Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έκρινε ένοχους τους τέσσερις κατηγορούμενους στη δίκη για τις υποκλοπές – Η δικογραφία διαβιβάζεται για περαιτέρω έρευνα

Την καταδίκη των τεσσάρων κατηγορούμενων, Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιου και Γιάννη Λαβράνου αποφάσισε ο πρόεδρος της έδρας της δίκης για τις υποκλοπές, Νίκος Ασκιανάκης, μετά από 39 δικασίμους στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Επιβλήθηκε σε κάθε κατηγορούμενο συνολική ποινή φυλάκισης 126 έτη και 8 μήνες, όπου εκτιτέα είναι τα οκτώ, με ανασταλτικό χαρακτήρα μέχρι τον δεύτερο βαθμό.

Ένοχοι για το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών κρίθηκαν οι τέσσερις κατηγορούμενοι επιχειρηματίες απο το Μονομελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας, υιοθετώντας την πρόταση του εισαγγελέας της έδρας Δημήτρη Παυλίδη.

«Από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεκτών μέσων, κυρίως των μαρτυρικών καταθέσεων αλλά και των εγγράφων που διαφώτιζαν την αλήθεια αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατόπιν συναπόφασης, μαζί με άλλους συνεργάτες τέλεσαν τις πράξεις με κοινό δόλο. Απόκτησαν πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα, προσωπικές συνδιαλέξεις” είπε ο πρόεδρος του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας Νίκος Ασκιανάκης.

Σύμφωνα με την κατηγορία οι τέσσερις τους, το χρονικό διάστημα από το καλοκαίρι του 2020 μέχρι και το τέλος του 2021 από κοινού και με συναπόφαση άρχισαν να εκτελούν τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται.

Συγκεκριμένα «εγκατέστησαν σε δύο περιπτώσεις τηλεφωνικών αριθμών (Άρτεμις Σίφορντ και Αθανασίου Κουκάκη) και επιχείρησαν να εγκαταστήσουν το κατασκοπευτικό λογισμικό σε άλλους 114 τηλεφωνικούς αριθμούς» μεταξύ των οποίων και στους μηνυτές Νικόλαο Ανδρουλάκη, Χρήστο Σπίρτζη κ.ά. για να λάβουν γνώση των πληροφοριών/ προσωπικών δεδομένων που περιλαμβάνονταν στα κινητά τους τηλέφωνα . Όσον αφορά τους 114 στόχους, «το έγκλημα τους δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση τους», καθώς οι αποδέκτες δεν άνοιξαν τα links- δολώματα που έλαβαν. 

Οι κατηγορούμενοι δεν θέλησαν να βρεθούν στην δικαστική αίθουσα, εκπροσωπούμενοι από τους συνηγόρους τους, ενώ ασκώντας δικονομικό δικαίωμά τους, αρνήθηκαν και να απολογηθούν.

Ο κ. Παυλίδης στην αγόρευση του τόνισε ότι «είναι αδιαμφισβήτητο ότι το Predator λειτούργησε στην επικράτεια της Ελλάδας», ενώ σημείωσε ότι το θέμα είναι εξόχως σοβαρό καθώς παραβιάζονται «βάναυσα, προσωπικά δεδομένα». Όπως σημείωσε: «Αποτελεί απειλή για τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος γιατί δίνει εξουσίες σε άτομα που δεν θα έπρεπε να τις έχουν… Τυχόν χρήση του από υπηρεσίες θα πρέπει να αποτελεί σημείο αφύπνισης».

Το δικαστήριο δεν αναγνώρισε κανενα ελαφρυντικό στους καταδικασθέντες επιχειρηματίες Ταλ Ντίλιαν, Φελιξ Μπίτζιο, Γιάννη Λαβράνο και Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου για τις πλημμεληματικές πράξεις της επέμβασης σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, αλλά και της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα.

Ειδικότερα, κατά την ετυμηγορία οι Ντίλιαν, Χάμου, Μπίτζιος και Λαβράνος κρίθηκαν ένοχοι κατ’ επιτρεπτή μεταβολή για:

  • αθέμιτη επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης προσωπικών δεδομένων από κοινού και κατά συρροή τετελεσμένη για πέντε θύματα και σε απόπειρα για 82 παθόντες και
  • παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, από κοινού, κατά συρροή τετελεσμένη και σε απόπειρα, αλλά και της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα.

