Τσόρτσιλ: Τα εάν της ιστορίας και οι σύγχρονες αναγνώσεις της νίκης

Των Κώστα Λαλιώτη και Αντώνη Τριφύλλη

Τον Μάιο του 1940, κι ενώ η χιτλερική Γερμανία εισβάλλει στη Γαλλία, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ αναλαμβάνει πρωθυπουργός, επικεφαλής της βρετανικής κυβέρνησης εθνικής ενότητας, αντιμετωπίζοντας τη δυσπιστία του βασιλιά και την επιφυλακτικότητα των βουλευτών του ίδιου του κόμματός του.

Η ταινία δίνει το έναυσμα για πολλές συζητήσεις γύρω από τις δημοκρατικές αρχές, τον πατριωτισμό, την ελευθερία και τα χαρακτηριστικά του πολιτικού ηγέτη.

Διπολικός, άλλοτε σε μανία και άλλοτε σε βαθιά κατάθλιψη ( …σύμφωνα με τη δική του περιγραφή «με ακολουθούσε παντού ο μαύρος σκύλος…). Αλκοολικός, καπνιστής, βουλιμικός. Αντιφατικός, αμφιθυμικός, τζαναμπέτης, εγωπαθής, ανεμόμυλος, ισχυρογνώμων, κυνικός, κυκλοθυμικός, σαρκαστικός. ( …Αν ήμουν σύζυγός σας, θα σας έβαζα δηλητήριο στο ποτήρι…), του λέει τσιριχτά η Λαίδη Άστορ. (…Κι εγώ, αν σας είχα σύζυγο, θα το έπινα ευχαρίστως…), απαντάει καλόκαρδα πρόσχαρος. (…»Σερ, είστε μεθυσμένος», του είχε επισημάνει κάποια κυρία… «Κι εσείς κυρία μου είστε άσχημη. Ναι κυρία μου το πρωί, εγώ όμως θα είμαι νηφάλιος ενώ εσείς θα είστε άσχημη μια ζωή»).

Τα παραπάνω επίθετα, και πολλά άλλα, ψιθύριζαν οι σύντροφοί του στο Συντηρητικό Κόμμα, όταν διέσχιζε τους διαδρόμους της Βουλής των Κοινοτήτων. (…Κατεβάζει εκατό ιδέες την ημέρα και οι 96 είναι για πέταμα…), ψιθυρίζει ο λόρδος Χάλιφαξ στον τέως Πρωθυπουργό Τσάμπερλεν, στην ταινία «Οι Πιο σκοτεινές ώρες». Και βεβαίως είχε το δίκιο του:

Αυτός δεν ήταν που, το 1918, οδήγησε στη σφαγή το στρατό της Κοινοπολιτείας, στην Καλλίπολη, ως πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου;

Αυτός δεν στήριξε τον Βασιλιά Εδουάρδο, όταν όλη η νομενκλατούρα των Ανακτόρων τον ανάγκασε σε παραίτηση λόγω της σχέσης του με την Αμερικανίδα ερωμένη του, που ήθελε να την κάνει Βασίλισσα;

Αυτός δεν εγκατέλειψε το κόμμα του για να προσχωρήσει στους φιλελεύθερους του Λόιντ Τζωρτζ, για να επανακάμψει αργότερα;

Αυτός δεν χαιρέτησε, με τις γνωστές αντιφάσεις και παλινδρομήσεις του, την ανάληψη της εξουσίας στην Ιταλία από τον Μουσολίνι, μετά την εισβολή των Ιαπώνων στη Μαντζουρία, στο πλαίσιο του αντικομμουνισμού του; (…»Ο καπιταλισμός έχει ένα μόνιμο ελάττωμα: την άνιση κατανομή του πλούτου. Ο σοσιαλισμός έχει μόνο ένα προτέρημα: την ίση κατανομή της φτώχειας»…, έλεγε).

Ναι. Αυτός ο ίδιος άνθρωπος, ο ίδιος Πολιτικός βρέθηκε μόνος και όρθιος στην αντιπολίτευση όταν οι νικήτριες δυνάμεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως και η Μεγάλη Βρετανία, ανέχτηκαν την καταπάτηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών από το ανερχόμενο «τέρας της μπυραρίας του Μονάχου» (…»Αν ο Χίτλερ εισέβαλε ποτέ στην κόλαση, θα έκανα τουλάχιστον μία θετική τοποθέτηση υπέρ του διαβόλου στη Βουλή μας»… είχε πει ο Τσόρτσιλ).

Την περίοδο εκείνη οι πάντες έκλειναν τα μάτια στους μαζικούς εξοπλισμούς της ναζιστικής πλέον Γερμανίας, στην προσάρτηση της Ρηνανίας και της Αυστρίας σε συνδυασμό με τις κλιμακούμενες προκλήσεις με αιχμή τη στρατηγική του ζωτικού χώρου.

Όταν ο Τσάμπερλεν κατέβαινε περιχαρής τις σκάλες του αεροπλάνου μετά την υπογραφή στο Μόναχο της «Συνθήκης Ειρήνης», κουνώντας υπερήφανος ένα χαρτί υπό τις ιαχές των εκπροσώπων της Βουλής, του Τύπου και του λαού, με ιαχές ανακούφισης από τους ειρηνόφιλους και κουρασμένους Βρετανούς, αυτός ήταν ριζικά αντίθετος, μόνος και όρθιος.

