτώσει τόσο κόσμο.

Συνεχίζοντας σε χρόνο… αντίστροφο, ρωτάμε τη Νίτσα Σφουντούρη αν μετά τα γεγονότα έφυγε ή έμεινε στο χωριό. «Δεν έμεινα εδώ πολύ. Λίγες μέρες μόνο. Στην Αθήνα έμεινα στον θείο μου. Και μάλιστα όταν έφυγαν οι Γερμανοί ήμουν στην Αθήνα. Ολους τους μήνες. Αλλά κι εκεί έζησα δύσκολα γιατί γίνονταν οδομαχίες, συναγερμοί, Γερμανούς δεν μπορούσα να δω μπρος τα μάτια μου. Υπέφερα πάρα πολύ κι εκεί. Ευτυχώς γλίτωσα τα Δεκεμβριανά γιατί είχε έρθει να με πάρει η γιαγιά μου. Επέστρεψα και έζησα με τη γιαγιά μου στο σπίτι μου το πατρικό. Η οικογένεια ήμασταν η γιαγιά κι εγώ».

-Είναι το ίδιο σπίτι όπου ζούσατε με τους γονείς και τις αδερφές σας;

Ναι, εδώ που μιλάμε αυτή τη στιγμή. Βέβαια δεν ήταν έτσι ακριβώς το σπίτι, ήταν λίγο πιο μικρό. Η γιαγιά μου, άρρωστη μεν, ήταν πολύ δραστήρια. Επασχε από ανίατο νόσημα, βρογχικό άσθμα, όμως τελικά έγινε καλά μετά το δυστύχημα που πάθαμε, τη Σφαγή. Κι εγώ έλεγα «ωχ, τώρα θα πεθάνει η γιαγιά μου» όταν δεν μπορούσε να αναπνεύσει, όμως έγινε καλά.

-Πως θυμάστε την οικογένειά σας;

Η οικογένειά μου ήταν φίλεργη, ήξεραν δουλειές και ασχοληθήκαμε. Γιατί κι εγώ ούτε σχολείο κατάφερα να πάω πια, λόγω πολέμου. Το σχολείο μου είχε σταματήσει προ της Σφαγής, κι ένα ωραίο πρωί χάθηκε κι η δασκάλα μου. Η θεία μου ήταν σπουδαία υφάντρα και η μαμά μου επίσης. Με έμαθαν κι εμένα και δούλευα κι εγώ. Δεν πήγα σε ξένα χέρια να δουλέψω δόξα τω Θεώ. Καλά τα καταφέρναμε. Η γιαγιά ρίχτηκε στις δουλειές κι αυτή, δεν καθόταν. Ηταν και συγχρόνως πολύ αυστηρή, αλλά εμένα δεν με πείραζε. Πως είναι ο σωματοφύλακας σε έναν διάσημο; Ετσι ήταν . Άλλη εποχή. Το φάρμακό μας ήταν η εργασιοθεραπεία.

Χρήστος Παπανικολάου: Θυμάμαι μια άλλη γυναίκα, την Καρούζαινα, που της έλεγαν «εσύ τώρα δεν μπορείς να φοράς μπιχλιμπίδια, γιατί είσαι ορφανό».

Νίτσα:Τώρα που το είπες, έχω μια ακόμη ανάμνηση με τη θεία μου που την αγαπούσα πολύ. Ως οκτώ χρόνων ήμουν ένα πολύ ευτυχισμένο παιδί. Τρισευτυχισμένο. Είχα θαυμάσιους γονείς, με αγαπούσαν όλοι, αλλά η γιαγιά ήταν και αυστηρή και πολύ οικονομολόγα. Και είχα δει στο χωριό να γυρίζουν κάτι μικροπωλητές, με τα «ταψιά», και είδα κι εγώ ένα δαχτυλιδάκι με μια πράσινη πέτρα. Το ήθελα πολύ. Φτηνό ήταν, είπα στη γιαγιά «γιαγιά να πάρω ένα δαχτυλίδι;», όμως τίποτε. Τότε είδε η θεία μου, η αδερφή της μητέρας μου, αφού δεν μου επέτρεπε η γιαγιά μου, βγάζει από το χέρι της ένα δαχτυλίδι χρυσό, ένα αμερικάνικο που είχε το ‘χει ακόμα η ξαδέρφη μου, του Στάθη που λέγαμε. Το βγάζει και μου το ‘δωσε και το φορούσα μέχρι που παντρεύτηκα. Μόλις αρραβωνιάστηκα και έβαλα βέρα της το έδωσα πίσω και το έχει. Και έτσι βγήκα τελικά κερδισμένη. Κι η γιαγιά μου τί κατάλαβε που δεν ήθελε το ψεύτικο; Εγώ βρέθηκα με χρυσό (γέλια)!

