Το δίλημμα Δημητριάδη σε Μητσοτάκη ενόψει Συνεδρίου και μία μεγάλη αντίφαση

Του Νίκου Ανδριόπουλου

Αν ο στόχος του Γρηγόρη Δημητριάδη ήταν να μετατρέψει κυβέρνηση και ΝΔ ενόψει Συνεδρίου σε ροντέο, τότε ας είμαστε ειλικρινείς: Το κατάφερε.

Έξι ημέρες πριν την έναρξη του Συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας και αφού είχε προηγηθεί η πραξικοπηματική αρχειοθέτηση Τζαβέλλα στο σκάνδαλο των υποκλοπών, ο πρώην ΓΓ του Πρωθυπουργού και εκ των de facto πρωταγωνιστών της υπόθεσης λόγω της θεσμικής του ιδιότητας, Γρηγόρης Δημητριάδης, αποφάσισε για πρώτη φορά από το 2022 να μιλήσει.

Από πολιτική σκοπιά, η συνέντευξη του κ. Δημητριάδη χαρακτηρίζεται από δύο ειδών μηνύματα: Αυτά που λέει και αυτά που θέλει να πει. Κοινή συνισταμένη τους ωστόσο είναι ο αποδέκτης: Ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Πίσω από την αποστροφή του πως «τα πήρα όλα πάνω μου για να προστατεύσω την παράταξη και την κυβέρνηση» είναι σαφές πως ο πρώην ισχυρός άνδρας του Μεγάρου Μαξίμου υποδηλώνει πως επωμίστηκε μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης από αυτό που του αναλογεί για το σκάνδαλο των υποκλοπών, αφήνοντας ορθάνοιχτη και λίγο πολύ αυτονόητη την ερμηνεία πως προστάτευσε τον πολιτικό του προϊστάμενο και θείο του, Κυριάκο Μητσοτάκη.

Ολόκληρη η συνέντευξη καθιστά σαφή την πρόθεση του κ. Δημητριάδη να εμφανιστεί ως η ψυχή της παράταξης, που με αυτοθυσία και αλτρουϊσμό ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για να προστατευθεί «κυβέρνηση, μυστικές υπηρεσίες, παράταξη και πάνω από όλα η πατρίδα». Ο Γρηγόρης Δημητριάδης παραμονές του Συνεδρίου εμφανίζεται να απευθύνεται στο όλον της Νέας Δημοκρατίας ως ηγετική φυσιογνωμία της παράταξης, ρυθμιστής και συγχρόνως εγγυητής της ενότητάς της – εξού και η ειδική μνεία στη σχέση του με τον Αντώνη Σαμαρά, ενώ παράλληλα αποδέχεται τη διατυπωθείσα ερώτηση- άρα και προειδοποιεί – πως «ένα μεγάλο μέρος του Συνεδρίου» έχει αναφορά σε αυτόν.

Ως γνωστόν, οι ηγέτες δεν βλέπουν με ιδιαίτερα καλό μάτι τις ηγετικές παρεμβάσεις άλλων, πολύ περισσότερο όταν γίνονται στο όνομά τους και «για το καλό τους». Κάτι τέτοιο φαίνεται να επιβεβαιώνεται από το ρεπορτάζ, καθώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης σύμφωνα με πληροφορίες του Dnews.gr δεν φαίνεται να έχει υποδεχθεί την κυριακάτικη έκπληξη της συνέντευξης Δημητριάδη έμπλεος ενθουσιασμού…

Πέραν ωστόσο από το πρώτο μήνυμα, δηλαδή τη δήλωση αυτοθυσίας Δημητριάδη για την προστασία της κυβέρνησης και της παράταξης, η φράση κλειδί προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι αυτή που ακολουθεί: «Θα πάμε ενωμένοι και θα είμαι ο τελευταίος που θα δημιουργήσω πρόβλημα». Πίσω ωστόσο από την έμφαση στη συστράτευση και τις ενωτικές πομφόλυγες, προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: Αν δεν πάνε ενωμένοι, αν δηλαδή ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν τον επαναφέρει στο κομματικό – και ενδεχομένως σε δεύτερο χρόνο και στο κυβερνητικό – προσκήνιο, τότε τι; Μήπως εκεί ενεργοποιείται κάποια διαλυτική αίρεση για την αποστροφή πως «θα είναι ο τελευταίος που θα δημιουργήσει πρόβλημα»; Η απάντηση είναι λίγο πολύ αυτονόητη. Όπως αυτονόητο είναι πως όποιος δηλώνει πως θα είναι ο τελευταίος που θα δημιουργήσει πρόβλημα, ΔΕΝ δηλώνει πως δεν θα δημιουργήσει, ειδικά εφόσον έχει θέσει πρώτα τον όρο: Θα πάμε ενωμένοι. Ή αλλιώς «αν πάμε ενωμένοι»…

Η μεγάλη αντίφαση και η μετατόπιση στο αφήγημα

Η συνέντευξη ωστόσο του Γρηγόρη Δημητριάδη, πέραν των μηνυμάτων προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση γύρω από το τι έγινε τον Αύγουστο του 2022, όταν και έγινε αποδεκτή η παραίτησή του από τη θέση του γενικού γραμματέα του Πρωθυπουργού, μετά την αποκάλυψη παρακολούθησης του Νίκου Ανδρουλάκη.