Αυτός όμως φώναζε ως «τρελός λαγός», προειδοποιούσε, κραύγαζε και κατήγγελλε την τύφλωση των «στρουθοκαμήλων πολιτικών» κάτω από τις αποδοκιμασίες όλων. Όλων!

Ο Τσόρτσιλ βροντοφώναζε, με πίστη στη Δημοκρατία και την Ελευθερία, πόσο αναξιόπιστος είναι ο Αδόλφος, με τις πολεμικές ιαχές του, τις βάρβαρες προκλήσεις του, με τις αρνήσεις και τους αφορισμούς του στους Δημοκρατικούς θεσμούς, στις ατομικές και τις συλλογικές ελευθερίες, στις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες Εθνών και Λαών. Επισήμαινε με εμφαντικό και κατηγορηματικό τρόπο πόσο ψεύτης και δολοφόνος είναι ο Χίτλερ, παραπέμποντας στις γνωστές παράνοιές του για το πεπρωμένο της Αρίας Φυλής, για την παγκόσμια εβραϊκή συνομωσία και για την ανάγκη απόκτησης ζωτικού χώρου για το χιλιόχρονο Ράιχ.

Ο Τσόρτσιλ ήταν μόνος, σχεδόν. Εισπράττοντας πάντα αρνήσεις και ειρωνικά σχόλια με άθλια υπονοούμενα από τους δικούς του, τους Συντηρητικούς, και κριτική – πολεμική από την ειρηνόφιλη Εργατική αντιπολίτευση.

Τελικά ποιος είχε δίκιο; Πάντως, λίγο μετά, η περίφημη «Συνθήκη του Μονάχου» έγινε κουρελόχαρτο. Η κατάληψη της Τσεχίας έδειξε τον Χίτλερ ως τον μεγάλο ψεύτη, που στο κεφάλι του είχε ένα δεύτερο θανάσιμο σχέδιο: την κατάληψη της Ευρώπης και το Ολοκαύτωμα. Οι Τσέχοι χαρακτήρισαν τους Βρετανούς της Συνθήκης προδότες. Δεν μάσησαν τα λόγια τους.

Το κείμενό μας αυτό δεν φιλοδοξεί σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσει είτε τις εμβριθείς αναλύσεις των κριτικών του κινηματογράφου, είτε τις εμπεριστατωμένες αναλύσεις των Ιστορικών.

Το κείμενό μας αναφέρεται σχηματικά και αποσπασματικά στα «καπρίτσια» της ιστορίας, στις αμφιθυμίες των Ηγετών, στις «σκοτεινές ώρες» των μεγάλων αποφάσεων, στα μεγάλα διλήμματα για τα «εάν» της ιστορίας, με αναφορά τον Ουίνστον Τσόρτσιλ.

Την έξοχη ταινία του σκηνοθέτη Τζο Ράιτ την είδαμε μαζί αρκετές φορές, γιατί πυροδοτούσε ένα διαχρονικό και αντιπαραθετικό φιλικό διάλογό μας για τα «καπρίτσια» και τα «εάν» της ιστορίας.

Αδιαμφισβήτητα, η ταινία είναι εξαιρετική και συναρπαστική, αν και έχει αρκετές ιστορικές αποσιωπήσεις, ανακρίβειες και αναντιστοιχίες. Όμως, υπάρχει κάτι άλλο, πέρα από το ταλέντο του σκηνοθέτη και πέρα από τη συγκλονιστική ηθοποιία του Γκάρυ Όλτμαν.

Είναι οι στιγμές που, εστιάζοντας στη Βρετανία, αποκαλύπτουν τις πολιτικές παλινωδίες και τις αμφισημίες του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος, μαζί με τις θανάσιμες αμφιβολίες του πριν τελικά ληφθεί η «Μεγάλη Απόφαση» ? για την είσοδο της Μεγάλης Βρετανίας στον πόλεμο. Αυτές καταγράφονται σαν μια κινηματογραφική φούγκα σε τρία μέρη, συνδεδεμένες με τις τρεις εμφανίσεις του Τσόρτσιλ στην Βουλή.

Από τα εκατοντάδες βιβλία, από τα δεκάδες κινηματογραφικά έργα, τις τηλεοπτικές σειρές και τα ντοκιμαντέρ, αξιολογούμε τέσσερις ταινίες οι οποίες απομονώνουν όχι μια αλλά τέσσερις περιόδους σε αντίστοιχες «σκοτεινές ώρες» από την πολυκύμαντη διαδρομή του Τσόρτσιλ, την πλούσια βιογραφία του και τη δική του Ιστορία για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (…«Η Ιστορία θα είναι καλή μαζί μου, επειδή σκοπεύω να την γράψω ο ίδιος»…, είχε δηλώσει ο Τσόρτσιλ γεμάτος αυτοπεποίθηση). Παραλείπουμε να αναφερθούμε στις πρόσφατες ταινίες που αναφέρονται στα γεγονότα της εποχής, αλλά όχι στον Τσόρτσιλ, τη «Δουνκέρκη» και το φιλμ «Their Finest», με το μοναδικό συγκινησιακό φορτίο.

Ας αρχίσουμε από την πρώτη και παλαιότερη ταινία με τίτλο, «The Gathering Storm».