-Πριν την ημέρα της σφαγής πώς ήταν η καθημερινότητα στο χωριό; Προκλήσεις, σκληρές εικόνες; Υπήρχαν στιγμές γαλήνιες;

Το μόνο που ξέρω είναι ότι είχα τον φόβο. Μην ακούσω «Γερμανοί». Όμως, το ίδιο σχεδόν φοβούμουν άμα έρχονταν οι Γερμανοί, το ίδιο και οι αντάρτες. Γιατί ήξερα πως αν έρθουν αντάρτες έτρεμα μην έρθουν συγχρόνως οι Γερμανοί. Οταν άρχισε ο πόλεμος ήμουν 8 χρόνων και στη σφαγή ήμουν 12. Τι ήρεμα λοιπόν; Δείτε τη Λιβαδειά που είχαν έδρα οι Γερμανοί. Δεν έπαθαν τίποτα. Πιο πολύ τα είχα με τους αντάρτες παρά με τους Γερμανούς. Και γύριζαν, ζητούσαν πράγματα οι αντάρτες. Η γιαγιά μου ν’ ακούσει αντάρτες; Δεν ήθελε να τους δει. Και αυτοί του χωριού που τους καθοδηγούσαν τους πήγαιναν σε άλλα σπίτια, όχι στο δικό μας, γιατί ήξεραν ότι είναι και μια γιαγιά με μια ορφανή εγγόνα. Και δεν είχε και πολλά να τους δώσει. Τους έβαζε κατσάδες. Από τον φόβο μου ήμουν έτοιμη να την πνίξω μια φορά. Εχω διαβάσει πολλά για την Αντίσταση, ξέρω τι είναι. Και για την Κρήτη. Εκαναν πολλά σπουδαία και εκεί.

-Εχει όμως κάποια σχέση η δράση των ανταρτών με τη Σφαγή; 

Οι Γερμανοί είχαν αρχίσει και σκότωναν πριν γίνει η μάχη με τους αντάρτες. Στο δρόμο που έρχονταν έχουν σκοτώσει τόσο κόσμο. Και την επομένη της Σφαγής, σκότωσαν τους άλλους που λέω, του άλλου κοριτσιού, της κόρης του φαρμακοποιού. Αυτή δεν πάτησε το πόδι της ποτέ ξανά στο Δίστομο. Μετά από αυτό δεν ήρθε ποτέ. Είναι εγκλήματα ανεξιχνίαστα αυτά και κανείς δεν ασχολήθηκε όπως έπρεπε. 

Σ’ εκείνο το σημείο η φωνή της κυρίας Νίτσας αρχίζει να βαραίνει και τα μάτια να υγραίνονται. «Παίζοντας», κάπως πιο νευρικά, με τα φροντισμένα της δάχτυλα, περνά στο πιο σκοτεινό σημείο της ιστορίας:

Νίτσα:Εμένα με απασχολεί το πώς έφυγα από το σπίτι μου και μου περάνε κάτι ιδέες ότι αν έμενα εδώ θα γλίτωνα κάποιον, τη μαμά μου, τα αδέρφια μου. Συνέβη ένα περίεργο σε εμάς. Πήραν τους γονείς μου από δω και στους σκότωσαν πιο κάτω. Αυτό δεν έγινε με άλλον. Οταν έμπαιναν μέσα έβγαζαν το πολυβόλο και όποιον πάρει ο χάρος. Εγώ άνοιξα το παράθυρο της κουζίνας (σ.σ. λέει καθώς δείχνει προς την πίσω πλευρά του σπιτιού), ενώ ήμουν ένα πλάσμα δειλό. Δεν έπαθα τίποτα κατά την πτώση. Μόνο που ζαλίστηκα. Εσκυψα και πάτησα κάτω. Σα να έκανα εδαφιαία υπόκλιση. Και υπήρχε φόβος μη με δουν γιατί από κάτω ήταν οι άγριοι.