Οι διαρροές εκείνης της ημέρας από το Μέγαρο Μαξίμου πως παραιτήθηκε «λόγω τοξικότητας» τέσσερα χρόνια μετά προσκρούουν στους ίδιους τους ισχυρισμούς Δημητριάδη πως ανέλαβε την πολιτική ευθύνη «για να προστατεύσω την κυβέρνηση, τις μυστικές υπηρεσίες, την παράταξή μου, αλλά πάνω από όλα την πατρίδα. Τίποτα παραπάνω».

Αντίστοιχα, αποδυναμώνεται έτι περαιτέρω η γραμμή άμυνας του Μεγάρου Μαξίμου πως το σκάνδαλο των υποκλοπών είναι μία υπόθεση που αφορά τέσσερις «ιδιώτες». ΓΙατί ένας κορυφαίος κυβερνητικός παράγοντας να δηλώνει πως ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για να προστατεύσει την κυβέρνηση, εφόσον η υπόθεση αφορά… τέσσερις ιδιώτες;

Πέραν τούτων ωστόσο, η σημασία της συγκεκριμένης αποστροφής δεν βρίσκεται μόνο στο πολιτικό της φορτίο, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι έρχεται σε εμφανή αντίθεση με όσα είχε καταθέσει ενόρκως ενώπιον του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση τον Ιούνιο του 2024, όταν εξετάστηκε ως μάρτυρας για την υπόθεση των επισυνδέσεων και του Predator.

Στην κατάθεσή του εκείνη, ο κ. Δημητριάδης είχε επιλέξει μια απολύτως αμυντική και αρνητική γραμμή. Παρουσίασε τον εαυτό του ως πρόσωπο που, παρά τη θεσμική του θέση δίπλα στον πρωθυπουργό και την οργανική σχέση του με την ΕΥΠ, δεν είχε καμία γνώση ούτε για νόμιμες επισυνδέσεις ούτε για παράνομες παρακολουθήσεις μέσω Predator. Η κατάθεσή του είναι χαρακτηριστική. Δήλωσε ότι, αν και παραλάμβανε καθημερινά ενημερωτικά δελτία της ΕΥΠ και τα παρέδιδε στον πρωθυπουργό, «ουδέποτε» ενημερώθηκε για παρακολουθήσεις συγκεκριμένων προσώπων, ούτε για την έκδοση εισαγγελικών διατάξεων νόμιμης επισύνδεσης.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο της κατάθεσης είναι η κατηγορηματικότητα με την οποία αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή. «Δεν έχω τίποτα άλλο να προσθέσω και πάλι επαναλαμβάνω ότι ουδεμία εμπλοκή έχω στην εν λόγω υπόθεση», ανέφερε στο τέλος της εξέτασής του. Είχε προηγηθεί η αναφορά του ότι η ΕΥΠ, αλλά και οποιαδήποτε άλλη κρατική υπηρεσία, «ουδέποτε προμηθεύτηκε οποιοδήποτε παράνομο λογισμικό τύπου Predator» κατά τη διάρκεια της θητείας του.

Αυτή ακριβώς η εικόνα της πλήρους άγνοιας είναι που συγκρούεται με τη μεταγενέστερη δήλωσή του περί «ανάληψης πολιτικής ευθύνης». Πώς αναλαμβάνει κάποιος την πολιτική ευθύνη για κάτι που έχει ισχυριστεί πως αγνοούσε ολοκληρωτικά;

Τούτων δοθέντων, καθίσταται σαφές πως ο κ. Δημητριάδης αν και δεν ομολογεί προφανώς κάποια έκνομη πράξη στη συνέντευξή του, μετατοπίζει το αφήγημά του, πλέον με πολιτικά κριτήρια, μετά και την εισαγγελική πράξη Τζαβέλλα. Από την απόλυτη άρνηση γνώσης περνά στην εικόνα ενός προσώπου που συνειδητά απορρόφησε κραδασμούς για λογαριασμό του συστήματος εξουσίας και του πολιτικού του προϊστάμενου. Πρόκειται για δύο διαφορετικές αφηγήσεις. Η πρώτη αφήγηση, εκείνη της κατάθεσης, είναι μια γραμμή θεσμικής αποσύνδεσης: «δεν ήξερα, δεν ενημερώθηκα, δεν συμμετείχα». Η δεύτερη αφήγηση, εκείνη της Realnews, είναι μια γραμμή πολιτικής θυσίας: «ανέλαβα την ευθύνη για να προστατεύσω». Και οι δύο μαζί δημιουργούν ένα πολιτικό παράδοξο.

Αν όλοι όσοι βρίσκονταν στον πυρήνα της εξουσίας δεν γνώριζαν τίποτε για τις παρακολουθήσεις, τότε γιατί υπήρξαν παραιτήσεις; Και αν οι παραιτήσεις ήταν απλώς «ανάληψη πολιτικής ευθύνης», πώς συνδυάζεται αυτό με την πλήρη άρνηση γνώσης;

Η δήλωση Δημητριάδη στη Realnews δεν λύνει αυτή την αντίφαση. Αντιθέτως, τη φωτίζει ακόμη περισσότερο.

AΠΟ ΤΟ DNEWS