Ένας εκπληκτικός ηθοποιός της γενιάς μας, ο Άλμπερτ Φίνευ και η Βανέσσα Ρεντγκρέϊβ στο ρόλο της συζύγου του, μας μαγεύουν περιδιαβάζοντας την Αγγλική ύπαιθρο. Εκεί καταφεύγει ο Τσόρτσιλ για να δαμάσει την κατάθλιψή του από την αεργία και την έλλειψη αναγνώρισης. Ζωγραφίζει μόνο τοπία. Χτίζει τούβλινους τοίχους. Ταΐζει γουρούνια (…»Μία γάτα κοιτάει προς τα κάτω για να δει έναν άνθρωπο και ένας σκύλος κοιτάζει ψηλά για να δει έναν άνθρωπο. Αλλά ένα γουρούνι κοιτάζει τον άνθρωπο στα μάτια και βλέπει έναν όμοιο του»…). «Γουρουνάκι μου» τον αποκαλεί χαϊδευτικά η γυναίκα του, η Κλεμεντίνη, και απαξιωτικά «γουρούνι» οι συνάδελφοί του.

Η πρώτη σκηνή της ταινίας αυτής, σε μια σχεδόν άδεια Βουλή των Κοινοτήτων όπου εκλέγεται με τους Τόρις, προβάλλει μια θλιβερή και άτονη ομιλία για την απώλεια των Ινδιών. «Έχω τελειώσει», λέει στη γυναίκα του. Κι εδώ αρχίζει η πρώτη «σκοτεινή ώρα», που κράτησε σχεδόν μια δεκαετία. Στο τέλος του φιλμ, επιστρέφει θριαμβευτής ως πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου, όταν δικαιώνεται στις προβλέψεις του για την πορεία του ναζισμού. «Ο Ουίνστον επιστρέφει», αυτό είναι το μήνυμα που κυκλοφορεί πριν από την άφιξή του στο Υπουργείο.

Η δεύτερη ταινία («Τσόρτσιλ») εστιάζει στις τρεις ημέρες πριν από την απόβαση στη Νορμανδία.

Οι Αμερικανοί συμμετέχουν πλέον στον πόλεμο και ο Στρατηγός Αϊζενχάουερ αναλαμβάνει την αρχιστρατηγία όλων των συμμαχικών δυνάμεων. Ο Τσόρτσιλ αναλώνει τις δυνάμεις του για να ματαιώσει την D-day. Θεωρεί πως είναι λάθος η απόβαση που θα στοιχίσει χιλιάδες ζωές.

Οι στρατηγοί, μαζί και ο δικός του στρατηγός Μοντγκόμερι, ο Μόντι που συνέτριψε την «αλεπού της ερήμου», του βγάζει γλώσσα. Τον καλεί να μην ανακατεύεται στα στρατιωτικά. Ποιον, αυτόν που έσωσε το στράτευμα στην Δουνκέρκη! Δεν αντέχει τον παραγκωνισμό, την ταπείνωση. Επισκέπτεται τα αγήματα. Τον κυνηγάνε να μη μιλήσει στους στρατιώτες. Κάνει ολόκληρη παράσταση ενώπιον του Βασιλέως. Χαμογελάει, όταν αναβάλλεται για μια δυο μέρες η απόβαση λόγω σφοδρής κακοκαιρίας.

«Οι σκοτεινές ώρες» επανέρχονται. Σχεδόν τον θέτουν υπό επιτήρηση.

Η απόβαση στέφεται με απόλυτη επιτυχία. Παρ΄ όλα αυτά, αμέσως, ο ίδιος ως Πρωθυπουργός απευθύνει ραδιοφωνικό μήνυμα με τον «δικό» του ανεπανάληπτο τρόπο, συνεγείροντας τους ακροατές στο πατριωτικό, αλλά και ρεαλιστικό του μήνυμα. Δεν έχει τελειώσει ο πόλεμος ακόμη. Και οι θυσίες θα είναι ακόμα πιο μεγάλες.

Η τρίτη ενσάρκωση στην οθόνη του Τσόρτσιλ είναι στην τηλεοπτική σειρά «The Crown» – «Το Στέμμα»³.

Η σειρά περιγράφει την Ιστορία από τη στέψη της νεαρής και άπειρης Βασίλισσας Ελισάβετ. Για μια μεγάλη χρονική περίοδο, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ συνοδεύει και συμβουλεύει τη Βασίλισσα, μέχρι την παραίτησή του.

Πάντα αντιπαθής στους αυλικούς, με όλα τα χαρακτηριστικά του να αναδεικνύονται στη διάρκεια της Πρωθυπουργίας του, μέχρι άλλη μια «σκοτεινή ώρα». Την αναγκαστική παραίτηση, αυτού του εμψυχωτή και νικητή του πολέμου, λόγω γήρατος. Κι εδώ η αποχαιρετιστήρια ομιλία του στη Βουλή είναι αυτοσαρκαστική και κυνική. Εγωκεντρική και πνευματώδης.

Τέλος, ας έρθουμε όμως στην τελευταία ταινία, την πολυσυζητημένη «Η Πιο Σκοτεινή ώρα».

Η ταινία αυτή αρχίζει με την «αποκατάσταση». Την ολοκλήρωση του ονείρου του Τσόρτσιλ να γίνει Πρωθυπουργός και να συντρίψει τον πανίσχυρο Χίτλερ. Την Πρωθυπουργία του δεν του την προσφέρει το κόμμα του, αλλά η ιστορική ανάγκη και η απαίτηση του Εργατικού Κόμματος για το σχηματισμό Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας.

Η Μ.Βρετανία αναγκάζεται να κηρύξει τον πόλεμο στους ναζιστές, όταν η Γερμανία εισβάλλει στην Πολωνία και τη διαμοιράζει με την Σοβιετική Ένωση, μέσα από τη συγκυριακή λυκοσυμμαχία Χίτλερ – Στάλιν, όπως σηματοδοτήθηκε από το σύμφωνο Μολότωφ-Ρίπεντροπ.

