
Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος

Τρεις μέρες και ουδείς στα ΜΜΕ μνημόνευσε τη 13η Αυγούστου 2004- ημέρα της μαγικής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Προφανώς δεκαεννέα χρόνια είναι πολλά. Έκτοτε η Ελλάδα κύλησε από την κορυφή της παγκόσμιας αναγνώρισης το 2002, στην αναξιοπιστία του διεθνούς οικονομικού ελέγχου το 2010.
Πρωτίστως το πολιτικό σύστημα δεν θέλει να θυμάται εκείνο το καλοκαίρι των θαυμάτων, όταν πιάναμε κάρβουνο και γινόταν χρυσάφι. Γιατί από δική του υπαιτιότητα μας χωρίζει βάθος αμέτρητο από εκείνη την περίοδο- που δεν πρόκειται ποτέ να ξαναζήσουμε.
Η 19 η επέτειος από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 δεν είναι ευκαιρία για την αποτίμησή τους. Αυτή έχει γίνει εδώ και πολλά χρόνια και το συμπέρασμα είναι ότι άφησαν θετικό αποτύπωμα στη χώρα.
Απλώς πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες ακύρωσαν τη συνέχεια και εξανέμισαν το κεφάλαιο που άφησε πίσω της η διοργάνωση.
Εκείνο το βράδυ στο Ολυμπιακό Στάδιο, με τον Ζακ Ρογκ από τη διεθνή κοινότητα, τον Κωστή Στεφανόπουλο ως εκπρόσωπο του σύμπαντος ελληνισμού και τη Γιάννα Αγγελοπούλου ως δημιουργό της αρτιότερης ολυμπιακής οργάνωσης ως εκείνη τη στιγμή είναι αξεπέραστο.

Σε μια άλαλη χώρα κάθε τέτοια περίοδο τα ΜΜΕ θα υπενθύμιζαν τι συνέβη. Στην Ελλάδα δεν το κάνουν γιατί έχουν ευθύνη για την διακοπή του νήματος.
Τον Αύγουστο του 2004 ο πλανήτης υποκλίθηκε στο μεγαλείο που ανέδειξε η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι πάντες επιδόθηκαν σε διθυράμβους για την επιτυχία.
Σήμερα εκείνο το “Ευχαριστούμε Ελλάδα” ακούγεται πολύ μακρινό- καθώς μεσολάβησε η περίοδος που όλοι μιλούσαν για τον ελληνικό κατήφορο των Μνημονίων.
Το 2004 η Ελλάδα, γοήτευσε. Είχε μετατραπεί ξαφνικά σε χώρα –μοντέλο και η Αθήνα σε ιδανική πόλη. Οι Αθηναίοι παράτησαν τα ΙΧ και έκαναν τις διαδρομές τους με τα μέσα μαζικής μεταφορές. Μια άλλη Αθήνα, με υποδειγματική οργάνωση.
Η επιτροπή “Αθήνα 2004” υπήρξε μοντέλο μάνατζμεντ. Πλην των Αγώνων δημιούργησε την Ελλάδα των εθελοντών. Πάνω από εξήντα χιλιάδες αγόρια και κορίτσια ανέλαβαν ρόλους στη διοργάνωση και έβαλαν τη σφραγίδα τους με το χαμόγελο και την ζωντάνιας τους.
Η Ελλάδα εκείνο το καλοκαίρι έκανε το άλμα προς το μέλλον της – ή έτσι νόμιζε. Μόλις έξι χρονια αργότερα αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε κανείς να το συνεχίσει και κατέληξε στο κενό. Πόσο καιρό χρειάζεται μια χώρα για να τινάξει τον εαυτό της στο αέρα; Η μεταολυμπιακή Ελλάδα έκανε ρεκόρ.
Ηταν η πιο λαμπρή στιγμή από το κοντινό παρελθόν μας. Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο είχαν παρακολουθήσει μια υποδειγματική χώρα να διοργανώνει υποδειγματικούς ολυμπιακούς Αγώνες. Είδαν μια πόλη να λειτουργεί στην εντέλεια, και ένα κράτος να έχει λύσεις για κάθε πρόβλημα.
Πού πήγε εκείνη η Ελλάδα; Κανείς δεν ξέρει , γιατί κανείς δεν την αναζήτησε. Κανείς δεν τη χρειάστηκε. Από την επομένη κιόλας κάποιοι Αρχισαν να την ξηλώνουν. Αντί να επεκταθεί σε όλο δημόσιο το οργανωτικό μοντέλο των Αγώνων- ενταφιάσθηκε και επιστρέψαμε στα παλιά.
Ένα –ένα τα σύμβολα εκείνη της Ελλάδας χάθηκαν. Από τη Γιάννα Αγγελοπούλου που κανείς δεν ζήτησε να συνεχίσει αυτό που έχε αρχίσει με τη διεκδίκηση των Αγώνων. Και αν ήταν η οργανωτική επιτροπή “Αθήνα 2004” ο πιο άρτιος μηχανισμός εργασίας που “στήσαμε” πότε στη χώρα.
Τους εθελοντές τους ξέχασαν. Οι ολυμπιακές εγκαταστάσεις ρήμαξαν. Μια τεράστια οικονομική επένδυση που χρηματοδότησε ο ελληνικός λαός πήγε χαμένη, γιατί κανείς δεν φρόντισε να την αξιοποιήσει. Έτσι έσβησε εκείνη η Ελλάδα. Εκεί που πήγαμε να γίνουμε πρότυπο, καταντήσαμε μοντέλο προς αποφυγή.
Αν η ζωή υπάρχει με τις μνήμες και η ιστορία συμπυκνώνεται σε ημερομηνίες, στο διάστημα 13-29 Αυγούστου 2004, η Ελλάδα πέρασε απέναντι.
Ήταν το μεγαλύτερο και πιο πολύπλοκο εγχείρημα που ανέλαβε ποτέ και αρίστευσε.