Ακούγαμε φασαρία από πιο πριν. Ουυυ! Είδαμε έναν Γερμανό που πλησίαζε στο σπίτι μας πυροβολώντας στον αέρα. Εγώ νόμιζα ότι πυροβόλησε μες το σπίτι, όμως ήταν απ’ έξω. Προτού το καταλάβουμε ανέβηκε τα έντεκα πέτρινα σκαλοπάτια. Δυο βήματα έκανε για τα ανέβει ο άγριος. Πήγε τότε ο μπαμπάς μου να τον υποδεχθεί. Αρχισε τότε να τον χτυπάει πολύ βάρβαρα. Πράγματα που δεν άντεχα να τα βλέπω. Τον έσπρωχνε από το χωλ προς το άλλο δωμάτιο. Κλαίγαν και οι αδερφές μου. Εγώ ήμουν ήδη τρελαμένη, δεν ήμουν πια με τα καλά μου. Γι’ αυτό και άνοιξα το παράθυρο όμως συγχρόνως ρώτησα και τον μπαμπά μου. Προσπαθούσε να αμυνθεί, να προφυλαχθεί από τα χτυπήματα. Και ανοίγω το παράθυρο, βάζω το πόδι μου πάνω στο νεροχύτη και λέω «μπαμπά να πηδήσω από το παράθυρο;». «Όχι» μου λέει. Αυτό ήταν. Δεν τον ξανάκουσα ποτέ.

 -Φύγατε μακριά; 

Εριξα τρεχάλα στο απέναντι σπίτι. Δεν ήταν άντρας κανένας, ήταν μόνο παιδιά, η κυρά με τα παιδιά της, κι άλλες δυο κοπέλες της γειτονιάς με τα αδέρφια τους, μικρά. Ημασταν κάπου πέντε παιδιά και οι άλλες κοπέλες, μεγάλες. Και ήρθαν κι εκεί οι Γερμανοί. Γλιτώσαμε όμως επειδή ήταν ένας που ήταν άνθρωπος. Πρέπει να τα λέμε κι αυτά. Ηρθαν δυο. Ο ένας εκνευρισμένος, κλώτσαγε, έκανε. Πήδησα τότε και σε μια καταπακτή, γιατί φοβόμουν ότι σφαίρες θα μπουν από τα παράθυρα. Που είχα ακούσει εγώ τέτοιους ήχους; Είχα μπει στον πόλεμο, στη μάχη; Πήδηξα και στην καταπακτή και εκεί, όμως, χτύπησα. Ασχημα, στο αριστερό μου πλευρό. Και μου λέει σήμερα ο Στάθης, ο γιατρός που σας λέω, «θεία πρέπει να είχες σπάσει τότε πλευρό», γιατί πονούσα πολλή καιρό. Ο άλλος λοιπόν ο Γερμανός καθόταν στην πόρτα και μας σημάδευε με ένα πιστόλι. Δεν είχε πολυβόλο. Αυτός που ήταν στην πόρτα μας έδωσε να καταλάβουμε. «Λούκι λούκι»  είπε, θυμάμαι, «καπούτ». Ηθελε να πει «κοιτάξτε έξω, σκοτώνουν». Αυτές τις δυο λέξεις θυμάμαι. Και ρώτησα το παιδί που ήταν κοντά μου, δυο χρόνια πιο μεγάλο, «Γιάννη, τί εννοεί;». Και μου απαντά «εννοεί ότι θα μας δουν και θα μας σκοτώσουν αν βγούμε έξω». Και με το σύστημα της παντομίμας καταλάβαμε. Σα να έλεγε κλείστε την πόρτα, μη βγείτε, γιατί έξω σκοτώνουν. Κι έφυγε.

Η Νίτσα Σφουντούρη μιλά για την καθοριστική στιγμή που πήδηξε από το παράθυρο, 73 χρόνια πριν, στο ίδιο σπίτι όπου μας υποδέχθηκε.

  -Η γιαγιά σας εκείνη την ώρα που βρισκόταν;

Η γιαγιά μου ήταν στο σπίτι της, στο δικό της, μακριά. Μόνη της με τον παππού, ο οποίος μόλις είχε έρθει από το χωράφι που δούλευε. Ηταν ο θερισμός. Και βγήκε έξω κι εκείνος να δει τί γίνεται, λες κι ήταν πανηγύρι. Γιατί στους δώδεκα ομήρους που είχαν συλλάβει ήταν τα δυο αδέρφια της νύφης τους. Του αδερφού της μαμάς μου. Δυο παλικάρια. Ισως τον έναν να τον έχετε ακούσει. Ηταν αυτός που αντιστάθηκε. Παρότι ήταν με δεμένα τα χέρια, προσπάθησε να επιτεθεί στον Γερμανό και τον λογχίσαν, τον εκτέλεσαν, επί τόπου. Εξω από το σχολείο. Και ο παππούς βγήκε γι’ αυτό. Μόλις τον είδαν στη γωνία τον σκότωσαν και τον παππού!