Σε αυτό το κρίσιμο διάστημα, οι ορδές των Γερμανών Ναζιστών και των Ιταλών Φασιστών έχουν εισβάλλει, αιφνιδιαστικά και απρόκλητα, για να κατακτήσουν την Ελλάδα, τις χώρες των Βαλκανίων και, στο Βορρά, τη Νορβηγία, ενώ προωθούν την επέλασή τους στο Βέλγιο, την Ολλανδία και τη Γαλλία.

«Μα καλά», λέει ο Βασιλιάς Γεώργιος, «δεν υπήρχε άλλος;» Ο Τσόρτσιλ τα έχει κάνει όλα μαντάρα, από την Καλλίπολη μέχρι την Νορβηγία. Ο παραιτούμενος Τσάμπερλεν απαντά ότι η επιλογή δεν ήταν δική του. Η δική του επιλογή και του Κόμματος των Τόρις ήταν ο λόρδος Χάλιφαξ, προσωπικός φίλος του Γεωργίου και «ειρηνόφιλος» μέχρι το μεδούλι, έτοιμος για διάλογο και συμφωνία με τον Χίτλερ. «Τον Τσόρτσιλ τον επέβαλε η αντιπολίτευση»… Οι φιλελεύθεροι και οι Εργατικοί… Αυτόν εμπιστεύονται, διαφορετικά δεν συμμετέχουν στην Κυβέρνηση»…

Ο Βασιλιάς τον καλεί και του αναθέτει το σχηματισμό της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Όταν του φιλάει το χέρι ο νέος Πρωθυπουργός, «ο Τραυλός Βασιλιάς» επιδεικτικά σκουπίζει το χέρι του πίσω από την πλάτη του. Ένας δικός του ψιθυρίζει στον Τσόρτσιλ. …»Είναι έκπληξη. Όλοι περίμεναν τον Χάλιφαξ»… Και αυτός απαντάει πικρόχολα, πως «με διάλεξαν για να τον εκδικηθούν!»

Όλα αυτά τα χρόνια ο Ουίνστον «βόγγαγε» ως αποσυνάγωγος, στιγματισμένος, αποξενωμένος στο περιθώριο της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Στην αρχή ασκούσε κριτική από άποψη, στη συνέχεια ύψωνε τους τόνους και με στοιχεία που τον προμήθευαν δυο δικοί του άνθρωποι από υπηρεσίες. Στοιχεία φωτιά.

Άφησαν τον Χίτλερ να εξοπλίζεται, αμελώντας να προετοιμαστούν. Στον αέρα η Γερμανία έχει γίνει κυρίαρχη. Στο έδαφος, η συντριπτική υπεροχή σε μηχανοκίνητες θωρακισμένες μεραρχίες του Γκουντέριαν και στον αέρα η Λουφτβάφε του «χοντρο-Γκέρινγκ», δίνουν την υπεροχή στον «Blitzkrieg», «τον πόλεμο αστραπή».

Την ίδια ώρα, οι Βρετανοί πολιτικοί στο όνομα του ρεαλισμού, της διπλωματίας και του «κατευναστικού φιλοειρηνισμού», πρότειναν διαρκώς τη μείωση των δαπανών για το στρατό, στην απελπισμένη προσπάθεια του συμβιβασμού και της ψευδαίσθησης για την επιδίωξη της Ειρήνης.

«…Ας ενθυμούμεθα τούτο, η αδυναμία μας -στην αεροπορία- δεν αφορά μόνο τους εαυτούς μας, αφορά και τη σταθερότητα της Ευρώπης»…, έλεγε ματαίως ο Τσόρτσιλ. Η ώρα της κρίσης πλησίαζε. Σε λίγες ημέρες θα παραδίδονταν το Βέλγιο και η Ολλανδία. Η γραμμή Μαζινώ θα κατέρρεε και, μαζί με αυτή, η νομοτελειακή υποταγή της Γαλλίας, σε συνδυασμό με το περιβόητο «Pourquoi?», το «Γιατί» (να πολεμήσω;) της πλειονότητας των Γάλλων πολιτών.

Οι «σκοτεινές ώρες» για τον Τσόρτσιλ διαρκούν τέσσερις ημέρες.

Τότε που διαψεύδονται όλες οι προβλέψεις του, ότι χώρες της Ευρώπης μπορούν να ανακόψουν την προέλαση της Γερμανίας με την αντίστασή τους. Η Ολλανδία πέφτει, το Βέλγιο συνθηκολογεί και η Γαλλία του Βισύ ετοιμάζει την παράδοση. Το σύνολο σχεδόν του Βρετανικού στρατεύματος βρίσκεται καθηλωμένο και παγιδευμένο στη Δουνκέρκη. Ο αμερικανός Πρόεδρος Ρούζβελτ, στο όνομα της ουδετερότητας, αρνείται κάθε στρατιωτική βοήθεια. Από τα μέλη του Πολεμικού Συμβουλίου της Βρετανίας, άλλοι τον προτρέπουν και άλλοι τον πιέζουν φορτικά, καταναγκαστικά, να δεχτεί την πρόταση του Υπουργού Εξωτερικών, Χάλιφαξ, για προσφυγή στις υπηρεσίες του Μουσολίνι προκειμένου να αρχίσουν διαπραγματεύσεις με τον Χίτλερ και παύση των εχθροπραξιών. Του προτείνουν να δεχτεί τη σύναψη ενός «Συμφώνου Ειρήνης». Ένα κατ’ ευφημισμόν «Σύμφωνο Ειρήνης», για να ξορκίσουν την αδυναμία τους, την ήττα τους, την υποταγή τους, την εθνική, πολιτική και πολιτιστική ταπείνωσή τους.