Σήμερα, στην 19η επέτειο αναρωτιέται κανείς αν πράγματι υπήρξε η 13η Αυγούστου. Αν είναι σίγουρο ότι αυτή η χώρα διαχειρίστηκε την καλύτερη Ολυμπιάδα όλων των εποχών. Αν αυτή η κοινωνία ήταν η ίδια που θαύμασαν οι επισκέπτες της. Αν αυτό το κράτος ήταν η τέλεια μηχανή του 2004.
Ο απαντήσεις πλέουν σαν τη βαρκούλα με το κοριτσάκι στο θαυμαστό σκηνικό του Παπαιωάννου.
Κάποιοι μεμψιμοιρούσαν: « Οι αγώνες πέτυχαν, αλλά κόστισαν». Δεν συζητήθηκε ποτέ τι απέφεραν στη χώρα-στην οικονομία και την κοινωνία της- ανεξάρτητα από την αδυναμία των κυβερνήσεων να αξιοποιήσουν το όφελος μεταολυμπιακά.
Αυτά τα κέρδη ήταν μετρήσιμα. Στις υποδομές, στις θετικές μεταβολές που συντελέστηκαν στη χώρα λόγω των Αγώνων, στην τεχνογνωσία που αφομοιώθηκε, την τεχνολογία που εγκαταστάθηκε, τη δυναμική που δημιουργήθηκε σε πολλούς τομείς της οικονομίας.
Υπήρξαν επιδράσεις στην νεολαία όπως ο εθελοντισμός και η ώθηση στον μαζικό αθλητισμό και ο ελληνικός λαός απέκτησε αυτοπεποίθηση.
Ήταν όνειρο έγινε πραγματικότητα και μετά …. εγκαταλείφτηκε. Σαν να κέρδισε κάποιος τον πρώτο αριθμό του λαχείου και να μη πήγε να εισπράξει τα κέρδη. Αυτά τα κέρδη ήταν πολλά για την Ελλάδα και χάθηκαν στους εγκαταλειμμένους ολυμπιακούς χώρους. Δεν θα χαθεί ποτέ όμως η ανάμνηση εκείνων των ημερών…