«Μέχρι σήμερα, όλο παιδιά

βλέπω στον ύπνο μου»

-Εσείς πότε πληροφορηθήκατε την κακή είδηση για τους δικούς σας; Τους είδατε;

Για τους δικούς μου έμαθα από τη γειτόνισσα. Ηταν ο άντρας της και τα παιδιά της στην οργάνωση του ΕΑΜ, δυο παλικάρια, νεαροί, καλά παιδιά. Και μετά από αυτό που χτύπησαν πολύ τον μπαμπά μου, αυτός ήρθε να παρασταθεί στη μαμά μου. Και του είπε «Μιλτιάδη, πήγαινε στο υπόγειο να κρυφτείς». Ομως εκείνος δεν κατέβηκε. Τον χτύπησε άσχημα αυτός, όμως δεν σκότωσε κανέναν και έφυγε. Αλλά μετά ήρθε άλλος (σ.σ. Γερμανός). Και τότε τους πήρε όλους; Πήρε μόνο τον πατέρα μου; Δεν ξέρω. Και ο πατέρας μου πήρε στα χέρια την μια αδερφή μου, τριών χρονών, και την άλλη που ήταν έξι την πήρε αγκαλιά η μαμά μου. Και πήγαν ακριβώς στη γωνία από την καφετέρια που είναι εδώ κοντά μας, στον πλάτανο δίπλα, και τους σκότωσαν όλους. Εγώ δεν τους είδα. Δεν πρόφτασα να τους δω. Και είμαι ευχαριστημένη που δεν τους είδα. Γιατί μου είπαν πως της μαμάς μου ήταν σκορπισμένα τα μυαλά της και τα μάζεψε η γιαγιά μου. Η γιαγιά μου βγήκε έξω όταν τέλειωσε η Σφαγή για να ψάξει τον άνδρα της, τον παππού μου. Φτάνει στη γωνία του γειτονικού της σπιτιού, τον βρίσκει εκτελεσμένο. Και ερχόταν τρελή και συγχυσμένη να πει στην κόρη της «τον πατέρα σου τον σκοτώσανε». Φθάνοντας στην άλλη γωνία, τί να βρει; Την κόρη της οικογενειακώς σκοτωμένη. Σκεφτείτε τη θέση της. Δεν το μιλάγαμε όμως αυτό με τη γιαγιά μου ποτέ. Ούτε την είχα ρωτήσει ούτε μου είχε πει ποτέ τίποτε. Δεν θέλαμε να το συζητάμε.Η γιαγιά μου υπέφερε πιο πολύ που έχασε τις εγγόνες της, θα ‘λεγε κανείς, παρά που πέρασε τα παιδιά της και τον άντρα της. Δεν ξαναπέρασε ποτέ από το σχολείο να με δει. Κι εγώ θύμωνα. Εμένα δεν με πείραζαν. Τα αγαπούσα τα παιδιά. Και μάλιστα είχα βρει και δυο κοριτσάκια που έμοιαζαν με τις αδερφάδες μου γιατί ήταν όμορφα παιδιά και χαριτωμένα. Και τ’ αγαπούσα. Και μέχρι σήμερα όλο παιδιά βλέπω στον ύπνο μου. Της έλεγα «είσαι κακιά, είναι κακία, τι σου φταίνε τα παιδιά;». Μα δεν μπορούσε να βλέπει παιδιά. Και δυστυχώς ήταν και το σπίτι της κοντά στο σχολείο. Ετσι πέρασε η ζωή μας. Μια ζωή δραματική.

Η μικρή Νίτσα με τη γιαγιά της, τον μόνο δικό της άνθρωπο που επέζησε της Σφαγής.