Μια πολύ έντονη σκηνή της ταινίας είναι όταν ο Τσόρτσιλ μπαίνει στην προσωπική του τουαλέτα, με το μπουκάλι ουίσκι και το κρυστάλλινο ποτήρι του. Τηλεφωνεί απεγνωσμένα και ικετεύει τον Ρούσβελτ. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, δεσμευμένος με τις αποφάσεις της Γερουσίας, αρνείται κάθε βοήθεια. Η απάντησή του ήταν πρωτοφανής «ελάτε στα σύνορα με τον Καναδά, για να σύρετε τα αεροπλάνα στον Καναδά χωρίς μηχανικά – τεχνικά μέσα αλλά μόνο με ένα κοπάδι άλογα». Επιστρέφει στο Πολεμικό Συμβούλιο συγχυσμένος και αποκαρδιωμένος.

Για μερικές ώρες, αλλάζει τακτική και, φαινομενικά, υποκύπτει στις πιέσεις του Χάλιφαξ και του Τσάμπερλεν. Προσπαθεί να υπαγορεύσει στην γραμματέα του τη διακήρυξη προς το Κοινοβούλιο και το λαό. Την πρόταση για διαπραγματεύσεις. Όμως δεν μπορεί, καταρρέει. Οι λέξεις τον εγκαταλείπουν, μουρμουρίζει και τραυλίζει ακατάληπτα.

Φαίνεται ότι αυτή την πρόταση ήταν αδύνατο να την υπηρετήσει, ήταν πέρα από τη σκέψη του και την πίστη του, πέρα από τις δυνάμεις του.

Ο από μηχανής Θεός, ο Βασιλεύς, εμφανίζεται στο σπίτι του. «… Είμαστε πια μόνοι…» λέει ο Τσόρτσιλ αποκαρδιωμένος. Ο Βασιλιάς του απαντά με απρόσμενη αποφασιστικότητα, σταθερότητα και καθαρότητα, «…Εγώ δεν πάω στον Καναδά. Δεν είμαστε μόνοι, Πρωθυπουργέ, έχουμε ο ένας τον άλλον. Μίλα με τον λαό σου…».

Έτσι, ενώ το Πολεμικό Συμβούλιο συνεδριάζει για να εγκρίνει την πρόταση προς τον Μουσολίνι, προκειμένου εκείνος να μεσολαβήσει προς τον Χίτλερ για την υπογραφή ενός «Συμφώνου Ειρήνης» με ταπεινωτικούς όρους για την Μεγάλη Βρετανία, οι Πολιτικοί Αρχηγοί και οι Στρατηγοί ψελλίζουν «…Χάσαμε τον Πρωθυπουργό…» και αναρωτιούνται πού είναι «ο Γέρος»;

Την ίδια ώρα, αυτός ο ξεροκέφαλος «Γέρος» ήταν στο Μετρό, διαλεγόταν με τους Βρετανούς πολίτες, θέλοντας να μετρήσει τις διαθέσεις, τις σκέψεις και τον πατριωτικό σφυγμό του λαού του. Σε μια κινηματογραφικά δυνατή σκηνή, που όμως ιστορικά δεν επιβεβαιώνεται. Επιστρέφει με το Μετρό στο Γουεστμίνστερ, παρακάμπτει τους καταπτοημένους στρατιωτικούς και τους «συμβιβασμένους και πονηρούς πολιτικούς».

Ο Τσόρτσιλ απευθύνεται στις 13 Μαίου 1940 στην Κάτω Βουλή, την οποία συνεγείρει με τον μνημειώδη λόγο του, στον οποίο απηύθυνε και την ιστορική φράση «We will never surrender».

« Δεν έχω τίποτε να σας προσφέρω εκτός από αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα. Εχουμε μπροστά μας ένα μαρτύριο της πιο οδυνηρής μορφής. Εχουμε μπροστά μας πολλούς, πολλούς μήνες αγώνα και πόνου.

Ρωτάτε ποια είναι η πολιτική μας. Μπορώ να πω ότι είναι το να διεξαγάγουμε πόλεμο από θαλάσσης, ξηράς και αέρος, με όλες τις εσωτερικές μας δυνάμεις και μ’ όλη τη δύναμη που μπορεί να μας δώσει ο Θεός. Να διεξαγάγουμε πόλεμο εναντίον μιας τερατώδους τυραννίας που κανείς ποτέ δεν την έχει υπερβεί στον σκοτεινό, αξιολύπητο κατάλογο της ανθρώπινης εγκληματικότητας.

Ρωτάτε ποιος είναι ο σκοπός.

Μπορώ ν’ απαντήσω με μια λέξη. Είναι η νίκη. Νίκη με κάθε κόστος, νίκη παρ’ όλο τον τρόμο, νίκη, όσο μακρύς και σκληρός και αν είναι ο δρόμος. Γιατί χωρίς νίκη δεν υπάρχει επιβίωση. Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό. Καμία επιβίωση για τη Βρετανική Αυτοκρατορία, καμία επιβίωση για όλα όσα αντιπροσωπεύει η Βρετανική Αυτοκρατορία.