Παράλληλα οι κατηγορούμενοι απηλλάγησαν για επιμέρους πράξεις.

Ως προς το αδικημα της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, έπαυσε η ποινική δίωξη για 108 θύματα, ενώ ενοχικό κρίθηκαν οι κατηγορούμενοι πέντε θύματα μεταξύ των οποίων ο Ανδουλάκης και ο Κουκάκης.

«Πρέπει εν προκειμένω για τις δύο πρώτες πράξεις, για τις επιμέρους πράξεις να αποδοθεί ορθότερος χαρακτηρισμός από κατ’ εξακολούθηση σε κατά συρροή εγκλήματα» ανέφερε ο πρόεδρος του δικαστηρίου προσθέτοντας πως δεν τίθεται ζήτημα φαινομενικής συρροής. «Από τους 116 τα αληθινά συρρεόταν εγκλήματα συμπίπτουν σε 87 παθόντες» ανέφερε προσθέτοντας πως για τα υπόλοιπα παραμένει ο χαρακτηρισμός του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος.

Περαιτέρω έρευνα

Το δικαστήριο έκανε δεκτή την πρόταση του εισαγγελέα για διαβίβαση της δικογραφίας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας για σωρεία προσώπων και πράξεων και ειδικότερα όπως πρότεινε ο εισαγγελικός λειτουργός:

«Από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη διαδικασία και τα έγγραφα της δικογραφίας, βγάζω το συμπέρασμα ότι θα πρέπει να διαβιβαστεί αυτή για συγκεκριμένα πρόσωπα στην εισαγγελία πρωτοδικών Αθήνας”.

Συγκεκριμένα:

Για την παρούσα υπόθεση: για τον Αιμίλιο Κοσμίδη για συνέργεια στα ως άνω αδικήματα για τη χρήση χρεωστικής κάρτας από την οποία αγοράστηκαν μολυσμένα μηνύματα κατά 25 θυμάτων μεταξύ των οποίων και του Νικ. Ανδρουλάκη.

Από έγγραφα της τράπεζας προκύπτει ότι εκτός τις αγορές είχε και συναλλαγές για cloud hosting και άλλες υπηρεσίες, όπου έχω σαφή πεποίθηση ότι πρόκειται για αγορές που αφορούν στο Predator, στη λειτουργία του και στην υποδομή του. Συγχρόνως να ερευνηθεί η ποινική ευθύνη και άλλων προσώπων που μπορούν να προκύψουν.

Αξιολόγηση ποινικών ευθυνών άλλων στελεχών των εμπλεκόμενων εταιριών: να ερευνηθεί η εμπλοκή των: Φαρκάς ισραηλινού ιδρυτή του λογισμικού Predator, Χαρπαζ ισραηλινού τεχνικού διευθυντή της ιντελεξα μέλους της ομάδας που έφερε Predator στην Ελλάδα, Εινάτ Σεμανα, Σωτήρη Ντάλα της ιντελεξα που ήταν κάτω από το Λαβράνο στην ιεραρχία και τρία ακόμα πρόσωπα που είχαν πρόσβαση στο λογισμικό.

Επικαλούμενος του άρθρου 148 ΠΚ περί κατασκοπείας σε βαθμό πλημμελήματος, δεδομένου του μεγέθους των συσκευών που μολύνθηκαν και άλλων στοιχείων τα οποία είναι πάνω από ένα χρόνο και πρακτικά μέχρι σήμερα στην κατοχή της Ιντελέξα αφού δεν προκύπτει ότι έχει σταματήσει τη λειτουργία της, το ότι μέλη κυβέρνησης, της ΕΥΠ, αρχηγοί ενόπλων δυνάμενων, υπουργοί και άλλοι υπήρξαν θύματα, αλλά δεν κλήθηκαν για το αν είχαν κινητά κρατικά μυστικά, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για διερεύνηση παρόντων και άλλων για την ως άνω πράξη.