Η ζωή της κυρίας Νίτσας, όπως και σχεδόν όλων των Διστομιτών της εποχής, πήρε έκτοτε τελείως διαφορετική ρότα. Η νεαρή Νίτσα βοηθήθηκε από ένα σχολείο από τον Καναδά –όπου είχε «ταξιδέψει» η ιστορία της- το οποίο έστελνε δέματα με κάποια ρούχα επί δέκα και πλέον χρόνια. Ακόμη και αφότου είχε παντρευτεί. Βοήθεια υλική, αλλά «περισσότερο ηθική», καθώς «δεν πείνασα, δεν μου έλειψε κάτι. Η γιαγιά μου με φρόντιζε και έλεγε ότι δεν πεινάει για να τρώω εγώ καλά» λέει η ίδια καθώς μας ξεναγεί στο χολ, όπου δεσπόζουν φωτογραφίες από κάθε πρόσωπο και ανάμνηση. Ο βαθύς ηρωισμός των ανθρώπων που επέζησαν της ναζιστικής θηριωδίας, ωστόσο, φανερώνεται πιο πολύ στη συνέχεια. Όταν τελειώνει η αντίσταση, το αίμα, η Σφαγή, και καλούνται να βαδίσουν κόντρα στον πόνο και, σχεδόν αναπάντεχα, να ζήσουν, ξανά.

Νίτσα Σφουντούρη:Είχα και καλές στιγμές. Είχα πολύ καλούς γονείς, παντρεύτηκα έναν πολύ καλό άντρα, τα παιδιά μου είναι πολύ καλά. Και λέω μερικές φορές και γελάνε «όλοι οι άντρες της ζωής μου ήταν εξαιρετικοί». Θα νομίζει κανείς ότι είχα πολλούς άντρες (γέλια). Ο πατέρας μου ήταν ξεχωριστός. Εξελιγμένος άνθρωπος. Και με μόρφωση. Τσαγκάρης στη δουλειά, τραγουδούσε πολύ ωραία, έπαιζε μαντολίνο, είχε φωτογραφική μηχανή. (σ.σ. μας δείχνει φωτογραφία που την απεικονίζει να κοιμάται στα πόδια του). Την έχω αυτή για να θυμάμαι τη στοργή του. Την έχει βγάλει η μαμά μου. Εχει στρώσει το παλτό του κι εγώ κοιμάμαι. Πηγαίναμε βόλτες κάθε βράδυ σε έναν λόφο που είχε θυμάρια. Κι από κοντά τους κι εγώ. Τέτοιον πατέρα είχα. Αλλ

ά κι ο άνδρας μου ήταν πολύ καλός και όμορφος.

 

 -Η ζωή άρχισε μετά να γίνεται πιο φωτεινή;

Είχα κι εγώ μανία με το σχολείο. Αγαπούσα τα γράμματα κι είχα καημό που δεν πήγα. Μεταλαμπάδευσα την αγάπη αυτή στα παιδιά μου (σ.σ. στο σπίτι βρίσκεται ήδη ο γιος της, Μιλτιάδης Σφουντούρης, δικηγόρος και πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων της Σφαγής του Διστόμου). Μπορώ να πω ότι ήταν η πιο ωραία περίοδος της ζωής μου όσο πήγαιν

α στο σχολείο. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να λέει «τι φουγιάζετε Νίτσα και Νίτσα». Και το φουγιάζω τελικά το βρήκα σε βιβλίο του Λουντέμη. Υπάρχει σαν ρήμα. «Οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος» ήταν το βιβλίο.

Μιλτιάδης Σφουντούρης:Διαβάζει πάρα πολύ και κυρίως βιβλία για καταστροφές. Εχει κάνει… διατριβή στη Σμύρνη και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Και ίσως γι’ αυτό έχει απίστευτη ορθογραφία, παρότι δεν πήγε στο σχολείο.

Νίτσα Σφουντούρη:Τώρα έχω χρόνο να διαβάζω. Είχα πάλι πρόβλημα με τη γιαγιά, γιατί πού να με δει να διαβάζω. Υφαινα εγώ στον αργαλείο. Εχετε δει πως είναι; Καθόμουν σε ένα μαξιλάρι και είχα το περιοδικό από κάτω. Και μόλις έφευγε η γιαγιά να πάει σε δουλειά έξω το έβγαζα, μετά όταν ερχόταν κάθιζα πάνω μου. Της διάβαζα όμως και ευθυμογραφήματα. Δεν μου απαγόρευε τον “Θησαυρό”. Μας τα έφερνε ο εισπράκτορας. Από τη Λιβαδειά. Υστερα αποκτήσαμε περίπτερα

. Το διάβασμα ήταν το φάρμακό μου. Αν είχα ένα βιβλίο καλό! Πάτε μέσα να δείτε σήμερα τα βιβλία μου. Μου αρέσει να διαβάζω ακόμη και πράγματα που δεν τα καταλαβαίνω και να βασανίζομαι, να προσπαθώ να τα καταλάβω. Τώρα διαβάζω τη ζωή του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Τι άνθρωπος ήταν αυτός.

 3pointmagazine.gr