Θα πολεμήσουμε στη Γαλλία, θα πολεμήσουμε σε θάλασσες και ωκεανούς, θα πολεμήσουμε με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους αιθέρες, θα υπερασπίσουμε το νησί μας ό,τι και να μας κοστίσει, θα πολεμήσουμε στους διαδρόμους προσγείωσης, θα πολεμήσουμε στα χωράφια και στους δρόμους, θα πολεμήσουμε στους λόφους.

Δεν θα παραδοθούμε ποτέ! …».

Είναι η στιγμή που ο Υπουργός Εξωτερικών, ο λόρδος Χάλιφαξ, ψιθυρίζει «Μόλις επιστράτευσε τις λέξεις στην υπηρεσία του πολέμου»…

Θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε κάποια ερωτήματα που αναπόφευκτα γεννούνται.

Υπάρχει ιστορική αλήθεια;

Η απάντηση είναι απλή, Όχι. Μπορείτε να βρείτε εύκολα όλες τις ιστορικές ανακρίβειες σε πλήθος δημοσιευμάτων. Από την επιστράτευση του στόλου των 1000 περίπου ιδιωτικών σκαφών για την εκκένωση της Δουνκέρκης τα οποία μετέφεραν το στρατό στην Αγγλία μέχρι τη σκηνή του μετρό, όπου συνομιλεί «με τον απλό λαό».

Είναι αξιόλογα και τα τέσσερα έργα που προαναφέρθηκαν;

Δεν μπορούμε να σχολιάσουμε. Ο «Τσόρτσιλ» όμως όλων των φιλμ που περιγράψαμε, όπως τον υποδύονται οι εξαίρετοι ηθοποιοί, από τον Άλμπερτ Φίνευ μέχρι τον Γκάρυ Όλντμαν, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους.

Υπάρχει κάποια σχέση και ιστορική ανάγνωση της εποχής εκείνης με το Brexit;

Τα τρία από τα τέσσερα φιλμ που αναφέραμε γυρίστηκαν την τελευταία διετία. Ωστόσο, σύμφωνα με αφιερώματα και αναλυτικά άρθρα στα Βρετανικά ΜΜΕ, τον Τσόρτσιλ ως «εμψυχωτή» και «Πατέρα» της νίκης ενάντια στον Χίτλερ τον διεκδικούν με επιλεκτικό και αντιφατικό τρόπο και οι μεν και οι δε. Και οι φλογεροί υποστηρικτές της Εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε. και οι οργισμένοι αντίπαλοί τους, που ήθελαν και θέλουν την παραμονή της στις δομές και τους θεσμούς της Ενωμένης Ευρώπης.

Νομίζουμε, ότι η πιο εύστοχη απάντηση είναι μιας φίλης μας που γνωρίζει καλά και την Αγγλία και τον ιστορικό Τσόρτσιλ. Κατά τη γνώμη της, στην πραγματικότητα, η «επιστροφή» του Τσόρτσιλ στο προσκήνιο της σημερινής εποχής είναι μια κραυγή στη χειρότερη ιστορική στιγμή μετά τον πόλεμο για να δηλώσουν «εδώ είμαστε». Η απομόνωση της μεγάλης χώρας από τον φυσικό της πολιτιστικό και γεωγραφικό χώρο της Ευρώπης είναι ο τελευταίος σπασμός της Αγγλίας των πέντε θαλασσών σε ένα μεσαίου βεληνεκούς Εθνικό Κράτος. Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα ήθελε, ίσως ποτέ, ο νικητής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και ηττημένος της εποχής μετά τον πόλεμο.

Πάντως, τα έργα που ανασύρουν στην επικαιρότητα τον Τσόρτσιλ ως Πολιτικό και Ιστορικό Ηγέτη, κραυγάζουν, «Είμαστε πάντα εδώ».

Τι είναι αυτό που μετατρέπει τον αυθεντικό πολιτικό Τσόρτσιλ, σε ιστορικό Ηγέτη Τσόρτσιλ;

Ας βρούμε την απάντηση στα δικά του λόγια, καθώς ενός φίλος του διαβάζει το κείμενο που θα εκφωνήσει. Πώς μπορείς να λες ψέματα; Αναφέρεται στην ηρωική παράγραφο στην οποία εμψυχώνοντας τον λαό, λέει «Σ΄ αυτόν τον πόλεμο, δεν είμαστε μόνοι. Η Γαλλία και οι Κάτω χώρες μάχονται ηρωικά…?? Γνωρίζει όμως ότι αυτά είναι παραμύθια. Αυτές οι χώρες ουσιαστικά έχουν παραδοθεί. Και τότε ο Τσόρτσιλ απαντά. ???Είμαι υποχρεωμένος να διαποτίσω το λαό με το πνεύμα ενός αισθήματος που δεν γνωρίζει ότι διαθέτει»

Σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται η συμβολή ενός Ηγέτη στην ψυχική ανάταση, στο δημοκρατικό ελεύθερο φρόνημα, στην εθνική αυτοπεποίθηση και στην ιστορική απόφαση ενός λαού. Ως χαρισματικός και αδιαμφισβήτητος Μύστης με μια μυστική γλώσσα, με αρχέτυπες και παλλόμενες λέξεις, συνεγείρει το αίσθημα των πολιτών, αφυπνίζει έναν λαό με την περηφάνια και την αγάπη στην Πατρίδα, με την αδιαπραγμάτευτη ταύτιση του λαού με το Έθνος, την «Αυτοκρατορία», την Κοινοπολιτεία και τη Δημοκρατία.

Αυτό το πατριωτικό αίσθημα για πολλά χρόνια είχε «υποταχθεί» από τις οικονομικές δυσκολίες της καθημερινότητας και την κοινωνική περιθωριοποίηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του Βρετανικού λαού, από τις ψευδαισθήσεις μιας κουρασμένης πολιτικής και κοινωνικής ελίτ, από την παρατεταμένη και πολύμορφη κρίση του Μεσοπολέμου.

Βεβαίως, στο βάθος υπήρχε ως αόρατη δύναμη η ανιστόρητη και κερδοσκοπική τύφλωση ενός οικονομικού κατεστημένου, που σώρευε πλούτο και προνόμια μέσω οικονομικών συναλλαγών με τη ναζιστική Γερμανία. Που ερωτοτροπούσε πολιτικά με τον ναζισμό του Χίτλερ και το φασισμό του Μουσολίνι για να αντιμετωπίσει με απροκάλυπτη βία και πολεμικό φανατισμό το φάντασμα του Κομμουνισμού και για να τιθασεύσει τις επικείμενες πολιτικές και κοινωνικές εξεγέρσεις.

Είναι σαφές ότι αυτό το κυρίαρχο πατριωτικό αίσθημα και το ελεύθερο δημοκρατικό φρόνημα των Βρετανών έχει τις ιστορικές του αντιστοιχίες :

με το ομόψυχο και το ομόθυμο ΟΧΙ των Ελλήνων και με την σθεναρή και επική αντίστασή τους ενάντια στο Φασισμό του Μουσολίνι και το ναζισμό του Χίτλερ,

με την πρωτόγνωρη αντίσταση της Σοβιετικής Ένωσης με αποκορύφωμα την εποποιία του Στάλιγκραντ, με την τελική απόφαση των ΗΠΑ, μετά την επίθεση της Ιαπωνίας στο Περλ Χάρμπορ, να εγκαταλείψει την ουδετερότητά της και να συμμαχήσει με τη Βρετανία και την Σοβιετική Ένωση ενάντια στον Φασιστικό και Ναζιστικό Άξονα.

Μέσα από αυτά τα ορόσημα, με χιλιάδες μάχες στην Ευρώπη, στην Αφρική και την Ασία, με θυσίες εκατομμυρίων ανθρώπων (στρατιωτών και αμάχων), άλλαξε «ο ρους της Ιστορίας», τελείωσε νικηφόρα ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και αναδύθηκε μια νέα εποχή για τον κόσμο.

Το μήνυμα της φράσης του Τσόρτσιλ «Είμαι υποχρεωμένος να διαποτίσω το λαό με το πνεύμα ενός αισθήματος που δεν γνωρίζει ότι διαθέτει» δίνει ίσως απάντηση στο ερώτημα αν η ταινία είναι καλή ή όχι.

Η ταινία είναι διαφορετική, είναι άλλη. «Η Πιο Σκοτεινή Ώρα» ηλεκτρίζει το θεατή, δονεί τις καρδιές με λέξεις και εικόνες, συγκλονίζει με μηνύματα τις ψυχές.

Ο Τσόρτσιλ, ως Ηγέτης (με το Η κεφαλαίο), ηλέκτρισε την κοινωνία ολόκληρη και εμψύχωσε τους Βρετανούς πολίτες με μια ιστορική και σκληρή υπόσχεση, που συνόψισε με τις λέξεις «Δεν έχω τίποτα να σας προσφέρω εκτός από αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα». Αυτές οι λέξεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις βιωματικές αλήθειες, με τη στρατηγική της νίκης και με ένα ανεπανάληπτο ιστορικό αποτύπωμα.

Τέλος, επιλέξαμε να κάνουμε συνδυαστικά ειδική μνεία στο «Their Finest», με το μοναδικό συγκινησιακό φορτίο. Προβάλλει ως μια βιωματική «μετα-ταινία», ένα «μεταφίλμ» με πρωταγωνιστές τους εκατομμύρια καθημερινούς Τσόρτσιλ, χωρίς αναφορές σε Ηγέτες και επώνυμους πρωταγωνιστές.

Εκατομμύρια άνθρωποι – πολίτες της διπλανής πόρτας αφηγούνται την πραγματική και μεγάλη Ιστορία με τις δικές τους διαδρομές, με τη ζωή τους, με τους αγώνες, τις θυσίες και τα δράματά τους, αλλά και με την πίστη τους στην πατρίδα, τη Δημοκρατία, τις ελευθερίες και τα δικαιώματα.

Αυτή η «μετα-ταινία» αναδεικνύει στο προσκήνιο εκατομμύρια ανθρώπους :

να βιώνουν τη ζωή, τους φόβους, τις θυσίες και το θάνατο με περηφάνεια και αξιοπρέπεια,

να διατηρούν τις ευαισθησίες τους, την ανθρωπιά τους και την αλληλεγγύη προς τους άλλους,

να ανανεώνουν την πίστη τους σε αρχές, αξίες, ιδέες και ιδανικά και την αδιαπραγμάτευτη αγάπη για την Πατρίδα και τη Δημοκρατία.

Αυτή η «μετα-ταινία» αναδεικνύει στο προσκήνιο εκατομμύρια Βρετανούς-Πατριώτες, με μουσική υπόκρουση τις σειρήνες, με σκηνικό τα καταφύγια και τα ερείπια των βομβαρδισμών, και μέσα στην απόλυτη φτώχεια, να εμπνέονται με την απόφασή τους ???Ποτέ δεν θα παραδοθούμε…??, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα τις συνακόλουθες ελπίδες και προσδοκίες τους για έναν ειρηνικό, καλύτερο, δημοκρατικό και δίκαιο κόσμο.

Αδιαμφισβήτητα τα «καπρίτσια» της Ιστορίας, τα «εάν» της Ιστορίας, οι «σκοτεινές ώρες» των μεγάλων αποφάσεων, οι «αμφιταλαντεύσεις», οι «αμφιθυμίες» των Ηγετών, των Κομμάτων και των Πολιτών δεν αποτελούν «εικονικά παιχνίδια» με άψυχους πολεμικούς κανόνες στην οθόνη, δεν αποτελούν αφηρημένους αλγόριθμους βγαλμένους από τη «θεωρία των παιγνίων».

Αντίθετα τα «καπρίτσια», τα «εάν», οι «σκοτεινές ώρες», τα «διλήμματα» και οι «αποφάσεις» της Ιστορίας και της Πολιτικής είναι συνυφασμένα με τις ζωές, τις διαδρομές και τη μοίρα Ανθρώπων και Πολιτών, Εθνών και Λαών, Δημοκρατιών και Κοινωνιών, είναι άρρηκτα δεμένα με το παρόν και το μέλλον τους.

Στις επίμονες επικλήσεις του λόρδου Χάλιφαξ για προώθηση μιας διπλωματικής προσπάθειας για συμβιβασμό με τη Γερμανία και συνθηκολόγηση με τον Χίτλερ και το ναζιστικό – φασιστικό άξονα του, ο Τσόρτσιλ εξαγριωμένος απαντούσε αφοπλιστικά και κατηγορηματικά, «Δεν διαπραγματεύεσαι με μια τίγρη, έχοντας το κεφάλι σου στο στόμα της».

Αυτή η φράση με τη συνακόλουθη νικηφόρα και ελπιδοφόρα εξέλιξη για τον Κόσμο, την Ευρώπη, τη Μεγάλη Βρετανία έχει πάντα μια αντιστοιχία διαχρονική και αφορά κάθε χώρα, κάθε λαό και κάθε κοινωνία σε κάθε ιστορική φάση με παρόμοια διλήμματα, με αναφορά στο Δίκαιο και την Ισχύ, με αναφορά στην Ειρήνη και τη Δημοκρατία.

Σε τέτοιες στιγμές οι αυταπάτες για τον κατευνασμό και την εξημέρωση του «άγριου θηρίου» οδηγεί αναπότρεπτα στην ταπείνωση, στον πόλεμο, στην ήττα και στην υποταγή.

Στο δραματικό δίλημμα τί κάνεις εάν και όταν το κεφάλι σου είτε είναι είτε πρόκειται να μπει στο στόμα μιας τίγρης, έχουν χρέος να απαντούν κάθε φορά με συναίσθηση της ιστορικής τους ευθύνης Έθνη και Λαοί, Δημοκρατίες και Κόμματα, Πολιτικοί Ηγέτες και Πολίτες.

Για το λόγο αυτό (τηρουμένων των αναλογιών) προτείνουμε και συνιστούμε η ταινία «Η Πιο Σκοτεινή Ώρα», όπως και οι συμπληρωματικά αναφερόμενες ταινίες για τη Βρετανία και τον Τσόρτσιλ κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο:

να προβληματίσουν σοβαρά για την απαιτούμενη εγερτήρια εγρήγορσή μας, τόσο την πολιτική-πνευματική-κοινωνική και οικονομική «Ελίτ» της χώρας, όσο και τον Ελληνικό λαό στο σύνολό του, καθώς και τα δίκτυα του Ελληνισμού και του Φιλελληνισμού σε κάθε γωνιά του κόσμου,

να αφυπνίσουν τις εθνικές ευαισθησίες μας και τον πατριωτισμό μας, την ομόθυμη και ομόψυχη ενότητά μας, τις αγωνίες και τις ελπίδες μας, για το κοινό μας παρόν και το κοινό μας μέλλον,

να ενισχύσουν την ιστορική αυτογνωσία μας για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό με αυτοπεποίθηση, με διορατικότητα και αποφασιστικότητα, δίχως συγκυριακές ανόητες και ανέξοδες «ψευδοπατριωτικές» ρητορείες αλλά και χωρίς διαρκείς φοβίες και ηττοπάθειες,

να αναδείξουν και να εμπλουτίσουν μια συνεκτική και ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική με ιεραρχημένους στόχους αξιοποιώντας στο έπακρο τη γεωστρατηγική, γεωπολιτική και γεωοικονομική θέση της χώρας μας, τα διεθνή και διπλωματικά μας ερείσματα στον ΟΗΕ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο ΝΑΤΟ και στις διμερείς σχέσεις μας με άλλες χώρες, σε συνδυασμό με τις διασφαλίσεις μας από τις Διεθνείς Συνθήκες και με την ισχύ μας από το αποτρεπτικό Εθνικοαμυντικό ισοδύναμο της Ελλάδας και του Ελληνισμού,

να κατοχυρώσουν τις αρχετυπικές αναφορές μας με την πίστη στην πατρίδα και τα σύμβολά της, με τη σθεναρή στάση μας στην ακεραιότητά μας και την ασφάλειά μας στην Εθνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματά μας, με τους όρους μιας πατριωτικής ανάτασης και ειρήνης, με τους όρους του Ευρωπαϊκού κεκτημένου, της Δημοκρατίας, της ανάπτυξης και της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Από το The Book’s Journal